Κατηγορία -Βιβλία




Εριχ Φρομ – Η σχέση μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου

Μολονότι o άνθρωπος πέτυχε να κυριαρχήσει σε αξιοσημείωτο βαθμό πάνω στη φύση, ή κοινωνία δεν έχει υπό τον έλεγχό της τις δυνάμεις πού αυτή ή ίδια δημιούργησε. Ο ορθολογισμός τού συστήματος παραγωγής, ως προς την τεχνική πλευρά, συνοδεύεται από τον παραλογισμό τού συστήματος μας παραγωγής ως προς την κοινωνική του πλευρά.

Περισσότερα




Robert S. Feldman – Η χρήση του Διαδικτύου στην εφηβεία

Οι μαθητές τον γυμνασίου McClymonds τον Oakland, έχουν μια αποστολή: Σε συνεργασία με τοπικούς εντομολόγους, δημιουργούν ηλεκτρονική συλλογή με τα έντομα της περιοχής. Με το να ανεβάσουν τη «συλλογή» αυτή στον παγκόσμιο ιστό, προσδοκούν να προσφέρουν μια μακροπρόθεσμη πηγή πληροφοριών στην τοπική κοινωνία (Harmon. 1997).

Περισσότερα




F. David Peat, John Briggs – Μια άποψη για το χάος στην καθημερινή μας ζωή

Το 1909 ο Γερμανός κοινωνιολόγος Μαξ Βέμπερ προειδοποίησε: «Είναι φρικτό να σκέπτεται κανείς ότι ο κόσμος κάποια μέρα ίσως να είναι γεμάτος ανθρωπάκια που θα ασχολούνται με τις δουλίτσες τους και θα αγωνίζονται να βρουν κάποιες μεγαλύτερες. […] Λες και ο στόχος μας είναι να γίνουμε άνθρωποι που έχουν ανάγκη να διατάζουν, που γίνονται νευρικοί και δειλοί αν κάποια στιγμή διαταραχτεί αυτή η τάξη, και ανήμποροι αν αποσπαστούν από την ολοκληρωτική τους συγχώνευση σε αυτή».

Περισσότερα




Βιτγκενστάιν – Τα Όρια του Ορθού Λόγου

Tο  1911,  ένας  υπερβολικά  ευαίσθητος,  σπινθηροβόλος  και πλούσιος  νεαρός  αριστοκράτης  από  παλαιά  βιενέζικη  οικο­γένεια,  εμφανίστηκε στο γραφείο του Ράσελ στο Κέμπριτζ. Δεν υ­πάρχει αμφιβολία  ότι  ο Λούντβιγκ  Βιτγκενστάιν  [Ludwig Wittgenstein]  (1889-1951) ήταν ιδιοφυΐα, και ο Ράσελ δεν άργη­σε να συνειδητοποιήσει πως  είχε  διδάξει όλα όσα ήξερε  στον νε­αρό  σπουδαστή  της  Λογικής.

Περισσότερα




Άντον Τσέχοφ – Τα προικιά.

ΕΙΔΑ ΠΟΛΛΑ σπίτια στη ζωή μου, μικρά και μεγάλα, πέτρινα και ξύλινα, παλιά και καινούρια, αλλά ένα σπίτι μου άφησε ιδιαίτερη εντύπωση. Άλλωστε, αυτό δεν ήταν σπίτι αλλά σπιτάκι. Ήτανε πολύ μικρό, μονώροφο, με τρία παράθυρα κι έμοιαζε τρομερά με μικρή καμπουριασμένη γριούλα με μια σκούφια στο κεφάλι…

Ήτανε ασπρισμένο, είχε κεραμίδια στη σκεπή με μια ξεχαρβαλωμένη καπνοδόχο, και βυθιζόταν ανάμεσα στην πρασινάδα – μέσα σε μουριές, ακακίες και λεύκες, που είχαν φυτέψει οι πάπποι και προπάπποι των σημερινών νοικοκυραίων.

Το έχανες πίσω από την πρασινάδα. Αλλά η πυκνή αυτή πρασινάδα δεν το εμποδίζει να είναι μέσα στο σχέδιο πόλεως. Η φαρδιά αυλή του στέκει δίπλα στις άλλες επίσης φαρδιές και καταπράσινες αυλές, και ανήκει στην οδό της Μόσχας. Κανείς ποτέ δεν περνά απ’ αυτόν το δρόμο με τροχοφόρο, ακόμη και οι πεζοί είναι πολύ σπάνιοι.

Τα παραθυρόφυλλα του σπιτιού πάντοτε είναι κλειστά, οι κάτοικοί του δεν χρειάζονται το φως. Τα παράθυρα δεν τ’ ανοίγουν ποτέ γιατί δεν αγαπούν τον καθαρό αέρα. Οι άνθρωποι που όλο τον καιρό ζουν ανάμεσα στις μουριές, στις ακακίες και την πρασινάδα, δεν ενδιαφέρονται για τη φύση. Μόνο στους παραθεριστές έδωσε ο Θεός την ικανότητα ν’ αντιλαμβάνονται τη φυσική ομορφιά της. Οι άλλοι μένουν τυφλοί και άξεστοι μπρος σ’ αυτές τις ομορφιές. Δεν εκτιμούν οι άνθρωποι το θησαυρό τους. Δεν ξέρουμε να φυλάμε εκείνο που έχουμε, ούτε και αγαπάμε εκείνο που έχουμε.

Γύρω από το σπιτάκι ήταν σωστός παράδεισος, όλα καταπράσινα, πουλιά εύθυμα – ενώ μέσα στο σπίτι, αλίμονο! Το καλοκαίρι σκας από τη ζέστη και το χειμώνα καίγεσαι επίσης σα να είσαι μέσα στο μπάνιο, σε πνίγει η μυρουδιά του καπνού και πλήττεις, πλήττεις…

Για πρώτη φορά επισκέφτηκα αυτό το σπίτι, είναι πολύς καιρός τώρα, κατά παραγγελία – έφερνα χαιρετίσματα του νοικοκύρη, του συνταγματάρχη Τσικαμάσωφ στη γυναίκα του και στην κόρη του. Αυτή ήταν η πρώτη μου επίσκεψη και τη θυμάμαι πολύ καλά. Και πώς να μην τη θυμάμαι!

Για φανταστείτε μια μικροκαμωμένη δύσκολη γυναικούλα γύρω στα σαράντα, που σας κοιτάζει με τρόμο και κατάπληξη, την ώρα που εσείς μπαίνετε από το χωλ στη αίθουσα. Είστε «ένας ξένος», «νεαρός» μουσαφίρης – και αυτό αρκεί για να προκαλέσει την έκπληξη και τον τρόμο. Δεν κρατάτε στο χέρι βούρδουλα, ούτε τσεκούρι ή περίστροφο, χαμογελάτε πολύ φιλικά, αλλά σας υποδέχονται ταραγμένοι.

–  Ποιον έχω την τιμή και την ευχαρίστηση να βλέπω; Σας ρωτά με τρεμάμενη φωνή η γυναίκα η οποία, όπως αντιλαμβάνεστε, είναι η κυρία Τσικαμάσωφ.

Λέτε ποιος είστε και ποιος ο σκοπός του ερχομού σας. Ο τρόμος και η πρώτη έκπληξη αμέσως μεταβάλλονται σ’ ένα διαπεραστικό χαρμόσυνο «αχ!» κι ένα παιχνίδισμα των ματιών. Αυτό το «αχ» σαν την ηχώ περνά από το χωλ στην αίθουσα, από την αίθουσα στο σαλόνι, από το σαλόνι στην κουζίνα… μέχρι και αυτής της αποθήκης. Σε λίγο όλο το σπίτι γεμίζει με τα χαρμόσυνα, ποικιλόχρωμα «αχ». Ύστερα από πέντε λεπτά κάθεστε στο σαλόνι, στο μεγάλο, μαλακό, φλογερό ντιβάνι και ακούτε πώς προφέρει αυτό το εγκάρδιο «αχ» όλη η οδός Μόσχας.

Ένιωσα τη μυρουδιά σκόνης για βότρυδες, και παπουτσιών από δέρμα κατσίκας, που έστεκαν δίπλα μου πάνω το τραπέζι, τυλιγμένα μέσα στο μαντήλι. Στα παράθυρα ήταν γλάστρες, γεράνια και κάτι μπερντεδάκια από μουσελίνα. Πάνω στα μπερντεδάκια κάθονταν καλοθρεμμένες μύγες. Στον τοίχο ήταν η προσωπογραφία κάποιου δεσπότη, λαδομπογιά, σκεπασμένη με γυαλί που ήταν σπασμένο σε μια γωνία. Μετά τον δεσπότη ακολουθούσαν διάφοροι πρόγονοι με κίτρινες σαν το λεμόνι τσιγγάνικες φυσιογνωμίες. Πάνω στο τραπέζι έστεκε μια δαχτυλήθρα, ένα καρούλι κλωστή, μια πεταγμένη κάλτσα, πάνω στο πάτωμα κάτι αχνάρια και μια μαύρη μπλούζα με τρυπώματα.

Στο διπλανό δωμάτιο δυο αναστατωμένες γριούλες αρπάζουν βιαστικά από το πάτωμα τ’ αχνάρια κι ένα κομμάτι ύφασμα…

—Να μας συγχωρείτε, βρισκόμαστε σε μεγάλη ακαταστασία! Είπε η Τσικαμάσοβα.

Η Τσικαμάσοβα μιλούσε μαζί μου και ντροπαλά κοίταζε προς το μέρος της πόρτας.

Και ακούστηκε πίσω από την πόρτα μια γυναικεία φωνή η οποία έλεγε γαλλικά με μερικά λάθη:

-Πού είναι ο γραβάτος μου (λάθος) τον οποίον μου έστειλε ο πατέρας μου από το Κιουρσκ;

-Αχ, Μαρία, απάντησε γαλλικά η κυρία, βρίσκεται εδώ ένας άνθρωπος πολύ ολίγον γνωστός… καλύτερα ρώτα τη Λουκέρια…

Και διάβασα στα μάτια της Τσικαμάσοβας που είχε κοκκινίσει από ευχαρίστηση: «Και όμως τι ωραία που τα μιλάμε εμείς τα γαλλικά!»

Σε λίγο άνοιξε η πόρτα, και είδα μια ψηλή ξερακιανή κόρη, ως δεκαεννιά χρονών, μ’ ένα μακρύ φουστάνι από μουσελίνα και χρυσή ζώνη όπου ήταν κρεμασμένο, το θυμάμαι, ένα ριπίδι από ελεφαντόδοντο. Μπήκε μέσα, κάθισε και κοκκίνισε.

Στην αρχή κοκκίνισε η μακριά μύτη της, πειραγμένη λίγο από την ευλογιά, ύστερα η κοκκινάδα ανέβηκε στα μάτια και στους κροτάφους.

-Η κόρη μου! Είπε με τραγουδιστή φωνή η Τσικαμάσοβα, και αυτός εδώ ο νεαρός είναι, Μάνετσκα, που…

Συοτήθηκα κι εξέφρασα την έκπληξή μου για τα πολλά αχνάρια. Η μητέρα και η κόρη κατέβασαν τα μάτια.

-Της Αναλήψεως είχαμε εμποροπανήγυρη, είπε η μητέρα. Εμείς πάντοτε στην εμποροπανήγυρη αγοράζουμε υφάσματα και ράβουμε ολόκληρη τη χρονιά, ως την ερχόμενη εμποροπανήγυρη. Ποτέ δεν δίνουμε έξω να μας ράψουν. Ο σύζυγός μου, ο Πιοτρ Στεπάνιτς, δεν κερδίζει και πολλά και δεν επιτρέπεται να κάνουμε λούσα. Αναγκαζόμαστε να τα ράβουμε μόνες μας.

-Αλλά ποιος τα φορεί τόσα πολλά; Εσείς είστε μόνο δύο.

-Αχ… μήπως είναι δυνατό να τα φορέσει κανείς όλα αυτά! Αυτά είναι για τα προικιά!

-Αχ, μαμά, τι λες; Είπε η κόρη και κοκκίνισε. Πράγματι μπορεί να το πιστέψει ο κύριος. Εγώ ποτέ μου δεν θα παντρευτώ! Ποτέ!

Το είπε, αλλά στη λέξη «παντρευτώ» άναψαν τα μάτια της. Σέρβιραν τσάι, παξιμάδια, γλυκό του κουταλιού, βούτυρο και ύστερα πρόσφεραν σμέουρα με καϊμάκι. Στις εφτά το βράδυ πρόσφεραν δείπνο από έξι φαγητά, και την ώρα του φαγητού άκουσα ένα πολύ δυνατό χασμουρητό. Κάποιος χασμουρήθηκε δυνατά από το γειτονικό δωμάτιο. Κατάπληκτος κοίταξα στην πόρτα: μόνον άντρα μπορεί να χασμουρηθεί έτσι.

-Είναι ο αδελφός του Πιότρ Σεμιόνιτς, ο Εγκόρ Σεμιόνιτς… εξήγησε η Τσικαμάσοβα όταν είδε την έκπληξή μου. Ζει μαζί μας από πέρσι. Να τον συγχωρέσετε που δεν παρουσιάστηκε. Είναι λίγο αγρίμι… ντρέπεται τους άλλους… Είναι για να μπει σε μοναστήρι… Τον αδίκησαν στην υπηρεσία… Και τώρα από το κακό του…

Μετά το δείπνο η Τσικαμάσοβα μου έδειξε το πετραχήλι που κέντησε με τα χέρια του ο Εγκόρ Σεμιόνιτς για να το δωρίσει στην εκκλησία. Η Μάνετσκα άφησε προς στιγμή τις ντροπές και μου έδειξε μια σακούλα, που μόνη της κέντησε για τον πατέρα. Όταν προσποιήθηκα πως μου έκανε εντύπωση η εργασία της, κοκκίνισε και κάτι ψιθύρισε στο αυτί της μητέρας της. Η μητέρα έλαμψε κι μου πρότεινε να πάμε στην αποθήκη. Εκεί είδα πέντε μεγάλα σεντούκια και πολλά άλλα μικρότερα σεντούκια και κιβώτια.

-Αυτά είναι τα προικιά! Μου ψιθύρισε η μητέρα. Τα ράψαμε μα τα χέρια μας.

Αφού είδα και αυτά τα σεντούκια, αποχαιρέτισα τους φιλόξενους οικοδεσπότες. Και τους έδωσα το λόγο μου, σύμφωνα με την επιθυμία τους, ότι θα ξανάρθω και άλλη φορά.

Αυτό το λόγο μου τον κράτησα ύστερα από εφτά χρόνια μετά την πρώτη μου επίσκεψη, όταν μ’ έστειλαν σε κείνη την κωμόπολη σαν εμπειρογνώμονα για κάποια δίκη. Όταν ξαναπήγα στο μικρό εκείνο σπιτάκι άκουσα πάλι τα ίδια αχ και βαχ… Με γνώρισαν… Αυτό μας έλειπε! Η πρώτη μου επίσκεψη ήταν αληθινό γεγονός στη ζωή τους και όταν τα γεγονότα είναι σπάνια δεν τα ξεχνά κανείς εύκολα, αλλά τα θυμάται επί πολύν καιρό.

Όταν μπήκα στο σαλόνι, είδα τη μητέρα που είχε παχύνει περισσότερο και τα μαλλιά της ήτανε πια γκρίζα, να σέρνεται στο πάτωμα για να κόψει κάποιο μπλε ύφασμα… Η κόρη καθότανε στο ντιβάνι και κεντούσε. Τα ίδια αχνάρια, η ίδια μυρουδιά της σκόνης για τις βότρυδες, το ίδιο πορτραίτο με το γυαλί το σπασμένο στην άκρη.

Υπήρξαν όμως και μερικές αλλαγές. Κοντά στην προσωπογραφία του δεσπότη κρεμόταν η προσωπογραφία του Πιοτρ Σεμιόνιτς και οι κυρίες φορούσαν πένθος. Ο Πιοτρ Σεμιόνιτς είχε πεθάνει μια βδομάδα μετά τον προβιβασμό του σε στρατηγό. Αρχισαν οι αναμνήσεις… Η στρατηγίνα έκλαψε λίγο.

-Μεγάλη η συμφορά μας! Είπε. Ο Πιοτρ Σεμιόνιτς που ξέρατε, δεν υπάρχει πλέον. Ορφανέψαμε εγώ και κείνη και πρέπει μόνες να φροντίζουμε για όλα. Ο Εγκόρ Σεμιόνιτς ζει, αλλά δεν μπορούμε να πούμε τίποτα καλό γι’ αυτόν. Στο μοναστήρι δεν τον δέχτηκαν εξαιτίας… εξαιτίας των οινοπνευματωδών ποτών που έπινε. Και τώρα πίνει ακόμη περισσότερο από τον καημό του.

Θέλω να πάω στον πρόεδρο του συλλόγου μας, των ευγενών, για να κάνω τα παράπονά μας. Για φανταστείτε, αρκετές φορές άνοιξε τα σεντούκια, πήρε διάφορα πράγματα από τα προικιά της Μάνετσκας και τα μοίρασε στους οδοιπόρους καλόγερους που γυρίζουν από μοναστήρι σε μοναστήρι. Δυο σεντούκια τ’ άδειασε ολωσδιόλου! Αν αυτό συνεχιστεί, η καλή μου Μάνετσκα θα μείνει χωρίς προίκα.

-Τι λέτε, μαμά; Είπε η Μάνετσκα και ντράπηκε. Ποιος ξέρει τι μπορεί να φανταστεί ο κύριος… Εγώ ποτέ μου, ποτέ μου δεν θα παντρευτώ!

Η Μάνετσκα με έκσταση κι ελπίδα κοίταζε στο ταβάνι και ήταν φανερό πως δεν πίστευε σε κείνα που έλεγε.

Στο χωλ πέρασε και χάθηκε μια μικρή ανδρική σιλουέτα, με μεγάλη φαλάκρα και με μια καφετιά ρεντιγκότα. Φορούσε γαλότσες αντί παπούτσια και στο πέρασμά του ακούστηκε ένα θρόισμα λες κι ήτανε ποντικός.

«Ασφαλώς θα είναι ο Εγκόρ Σεμιόνιτς», σκέφτηκα εγώ.

Κοίταζα τη μάνα και την κόρη: είχανε γεράσει και καταβληθεί και οι δυο. Το κεφάλι της μητέρας είχε ασπρίσει, και η κόρη είχε μαραθεί, χλώμιασε. Θα ‘λεγες πως η μητέρα περνούσε την κόρη μόλις πέντε χρόνια.

-Ετοιμάζομαι να πάω στον πρόεδρο, μου είπε η γριά ξεχνώντας πως μου είχε ξαναμιλήσει γι αυτό. Θέλω να διαμαρτυρηθώ! Ο Εγκόρ Σεμιόνιτς μας τα ξεσηκώνει όλα όσα ράβουμε, και κάπου τα χαρίζει για να σώσει την ψυχή του. Η Μάνετσκα έμεινε χωρίς προίκα!

Η Μάνετσκα κοκκίνισε αλλά δεν έβγαλε μιλιά.

-Θα αναγκαστούμε να τα ράψουμε όλα από την αρχή, και ο Θεός ξέρει πως δεν είμαστε πλούσιες! Είμαστε ορφανές και οι δυο!

-Είμαστε ορφανές! Επανέλαβε η Μάνετσκα.

Πέρυσι, έτσι τα ‘φερε η τύχη και ξαναπήγα στο γνωστό σπιτάκι. Μπαίνοντας στο σαλόνι, είδα τη γριά Τσικαμάσοβα. Ήταν ντυμένη στα μαύρα, με κρέπια, καθότανε στο ντιβάνι και κάτι έραβε. Δίπλα της καθόταν ένα γεροντάκι με καφετιά ρεντιγκότα κα αντί παπούτσια φορούσε γαλότσες. Αμα με είδε ο γέρος πετάχτηκε κι έφυγε τρεχάτος από το σαλόνι.

Απαντώντας στο χαιρετισμό μου η γριά χαμογέλασε και είπε γαλλικά:

-Είμαι γοητευμένη που σας ξαναβλέπω, κύριε.

-Τι ράβετε; τη ρώτησα σε λίγο.

-Ένα πουκαμισάκι, μου είπε ρωσικά. Θα το ράψω και θα το πάω στον ιερέα να το κρύψει, διαφορετικά θα μας το πάρει ο Εγκόρ Σεμιόνιτς. Τώρα εγώ όλα τα κρύβω στον παπά, μου είπε ψιθυρίζοντας.

Και ρίχνοντας μια ματιά στο πορτραίτο της κόρης, που έστεκε στο τραπέζι, αναστέναξε και είπε!

-Είμαστε πεντάρφανες!

Και πού είναι η κόρη; Που είναι η Μάνετσκα; Δε ρώτησα. Δεν ήθελα να ρωτήσω τη γριά που ήταν βουτηγμένη στο πένθος, και όλο τον καιρό που καθόμουν στο μικρό σπιτάκι ώσπου έφυγα, η Μάνετσκα δεν παρουσιάστηκε. Δεν άκουσα ούτε τη φωνή της ούτε τα ήσυχα δειλά της βήματα… Το πράγμα ήταν ολοφάνερο, και ήταν τόση η θλίψη που πίεζε την ψυχή μου.

***

by Αντικλείδι , https://antikleidi.com




Nα βλέπεις τη ζωή όπως είναι και όχι όπως θα έπρεπε να είναι. – Μιγκέλ ντε Θερβάντες

Καρράσκο: “Αν εσύ είσαι τρελλός, εγώ δε θα σ΄αφήσω να τρελάνεις κι εμάς. Τη ζωή πρέπει να τη βλέπουμε όπως είναι πραγματικά.”

Θερβάντες: “Όπως πραγματικά είναι…

 Ξέρεις πόσα χρόνια περιπλανιέμαι στην πραγματικότητά σας; Περισσότερα




Stephen Hawking – Τι είναι πραγματικότητα;

O Stephen Hawking πέθανε τις πρώτες πρωινές ώρες σε ηλικία 76 ετών. “Δεν υπάρχει Παράδεισος ή μεταθανάτια ζωή για χαλασμένα κομπιούτερ. Πρόκειται για ένα παραμύθι που απευθύνεται σε ανθρώπους που φοβούνται το σκοτάδι».  Ας διαβάσουμε ένα απόσπασμα από το βιβλίο του: “Το Μεγάλο Σχέδιο” για τη φύση της πραγματικότητας;. Περισσότερα

Ο Λιαντίνης για την Ελένη του Σεφέρη

Η Ελένη είναι το κατ’ εξοχήν φιλοσοφικό ποίημα του Σεφέρη. Χωρίς νά ’χει την αυστηρή διάταξη του Ο βασιλιάς της Ασίνης, ή του Ένας γέροντας στην ακροποταμιά. Εν τούτοις αγγίζει εκείνο το αμίαντο σχήμα που, για το ζωντανό πνεύμα της Ελλάδας μέσα στην κατεβασιά των χιλιετιών της, υπήρξε ο άρραφος χιτώνας της.

Περισσότερα

Ν. Καζαντζάκης: «Η μητέρα μου, η γαζία και το καναρίνι

«Οι ώρες που περνούσα με τη μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος μου να γεμίζει και να χορταίνει, σαν να ‘ταν ο αγέρας ανάμεσά μας γάλα και βύζαινα.
Περισσότερα

Matt Ridley – H Ορθολογική αισιοδοξία και τα μυαλά που ζευγαρώνουν

Το να ισχυρίζεται κανείς ότι η φύση του ανθρώπου δεν έχει αλλάξει, αλλά ο ανθρώπινος πολιτισµός έχει, δεν σηµαίνει πως απορρίπτει την εξέλιξη – ακριβώς το αντίθετο.

Περισσότερα

Ο μύθος της δεμένης οικογένειας

Αρκετές φορές η καχυποψία και η δυσπιστία εμπεριέχουν τον τρόμο μήπως αφεθούμε έρμαια στη φαντασιωσική παντοδύναμη μητέρα (κοινωνία, κράτος, εξουσία, σύντροφο, θεότητα, θεραπεία κλπ.)

Περισσότερα

Ο παιδαγωγός σου δεν μπορεί να είναι άλλο από ελευθερωτής σου (Νίτσε – Ο Σοπενχάουερ ως παιδαγωγός)

Ο ταξιδευτής εκείνος, που είχε δει πολλές χώρες και λαούς και κάμποσες ηπείρους, και τον ρώτησαν ποια ιδιότητα των ανθρώπων συνάντησε παντού, έλεγε: «έχουν μια κλίση στην οκνηρία». Σε μερικούς θα φανεί ότι θα μιλούσε σωστότερα και πιο έγκυρα αν έλεγε: «είναι όλοι δειλοί». Κρύβονται κάτω από ήθη και απόψεις.

Περισσότερα

Alain de Botton – Το χρονικό του έρωτα

Για τον Ρομαντικό, ελάχιστα είναι τα βήματα που με­σολαβούν από τη φευγαλέα ματιά σε έναν άγνωστο ως τη διαμόρφωση ενός μεγαλειώδους και σημαντικού συ­μπεράσματος: ότι ίσως αποτελεί τη διεξοδική απάντηση στα άρρητα ερωτήματα της ύπαρξης.

Περισσότερα

Η μυστική ζωή των δέντρων – Με παρέα είναι πάντα καλύτερα

Πριν από χρόνια, σε ένα από τα προστατευόμενα δάση με παλιές οξιές της περιοχής μου, έπεσα πάνω σε κάτι παράξενες πέτρες που ήταν καλυμμένες με βρύα. Εκ των υστέρων συνειδητοποίησα ότι τις είχα προσπεράσει πολλές φορές χωρίς να τις προσέξω, μια μέρα όμως σταμάτησα και έσκυψα να τις κοιτάξω.

Περισσότερα

Γκάντι: Η τέχνη του να θυμώνεις (και να σου βγαίνει σε καλό)

Ο θυμός για τους ανθρώπους είναι ό,τι η βενζίνη για το αυτοκίνητο – σε βοηθά να προχωράς και να φτάνεις σε ένα καλύτερο μέρος. Δίχως αυτόν δεν θα είχαμε κίνητρο να αντιμετωπίζουμε τις προκλήσεις. Είναι μια ενέργεια που μας ωθεί να ξεχωρίζουμε το δίκαιο από το άδικο.
Περισσότερα

Η πολιτική στάση του Επίκουρου – Λάθε Βιώσας

Η πολιτική αστάθεια και οι δύσκολες συνθήκες δεν έπαψαν ποτέ να υφίστανται στην πόλη των Αθηνών και στους κατοίκους της, παρά την πρόσκαιρη απελευθέρωσή τους από τον ζυγό των Μακεδόνων.

Περισσότερα

Άντον Τσέχωφ – Μυστηριώδης φύση

ΣΕ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ της πρώτης θέσης. Πάνω στον καναπέ, ντυμένο με βελούδο μωβ, κάθεται μισοπλαγιασμένη μια νόστιμη νεαρή κυρία. Ένα κροσσωτό ριπίδι τρίζει το χέρι της που το κρατά σφιχτά, σπασμωδικά και τα ματογυάλια της πέφτουν όλο τον καιρό από την χαριτωμένη μυτούλα της. Μια καρφίτσα στο στήθος της μι ανεβαίνει και μια κατεβαίνει, σωστή βαρκούλα μέσα στα κύματα. Είναι ταραγμένη…

Περισσότερα

Ναζίμ Χικμέτ – O Σεΐχης Αβδουρραχμάν

Ο Ομέρ μεγαλώνει ο χειμώνας είναι στο τέλος του. Ο παπλωματάς Σελήμ, ο μαστρο-Νουρή και ο Σεΐχης Αβδουρραχμάν πίνουν καφέ στο δωμάτιο πάνω από το μαγαζί του Σελήμ.

Περισσότερα

Ντάρλεϊ και Λατανέ – Το πείραμα του καπνού. “Πρέπει να αποφασίσεις πως θα δράσεις”

Όπως ανακάλυψαν οι Ντάρλεϊ και Λατανέ, είναι πιθανότερο να μην βοηθήσουμε άλλους συνανθρώπους μας μάλλον λόγω της παρουσίας άλλων παρατηρητών παρά λόγω έμφυτης απάθειας. Τι συμβαίνει, όμως, όταν αυτός ο «άλλος» που χρειάζεται βοήθεια είμαστε εμείς; Τι γίνεται όταν βρεθούμε σε κοινωνικές συνθήκες κατά τις οποίες είμαστε εκτεθειμένοι σε πιθανό κίνδυνο; Θα ενεργήσουμε τουλάχιστον για λογαριασμό της δικής μας σωματικής ακεραιότητας;

Περισσότερα

Κρίσεις πανικού – Μ.Βαμβουνάκη

Έχω προσέξει πως εμείς οι άνθρωποι σε δυο καταστάσεις μας ντρεπόμαστε υπερβολικά. Πολύ δύσκολο να τις ομολογήσουμε ακόμη και στον εαυτό μας. Όταν δυσκολευόμαστε για κάτι προς τον εαυτό μας, αυτό το κάτι δυσκολεύεται χειρότερα να εκδηλωθεί προς άλλους – είναι μια κοινοτοπία αυτή. Οι δυο τούτες καταστάσεις που μας κάνουν να ντρεπόμαστε, όταν όντως μας κυριεύουν, είναι η ζήλια και ο φόβος. Ντρεπόμαστε και κρύβουμε τον φθόνο που μας παιδεύει, ντρεπόμαστε και κρύβουμε τη δειλία μας και τους πανικούς.
Περισσότερα

Όλιβερ Σακς – Υπόθεση Ταυτότητας

«Ο  Όλιβερ Σακς, «ένας από τους μεγαλύτερους κλινικούς συγγραφείς του 20ού αιώνα» (The New York Times), διηγείται τις ιστορίες ασθενών χαμένων μέσα στον παράξενο λαβύρινθο των νευρολογικών διαταραχών… ιστορίες ανθρώπων που πάσχουν από περίεργες εκτροπές της αντίληψης και της νόησης: ασθενείς χωρίς μνήμη και με χαμένο παρελθόν· ασθενείς που δεν αναγνωρίζουν τους γνωστούς τους ανθρώπους και τα πιο κοινά αντικείμενα· που τα μέλη τους τους έχουν γίνει ξένα· άνθρωποι που έχουν αποκλειστεί σαν καθυστερημένοι και εντούτοις είναι προικισμένοι με αλλόκοτα καλλιτεχνικά ή μαθηματικά ταλέντα.

Περισσότερα

Daniel Goleman – Αντιμετωπίστε τη μελαγχολία

Η διάθεση την οποία πολλοί άνθρωποι κάνουν τεράστιες προσπάθειες να αποτινάξουν από πάνω τους είναι η μελαγχολία. Η Νταϊάν Τάις ανακάλυψε ότι οι άνθρωποι είναι ιδιαίτερα εφευρετικοί όταν προσπαθούν να απαλλαγούν από τις ακεφιές τους. Φυσικά, αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει να αποφεύγεται κάθε μορφή θλίψης. Η μελαγχολία, όπως και κάθε άλλη διάθεση, έχει και τις θετικές πλευρές της.

Περισσότερα

Χαλίλ Γκιμπράν – Να λυπάσαι το έθνος

Να λυπάσαι το έθνος με το πλήθος τα δόγματα και την κούφια θρησκεία.

Να λυπάσαι το έθνος οπού ρούχα φορεί που δεν ύφανε το ίδιο

ψωμοτρώει από στάρι που εκείνο δε θέρισε

το κρασί του δεν γίνηκε απ’ τις δικές του πατούσες.

Περισσότερα

Λουκρήτιος – Οι πρώτοι άνθρωποι

Είναι εκπληκτικό πως η Επικούρεια “ανθρωπολογία”, που γνωρίσαμε διαμέσου του Λουκρήτιου και του φιλοσοφικού του ποιήματος De rerum natura (“Περί της φύσεως των πραγμάτων”, ελάχιστα διαφέρει από τις επιστημονικές αντιλήψεις της εποχής μας, αποτελώντας μία από τις πρώτες εκδηλώσεις της εξελικτικής σκέψης Διαβάστε ένα μικρό απόσπασμα:

Περισσότερα

Φυλετικές θεωρίες στην Ελλάδα

Οι φυλετικές θεωρίες στην Ελλάδα και η παρουσία τους σε διάφορα είδη λόγου, επίσημου και ανεπίσημου, έχουν μόλις τα τελευταία χρόνια αρχίσει να απασχολούν αυτόνομα την έρευνα. Οι μελετητές συμφωνούν ότι η εμφάνισή τους εντοπίζεται στα τέλη του 19ου αιώνα και ότι παλαιότερες αναφορές στη φυλή έχουν αρχαϊκό και θρησκευτικό χαρακτήρα και συνδέονται στενά με τις διαδοχικές εκδοχές του ελληνικού εθνικιστικού λόγου και των μεταμορφώσεών του.

Περισσότερα

Έρμαν Έσσε – Σιντάρτα και Καμάλα

Κατά το απόγευμα της ίδιας μέρας έφτασε σε μια μεγάλη πόλη και χάρηκε γιατί είχε λαχταρήσει τους ανθρώπους. Είχε ζήσει για πολύ στο δάσος και η αχυρένια καλύβα του περαματάρη που κοιμήθηκε εκείνη τη νύχτα ήταν η πρώτη στέγη πάνω από το κεφάλι του μετά από πολύ καιρό.

Περισσότερα

Β. Ραφαηλίδης – Η ελληνικότητα της Μακεδονίας και οι Σκοπιανοί

Από ιστορικής απόψεως, την ελληνικότητα της Μακεδονίας δεν την αμφισβήτησε ποτέ κανείς στα σοβαρά. Το αρχαίο και ένδοξο κράτος των Μακεδόνων ήταν όντως ελληνικό. Αυτό που αμφισβητούν οι Σκοπιανοί είναι το δικαίωμα της μονοχρησίας του ονόματος Μακεδονία.

Περισσότερα

Αλκυόνη Παπαδάκη – Στην πραγματικότητα ψάχνουμε να βρούμε κάποιον, που να φοράει το ίδιο νούμερο με το είδωλό μας

Πάντα το φθινόπωρο μου ’ρχεται στο μυαλό ο Αντρέας.

Τον θυμάμαι όταν μαδάνε τα κοκκινωπά φύλλα από τα γεράνια. Περισσότερα