Κατηγορία -Βιβλία

Ο Αριστοτέλης κι η θεμελίωση της βιολογίας

Καθώς ο Αριστοτέλης περιπλανιόταν στον μεγάλο ζωολογικό του κήπο, πείστηκε ότι η άπειρη ποικιλομορφία της ζωής μπορεί να ενταχθεί σε μια συνεχή σειρά στην οποία κάθε κρίκος δεν θα διαφέρει παρά ελάχιστα από τον διπλανό του.

Περισσότερα




Είμαι το συναίσθημα της απόρριψης… για τον εαυτό σου – Χόρχε Μπουκάι

«Εγώ σου έφερα τα συναισθήματα της ντροπής, σου έδειξα όλα τα μειονεκτήματα σου, τις ασχήμιες σου, τις ανοησίες σου, τα δυσάρεστα όλα. Εγώ σου κρέμασα την ταμπέλα «διαφορετικός» όταν σου είπα για πρώτη φορά στο αφτί ότι κάτι δεν πήγαινε εντελώς καλά σ’ εσένα (…).
Περισσότερα




Γιατί παντρεύονται οι άνθρωποι; – Χ. Κατάκη

Όπως κάθε χρόνο τέτοια εποχή στο ορεινό χωριό του πατέρα μου ξανάσμιξαν οι γενιές και τα σόγια για να γιορτάσουν το Πάσχα. Καταπληκτική ευκαιρία για μένα να μιλήσω με εκπροσώπους διαφορετικών γενιών, αφού εκείνο τον καιρό διερευνούσα τις αλλαγές αντιλήψεων για την οικογενειακή ζωή.
Περισσότερα




Προϋπόθεση για την αγάπη – Φρομ

Τώρα θα εξετάσω εκείνες τις ιδιότητες που έχουν ιδιαίτερη σημασία για την τέχνη, την ικανότητα, της αγάπης. Σύμφωνα με όσα είπα για τη φύση της αγάπης, η κύρια προϋπόθεση για να φτάσουμε στην αγάπη είναι το ξεπέρασμα του ναρκισσισμού μας.
Περισσότερα




Μαρκ Φερό – Η ευθύνη της “ελεύθερης πληροφόρησης”

«Τα μέσα ενημέρωσης δέχονται τεράστιες πιέσεις με αποτέλεσμα πάρα πολύ συχνά να παρέχουν δημοσιότητα σε πηγές που βρίσκονται κοντά στα κέντρα εξουσίας. Υποκύπτουν εύκολα είτε στην ψυχική διέγερση, είτε στην προώθηση του πολέμου, είτε στην επαγγελματική κυβερνητική προπαγάνδα. Η εξαιρετική χορογραφία, τα τέλεια σενάρια, η αναπόφευκτη μορφοποίηση των πληροφοριών σε αυτή την εποχή των μέσων μαζικής ενημέρωσης δεν έχουν αφήσει πολλά περιθώρια για ειλικρινή και αυθεντικό λόγο».*

Περισσότερα




Βολτέρος – Καλώς (Όλα βαίνουν καλώς)

Προκλήθηκε ένας σχετικός θόρυβος στις σχολές και ομοίως στους πνευματικούς κύκλους, όταν ο Λάιμπνιτς, παραφράζοντας τον Πλάτωνα, θεμελίωσε το οικοδόμημά του, του βέλτιστου των πιθανών κόσμων και θεώρησε ότι όλα έβαιναν προς το καλύτερο.

Περισσότερα




Γιάννης Μανέτας – Μήπως διανύουμε την έκτη παγκόσμια μαζική εξαφάνιση;

Για να αποφύγουμε τις παρεξηγήσεις, ας ορίσουμε τι εννοούμε παγκόσμια μαζική εξαφάνιση. Έχουμε ήδη μάθει ότι τα είδη εμφανίζονται, παραμένουν για ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και μετά εξαφανίζονται. Έρχονται, βλέπουν και απέρχονται.

Περισσότερα




E.O Wilson – Υπάρχει τελικά ελεύθερη βούληση;

… η ανάγκη των ανθρώπων για μυθοπλασία (confabulation). Ο νους μας αποτελείται από αφηγήσεις ιστοριών. Σε κάθε στιγμή του παρόντος, μια πλημμύρα από πληροφορίες για τον πραγματικό κόσμο γεμίζει τις αισθήσεις μας.

Περισσότερα

Το τέλος της μικρής μας πόλης

Μεγαλωμένος σε οικογένεια λογίων στα Γιάννινα, με παράδοση στην τυπογραφεία, ο Δημήτρης Χατζής τέλειωσε το Γυμνάσιο στη Ζωσιμαία Σχολή και φοίτησε στη Νομική Αθηνών, χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του καθώς αντιμετώπισε οικονομικά προβλήματα.

Περισσότερα

Η ευτυχία είναι η εκδίκησή μου – Μ.Βαμβουνάκη

Ένα πρωινό, νιώθοντας αόριστα καλά, επιθύμησα να φτιάξω ένα μήνυμα και να το στείλω σε όλους τους γνωστούς μου που τα νούμερά τους τα έχω περασμένα στο κινητό μου. Αόριστα καλά ένιωθα!
Περισσότερα

Yuval Noah Harari – Ο Επίκουρος και το δικαίωμα στην ευτυχία

Σε όλη την ιστορία, πολυάριθμοι στοχαστές, προφήτες και απλοί άνθρωποι όρισαν την ευτυχία και όχι την ίδια τη ζωή ως υπέρτατο αγαθό. Στην αρχαία Ελλάδα, ο φιλόσοφος Επίκουρος εξηγούσε ότι η λατρεία των θεών είναι χαμένος χρόνος, ότι δεν υπάρχει ζωή μετά το θάνατο και ότι η ευτυχία είναι ο μοναδικός σκοπός της ζωής.

Περισσότερα

Παίρνουμε ό,τι δίνουμε και βρίσκουμε ό,τι προσδοκάμε ~Μπουσκάλια

Είναι ατυχές, αλλά είναι αλήθεια ότι ζούμε σε έναν κόσμο που κατακλύζεται από ανθρώπους κυνικούς και σκεπτικιστές. Πρόκειται για μια κατηγορία ατόμων που δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να προβάλλουν την ανειλικρίνεια και την ανεντιμότητα που είναι σίγουροι ότι αποτελούν κοινό χαρακτηριστικό όλων των ανθρώπων. Είναι πεπεισμένοι ότι κάθε πράξη καλοσύνης και αγάπης υποκρύπτει κάποια υστεροβουλία.
Περισσότερα

Yuval Noah Harari – Ένα ζώο χωρίς ιδιαίτερη σημασία

Πριν από περίπου 13,5 δισεκατομμύρια χρόνια, σε ένα γεγονός που είναι γνωστό ως η Μεγάλη Έκρηξη, γεννήθηκαν η ύλη, η ενέργεια, ο χρόνος και ο χώρος. Η ιστορία αυτών των θεμελιωδών χαρακτηριστικών του σύμπαντος ονομάζεται Φυσική.

Περισσότερα

Αλμπέρ Καμύ – Ο άνθρωπος είναι το μόνο πλάσμα που αρνείται να είναι αυτό που είναι.

Αν θεωρήσουμε, λοιπόν, το παράλογο ως κανόνα ζωής, είναι αντιφατικό. Τότε, γιατί απορούμε που δεν μας διαθέτει τις αξίες εκείνες οι οποίες θα αποφάσιζαν για μας ως προς τη νομιμότητα του εγκλήματος; Δεν είναι δυνατό, άλλωστε, να στηρίξουμε μια στάση πάνω σε μια προνομιούχα συγκίνηση.

Περισσότερα

Edith Hamilton – Οι Έλληνες δεν θεωρούσαν σωστό νʼ αποστρέψουν τα μάτια απ την αλήθεια

Πολιτισμός…Πόσο έχει κακοπάθει  η λέξη στα χρόνια μας! Πόσο καμιά φορά την μπλέκουμε και την συγχέουμε, με τα τηλέφωνα και τα ραδιόφωνα και τις πλυστικές μηχανές!

Περισσότερα

Φερνάντο Πεσσόα – …ξέχασα και πάλι την ομπρέλα μου και την αξιοπρέπεια της ψυχής μου.

 

Δεν είναι οι σάπιοι τοίχοι του φτηνού μου δωματίου ούτε τα παλιά τραπέζια αυτού του γραφείου ούτε η φτώχεια των παρόδων της συνηθισμένης Κάτω Πόλης, που τις έχω τόσο πολύ διατρέξει, ώστε να μου φαίνεται πια πως έχουν ιδιοποιηθεί την ακινησία του ανεπανόρθωτου, δεν είναι αυτά που φέρνουν στο πνεύμα μου μια συχνή ναυτία, γεννημένη μέσα στην παρακμάζουσα καθημερινότητα της ζωής.

Περισσότερα

Ο Καζαντζάκης στην Αντίμπ

Εφόσον ούτε στην Ελλάδα μπορούσε να επιστρέψει ούτε και στην Αμερική να ταξιδέψει, όπως επιθυμούσε, ο Καζαντζάκης άρχισε να αναζητεί τόπο διαμονής στη Γαλλία. Ο συγγραφέας Θράσος Καστανάκης του πρότεινε μια παραθαλάσσια πόλη στην Κυανή Ακτή, ανάμεσα στις Κάνες και τη Νίκαια. Το όνομά της; Αντίμπ.

Περισσότερα

Οι Έλληνες και το νυχάκι στο δάχτυλο του μικρού χεριού

Το 1890 η Ελλάδα είχε 27 μαθητές στην τελευταία τάξη της μέσης εκπαίδευσης σε κάθε χίλιους κατοίκους, ενώ η Γαλλία είχε 26, η Ρουμανία 15 και οι ΗΠΑ μόνο 11 . Το 1885 σε κάθε 10.000 κατοίκους, το Βέλγιο είχε 9,6 φοιτητές, η Νορβηγία 8,5, η Γερμανία είχε 5,6, η Μεγάλη Βρετανία 4,0, η Ιταλία 3,0 και η Ελλάδα, πρώτη, είχε 10,6 φοιτητές χωρίς να υπολογίσουμε και τους Έλληνες φοιτητές του εξωτερικού.

Περισσότερα

Φρίντριχ Νίτσε – Οι οραματιστές της μελλούμενης ζωής

«Μια φορά ο Ζαρατούστρας έριξε την πλάνη του πέρα από τους ανθρώπους, ωσάν όλους τους οραματιστές της μελλούμενης ζωής. Κι έργο ενός θεού που πάσχει και ψυχοδέρνεται μου φάνταξε τότε ο κόσμος.

Περισσότερα

Εριχ Φρομ – Η σχέση μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου

Μολονότι o άνθρωπος πέτυχε να κυριαρχήσει σε αξιοσημείωτο βαθμό πάνω στη φύση, ή κοινωνία δεν έχει υπό τον έλεγχό της τις δυνάμεις πού αυτή ή ίδια δημιούργησε. Ο ορθολογισμός τού συστήματος παραγωγής, ως προς την τεχνική πλευρά, συνοδεύεται από τον παραλογισμό τού συστήματος μας παραγωγής ως προς την κοινωνική του πλευρά.

Περισσότερα

Robert S. Feldman – Η χρήση του Διαδικτύου στην εφηβεία

Οι μαθητές τον γυμνασίου McClymonds τον Oakland, έχουν μια αποστολή: Σε συνεργασία με τοπικούς εντομολόγους, δημιουργούν ηλεκτρονική συλλογή με τα έντομα της περιοχής. Με το να ανεβάσουν τη «συλλογή» αυτή στον παγκόσμιο ιστό, προσδοκούν να προσφέρουν μια μακροπρόθεσμη πηγή πληροφοριών στην τοπική κοινωνία (Harmon. 1997).

Περισσότερα

F. David Peat, John Briggs – Μια άποψη για το χάος στην καθημερινή μας ζωή

Το 1909 ο Γερμανός κοινωνιολόγος Μαξ Βέμπερ προειδοποίησε: «Είναι φρικτό να σκέπτεται κανείς ότι ο κόσμος κάποια μέρα ίσως να είναι γεμάτος ανθρωπάκια που θα ασχολούνται με τις δουλίτσες τους και θα αγωνίζονται να βρουν κάποιες μεγαλύτερες. […] Λες και ο στόχος μας είναι να γίνουμε άνθρωποι που έχουν ανάγκη να διατάζουν, που γίνονται νευρικοί και δειλοί αν κάποια στιγμή διαταραχτεί αυτή η τάξη, και ανήμποροι αν αποσπαστούν από την ολοκληρωτική τους συγχώνευση σε αυτή».

Περισσότερα

Βιτγκενστάιν – Τα Όρια του Ορθού Λόγου

Tο  1911,  ένας  υπερβολικά  ευαίσθητος,  σπινθηροβόλος  και πλούσιος  νεαρός  αριστοκράτης  από  παλαιά  βιενέζικη  οικο­γένεια,  εμφανίστηκε στο γραφείο του Ράσελ στο Κέμπριτζ. Δεν υ­πάρχει αμφιβολία  ότι  ο Λούντβιγκ  Βιτγκενστάιν  [Ludwig Wittgenstein]  (1889-1951) ήταν ιδιοφυΐα, και ο Ράσελ δεν άργη­σε να συνειδητοποιήσει πως  είχε  διδάξει όλα όσα ήξερε  στον νε­αρό  σπουδαστή  της  Λογικής.

Περισσότερα

Άντον Τσέχοφ – Τα προικιά.

ΕΙΔΑ ΠΟΛΛΑ σπίτια στη ζωή μου, μικρά και μεγάλα, πέτρινα και ξύλινα, παλιά και καινούρια, αλλά ένα σπίτι μου άφησε ιδιαίτερη εντύπωση. Άλλωστε, αυτό δεν ήταν σπίτι αλλά σπιτάκι. Ήτανε πολύ μικρό, μονώροφο, με τρία παράθυρα κι έμοιαζε τρομερά με μικρή καμπουριασμένη γριούλα με μια σκούφια στο κεφάλι…

Ήτανε ασπρισμένο, είχε κεραμίδια στη σκεπή με μια ξεχαρβαλωμένη καπνοδόχο, και βυθιζόταν ανάμεσα στην πρασινάδα – μέσα σε μουριές, ακακίες και λεύκες, που είχαν φυτέψει οι πάπποι και προπάπποι των σημερινών νοικοκυραίων.

Το έχανες πίσω από την πρασινάδα. Αλλά η πυκνή αυτή πρασινάδα δεν το εμποδίζει να είναι μέσα στο σχέδιο πόλεως. Η φαρδιά αυλή του στέκει δίπλα στις άλλες επίσης φαρδιές και καταπράσινες αυλές, και ανήκει στην οδό της Μόσχας. Κανείς ποτέ δεν περνά απ’ αυτόν το δρόμο με τροχοφόρο, ακόμη και οι πεζοί είναι πολύ σπάνιοι.

Τα παραθυρόφυλλα του σπιτιού πάντοτε είναι κλειστά, οι κάτοικοί του δεν χρειάζονται το φως. Τα παράθυρα δεν τ’ ανοίγουν ποτέ γιατί δεν αγαπούν τον καθαρό αέρα. Οι άνθρωποι που όλο τον καιρό ζουν ανάμεσα στις μουριές, στις ακακίες και την πρασινάδα, δεν ενδιαφέρονται για τη φύση. Μόνο στους παραθεριστές έδωσε ο Θεός την ικανότητα ν’ αντιλαμβάνονται τη φυσική ομορφιά της. Οι άλλοι μένουν τυφλοί και άξεστοι μπρος σ’ αυτές τις ομορφιές. Δεν εκτιμούν οι άνθρωποι το θησαυρό τους. Δεν ξέρουμε να φυλάμε εκείνο που έχουμε, ούτε και αγαπάμε εκείνο που έχουμε.

Γύρω από το σπιτάκι ήταν σωστός παράδεισος, όλα καταπράσινα, πουλιά εύθυμα – ενώ μέσα στο σπίτι, αλίμονο! Το καλοκαίρι σκας από τη ζέστη και το χειμώνα καίγεσαι επίσης σα να είσαι μέσα στο μπάνιο, σε πνίγει η μυρουδιά του καπνού και πλήττεις, πλήττεις…

Για πρώτη φορά επισκέφτηκα αυτό το σπίτι, είναι πολύς καιρός τώρα, κατά παραγγελία – έφερνα χαιρετίσματα του νοικοκύρη, του συνταγματάρχη Τσικαμάσωφ στη γυναίκα του και στην κόρη του. Αυτή ήταν η πρώτη μου επίσκεψη και τη θυμάμαι πολύ καλά. Και πώς να μην τη θυμάμαι!

Για φανταστείτε μια μικροκαμωμένη δύσκολη γυναικούλα γύρω στα σαράντα, που σας κοιτάζει με τρόμο και κατάπληξη, την ώρα που εσείς μπαίνετε από το χωλ στη αίθουσα. Είστε «ένας ξένος», «νεαρός» μουσαφίρης – και αυτό αρκεί για να προκαλέσει την έκπληξη και τον τρόμο. Δεν κρατάτε στο χέρι βούρδουλα, ούτε τσεκούρι ή περίστροφο, χαμογελάτε πολύ φιλικά, αλλά σας υποδέχονται ταραγμένοι.

–  Ποιον έχω την τιμή και την ευχαρίστηση να βλέπω; Σας ρωτά με τρεμάμενη φωνή η γυναίκα η οποία, όπως αντιλαμβάνεστε, είναι η κυρία Τσικαμάσωφ.

Λέτε ποιος είστε και ποιος ο σκοπός του ερχομού σας. Ο τρόμος και η πρώτη έκπληξη αμέσως μεταβάλλονται σ’ ένα διαπεραστικό χαρμόσυνο «αχ!» κι ένα παιχνίδισμα των ματιών. Αυτό το «αχ» σαν την ηχώ περνά από το χωλ στην αίθουσα, από την αίθουσα στο σαλόνι, από το σαλόνι στην κουζίνα… μέχρι και αυτής της αποθήκης. Σε λίγο όλο το σπίτι γεμίζει με τα χαρμόσυνα, ποικιλόχρωμα «αχ». Ύστερα από πέντε λεπτά κάθεστε στο σαλόνι, στο μεγάλο, μαλακό, φλογερό ντιβάνι και ακούτε πώς προφέρει αυτό το εγκάρδιο «αχ» όλη η οδός Μόσχας.

Ένιωσα τη μυρουδιά σκόνης για βότρυδες, και παπουτσιών από δέρμα κατσίκας, που έστεκαν δίπλα μου πάνω το τραπέζι, τυλιγμένα μέσα στο μαντήλι. Στα παράθυρα ήταν γλάστρες, γεράνια και κάτι μπερντεδάκια από μουσελίνα. Πάνω στα μπερντεδάκια κάθονταν καλοθρεμμένες μύγες. Στον τοίχο ήταν η προσωπογραφία κάποιου δεσπότη, λαδομπογιά, σκεπασμένη με γυαλί που ήταν σπασμένο σε μια γωνία. Μετά τον δεσπότη ακολουθούσαν διάφοροι πρόγονοι με κίτρινες σαν το λεμόνι τσιγγάνικες φυσιογνωμίες. Πάνω στο τραπέζι έστεκε μια δαχτυλήθρα, ένα καρούλι κλωστή, μια πεταγμένη κάλτσα, πάνω στο πάτωμα κάτι αχνάρια και μια μαύρη μπλούζα με τρυπώματα.

Στο διπλανό δωμάτιο δυο αναστατωμένες γριούλες αρπάζουν βιαστικά από το πάτωμα τ’ αχνάρια κι ένα κομμάτι ύφασμα…

—Να μας συγχωρείτε, βρισκόμαστε σε μεγάλη ακαταστασία! Είπε η Τσικαμάσοβα.

Η Τσικαμάσοβα μιλούσε μαζί μου και ντροπαλά κοίταζε προς το μέρος της πόρτας.

Και ακούστηκε πίσω από την πόρτα μια γυναικεία φωνή η οποία έλεγε γαλλικά με μερικά λάθη:

-Πού είναι ο γραβάτος μου (λάθος) τον οποίον μου έστειλε ο πατέρας μου από το Κιουρσκ;

-Αχ, Μαρία, απάντησε γαλλικά η κυρία, βρίσκεται εδώ ένας άνθρωπος πολύ ολίγον γνωστός… καλύτερα ρώτα τη Λουκέρια…

Και διάβασα στα μάτια της Τσικαμάσοβας που είχε κοκκινίσει από ευχαρίστηση: «Και όμως τι ωραία που τα μιλάμε εμείς τα γαλλικά!»

Σε λίγο άνοιξε η πόρτα, και είδα μια ψηλή ξερακιανή κόρη, ως δεκαεννιά χρονών, μ’ ένα μακρύ φουστάνι από μουσελίνα και χρυσή ζώνη όπου ήταν κρεμασμένο, το θυμάμαι, ένα ριπίδι από ελεφαντόδοντο. Μπήκε μέσα, κάθισε και κοκκίνισε.

Στην αρχή κοκκίνισε η μακριά μύτη της, πειραγμένη λίγο από την ευλογιά, ύστερα η κοκκινάδα ανέβηκε στα μάτια και στους κροτάφους.

-Η κόρη μου! Είπε με τραγουδιστή φωνή η Τσικαμάσοβα, και αυτός εδώ ο νεαρός είναι, Μάνετσκα, που…

Συοτήθηκα κι εξέφρασα την έκπληξή μου για τα πολλά αχνάρια. Η μητέρα και η κόρη κατέβασαν τα μάτια.

-Της Αναλήψεως είχαμε εμποροπανήγυρη, είπε η μητέρα. Εμείς πάντοτε στην εμποροπανήγυρη αγοράζουμε υφάσματα και ράβουμε ολόκληρη τη χρονιά, ως την ερχόμενη εμποροπανήγυρη. Ποτέ δεν δίνουμε έξω να μας ράψουν. Ο σύζυγός μου, ο Πιοτρ Στεπάνιτς, δεν κερδίζει και πολλά και δεν επιτρέπεται να κάνουμε λούσα. Αναγκαζόμαστε να τα ράβουμε μόνες μας.

-Αλλά ποιος τα φορεί τόσα πολλά; Εσείς είστε μόνο δύο.

-Αχ… μήπως είναι δυνατό να τα φορέσει κανείς όλα αυτά! Αυτά είναι για τα προικιά!

-Αχ, μαμά, τι λες; Είπε η κόρη και κοκκίνισε. Πράγματι μπορεί να το πιστέψει ο κύριος. Εγώ ποτέ μου δεν θα παντρευτώ! Ποτέ!

Το είπε, αλλά στη λέξη «παντρευτώ» άναψαν τα μάτια της. Σέρβιραν τσάι, παξιμάδια, γλυκό του κουταλιού, βούτυρο και ύστερα πρόσφεραν σμέουρα με καϊμάκι. Στις εφτά το βράδυ πρόσφεραν δείπνο από έξι φαγητά, και την ώρα του φαγητού άκουσα ένα πολύ δυνατό χασμουρητό. Κάποιος χασμουρήθηκε δυνατά από το γειτονικό δωμάτιο. Κατάπληκτος κοίταξα στην πόρτα: μόνον άντρα μπορεί να χασμουρηθεί έτσι.

-Είναι ο αδελφός του Πιότρ Σεμιόνιτς, ο Εγκόρ Σεμιόνιτς… εξήγησε η Τσικαμάσοβα όταν είδε την έκπληξή μου. Ζει μαζί μας από πέρσι. Να τον συγχωρέσετε που δεν παρουσιάστηκε. Είναι λίγο αγρίμι… ντρέπεται τους άλλους… Είναι για να μπει σε μοναστήρι… Τον αδίκησαν στην υπηρεσία… Και τώρα από το κακό του…

Μετά το δείπνο η Τσικαμάσοβα μου έδειξε το πετραχήλι που κέντησε με τα χέρια του ο Εγκόρ Σεμιόνιτς για να το δωρίσει στην εκκλησία. Η Μάνετσκα άφησε προς στιγμή τις ντροπές και μου έδειξε μια σακούλα, που μόνη της κέντησε για τον πατέρα. Όταν προσποιήθηκα πως μου έκανε εντύπωση η εργασία της, κοκκίνισε και κάτι ψιθύρισε στο αυτί της μητέρας της. Η μητέρα έλαμψε κι μου πρότεινε να πάμε στην αποθήκη. Εκεί είδα πέντε μεγάλα σεντούκια και πολλά άλλα μικρότερα σεντούκια και κιβώτια.

-Αυτά είναι τα προικιά! Μου ψιθύρισε η μητέρα. Τα ράψαμε μα τα χέρια μας.

Αφού είδα και αυτά τα σεντούκια, αποχαιρέτισα τους φιλόξενους οικοδεσπότες. Και τους έδωσα το λόγο μου, σύμφωνα με την επιθυμία τους, ότι θα ξανάρθω και άλλη φορά.

Αυτό το λόγο μου τον κράτησα ύστερα από εφτά χρόνια μετά την πρώτη μου επίσκεψη, όταν μ’ έστειλαν σε κείνη την κωμόπολη σαν εμπειρογνώμονα για κάποια δίκη. Όταν ξαναπήγα στο μικρό εκείνο σπιτάκι άκουσα πάλι τα ίδια αχ και βαχ… Με γνώρισαν… Αυτό μας έλειπε! Η πρώτη μου επίσκεψη ήταν αληθινό γεγονός στη ζωή τους και όταν τα γεγονότα είναι σπάνια δεν τα ξεχνά κανείς εύκολα, αλλά τα θυμάται επί πολύν καιρό.

Όταν μπήκα στο σαλόνι, είδα τη μητέρα που είχε παχύνει περισσότερο και τα μαλλιά της ήτανε πια γκρίζα, να σέρνεται στο πάτωμα για να κόψει κάποιο μπλε ύφασμα… Η κόρη καθότανε στο ντιβάνι και κεντούσε. Τα ίδια αχνάρια, η ίδια μυρουδιά της σκόνης για τις βότρυδες, το ίδιο πορτραίτο με το γυαλί το σπασμένο στην άκρη.

Υπήρξαν όμως και μερικές αλλαγές. Κοντά στην προσωπογραφία του δεσπότη κρεμόταν η προσωπογραφία του Πιοτρ Σεμιόνιτς και οι κυρίες φορούσαν πένθος. Ο Πιοτρ Σεμιόνιτς είχε πεθάνει μια βδομάδα μετά τον προβιβασμό του σε στρατηγό. Αρχισαν οι αναμνήσεις… Η στρατηγίνα έκλαψε λίγο.

-Μεγάλη η συμφορά μας! Είπε. Ο Πιοτρ Σεμιόνιτς που ξέρατε, δεν υπάρχει πλέον. Ορφανέψαμε εγώ και κείνη και πρέπει μόνες να φροντίζουμε για όλα. Ο Εγκόρ Σεμιόνιτς ζει, αλλά δεν μπορούμε να πούμε τίποτα καλό γι’ αυτόν. Στο μοναστήρι δεν τον δέχτηκαν εξαιτίας… εξαιτίας των οινοπνευματωδών ποτών που έπινε. Και τώρα πίνει ακόμη περισσότερο από τον καημό του.

Θέλω να πάω στον πρόεδρο του συλλόγου μας, των ευγενών, για να κάνω τα παράπονά μας. Για φανταστείτε, αρκετές φορές άνοιξε τα σεντούκια, πήρε διάφορα πράγματα από τα προικιά της Μάνετσκας και τα μοίρασε στους οδοιπόρους καλόγερους που γυρίζουν από μοναστήρι σε μοναστήρι. Δυο σεντούκια τ’ άδειασε ολωσδιόλου! Αν αυτό συνεχιστεί, η καλή μου Μάνετσκα θα μείνει χωρίς προίκα.

-Τι λέτε, μαμά; Είπε η Μάνετσκα και ντράπηκε. Ποιος ξέρει τι μπορεί να φανταστεί ο κύριος… Εγώ ποτέ μου, ποτέ μου δεν θα παντρευτώ!

Η Μάνετσκα με έκσταση κι ελπίδα κοίταζε στο ταβάνι και ήταν φανερό πως δεν πίστευε σε κείνα που έλεγε.

Στο χωλ πέρασε και χάθηκε μια μικρή ανδρική σιλουέτα, με μεγάλη φαλάκρα και με μια καφετιά ρεντιγκότα. Φορούσε γαλότσες αντί παπούτσια και στο πέρασμά του ακούστηκε ένα θρόισμα λες κι ήτανε ποντικός.

«Ασφαλώς θα είναι ο Εγκόρ Σεμιόνιτς», σκέφτηκα εγώ.

Κοίταζα τη μάνα και την κόρη: είχανε γεράσει και καταβληθεί και οι δυο. Το κεφάλι της μητέρας είχε ασπρίσει, και η κόρη είχε μαραθεί, χλώμιασε. Θα ‘λεγες πως η μητέρα περνούσε την κόρη μόλις πέντε χρόνια.

-Ετοιμάζομαι να πάω στον πρόεδρο, μου είπε η γριά ξεχνώντας πως μου είχε ξαναμιλήσει γι αυτό. Θέλω να διαμαρτυρηθώ! Ο Εγκόρ Σεμιόνιτς μας τα ξεσηκώνει όλα όσα ράβουμε, και κάπου τα χαρίζει για να σώσει την ψυχή του. Η Μάνετσκα έμεινε χωρίς προίκα!

Η Μάνετσκα κοκκίνισε αλλά δεν έβγαλε μιλιά.

-Θα αναγκαστούμε να τα ράψουμε όλα από την αρχή, και ο Θεός ξέρει πως δεν είμαστε πλούσιες! Είμαστε ορφανές και οι δυο!

-Είμαστε ορφανές! Επανέλαβε η Μάνετσκα.

Πέρυσι, έτσι τα ‘φερε η τύχη και ξαναπήγα στο γνωστό σπιτάκι. Μπαίνοντας στο σαλόνι, είδα τη γριά Τσικαμάσοβα. Ήταν ντυμένη στα μαύρα, με κρέπια, καθότανε στο ντιβάνι και κάτι έραβε. Δίπλα της καθόταν ένα γεροντάκι με καφετιά ρεντιγκότα κα αντί παπούτσια φορούσε γαλότσες. Αμα με είδε ο γέρος πετάχτηκε κι έφυγε τρεχάτος από το σαλόνι.

Απαντώντας στο χαιρετισμό μου η γριά χαμογέλασε και είπε γαλλικά:

-Είμαι γοητευμένη που σας ξαναβλέπω, κύριε.

-Τι ράβετε; τη ρώτησα σε λίγο.

-Ένα πουκαμισάκι, μου είπε ρωσικά. Θα το ράψω και θα το πάω στον ιερέα να το κρύψει, διαφορετικά θα μας το πάρει ο Εγκόρ Σεμιόνιτς. Τώρα εγώ όλα τα κρύβω στον παπά, μου είπε ψιθυρίζοντας.

Και ρίχνοντας μια ματιά στο πορτραίτο της κόρης, που έστεκε στο τραπέζι, αναστέναξε και είπε!

-Είμαστε πεντάρφανες!

Και πού είναι η κόρη; Που είναι η Μάνετσκα; Δε ρώτησα. Δεν ήθελα να ρωτήσω τη γριά που ήταν βουτηγμένη στο πένθος, και όλο τον καιρό που καθόμουν στο μικρό σπιτάκι ώσπου έφυγα, η Μάνετσκα δεν παρουσιάστηκε. Δεν άκουσα ούτε τη φωνή της ούτε τα ήσυχα δειλά της βήματα… Το πράγμα ήταν ολοφάνερο, και ήταν τόση η θλίψη που πίεζε την ψυχή μου.

***

by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Nα βλέπεις τη ζωή όπως είναι και όχι όπως θα έπρεπε να είναι. – Μιγκέλ ντε Θερβάντες

Καρράσκο: “Αν εσύ είσαι τρελλός, εγώ δε θα σ΄αφήσω να τρελάνεις κι εμάς. Τη ζωή πρέπει να τη βλέπουμε όπως είναι πραγματικά.”

Θερβάντες: “Όπως πραγματικά είναι…

 Ξέρεις πόσα χρόνια περιπλανιέμαι στην πραγματικότητά σας; Περισσότερα

Stephen Hawking – Τι είναι πραγματικότητα;

O Stephen Hawking πέθανε τις πρώτες πρωινές ώρες σε ηλικία 76 ετών. “Δεν υπάρχει Παράδεισος ή μεταθανάτια ζωή για χαλασμένα κομπιούτερ. Πρόκειται για ένα παραμύθι που απευθύνεται σε ανθρώπους που φοβούνται το σκοτάδι».  Ας διαβάσουμε ένα απόσπασμα από το βιβλίο του: “Το Μεγάλο Σχέδιο” για τη φύση της πραγματικότητας;. Περισσότερα

Ο Λιαντίνης για την Ελένη του Σεφέρη

Η Ελένη είναι το κατ’ εξοχήν φιλοσοφικό ποίημα του Σεφέρη. Χωρίς νά ’χει την αυστηρή διάταξη του Ο βασιλιάς της Ασίνης, ή του Ένας γέροντας στην ακροποταμιά. Εν τούτοις αγγίζει εκείνο το αμίαντο σχήμα που, για το ζωντανό πνεύμα της Ελλάδας μέσα στην κατεβασιά των χιλιετιών της, υπήρξε ο άρραφος χιτώνας της.

Περισσότερα

Ν. Καζαντζάκης: «Η μητέρα μου, η γαζία και το καναρίνι

«Οι ώρες που περνούσα με τη μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος μου να γεμίζει και να χορταίνει, σαν να ‘ταν ο αγέρας ανάμεσά μας γάλα και βύζαινα.
Περισσότερα

Matt Ridley – H Ορθολογική αισιοδοξία και τα μυαλά που ζευγαρώνουν

Το να ισχυρίζεται κανείς ότι η φύση του ανθρώπου δεν έχει αλλάξει, αλλά ο ανθρώπινος πολιτισµός έχει, δεν σηµαίνει πως απορρίπτει την εξέλιξη – ακριβώς το αντίθετο.

Περισσότερα

Ο μύθος της δεμένης οικογένειας

Αρκετές φορές η καχυποψία και η δυσπιστία εμπεριέχουν τον τρόμο μήπως αφεθούμε έρμαια στη φαντασιωσική παντοδύναμη μητέρα (κοινωνία, κράτος, εξουσία, σύντροφο, θεότητα, θεραπεία κλπ.)

Περισσότερα