Κατηγορία -Διδακτικές ιστορίες και μύθοι

Ιστορία

Είμαι το συναίσθημα της απόρριψης… για τον εαυτό σου – Χόρχε Μπουκάι

«Εγώ σου έφερα τα συναισθήματα της ντροπής, σου έδειξα όλα τα μειονεκτήματα σου, τις ασχήμιες σου, τις ανοησίες σου, τα δυσάρεστα όλα. Εγώ σου κρέμασα την ταμπέλα «διαφορετικός» όταν σου είπα για πρώτη φορά στο αφτί ότι κάτι δεν πήγαινε εντελώς καλά σ’ εσένα (…).
Περισσότερα




Το τέλος της μικρής μας πόλης

Μεγαλωμένος σε οικογένεια λογίων στα Γιάννινα, με παράδοση στην τυπογραφεία, ο Δημήτρης Χατζής τέλειωσε το Γυμνάσιο στη Ζωσιμαία Σχολή και φοίτησε στη Νομική Αθηνών, χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του καθώς αντιμετώπισε οικονομικά προβλήματα.

Περισσότερα




Ο μύθος της Αμυγδαλιάς που εξηγεί πως έγινε σύμβολο της ελπίδας

Ήταν κάποτε στη Θράκη, μια πανέμορφη πριγκίπισσα, η Φυλλίς, η οποία ερωτεύτηκε το γιο του Θησέα, τον Δημοφώντα. Οι δύο νέοι γνωρίστηκαν όταν το καράβι του νεαρού Αθηναίου Δημοφώντα επέστρεφε από την Τροία. Περισσότερα




Οι Έλληνες και το νυχάκι στο δάχτυλο του μικρού χεριού

Το 1890 η Ελλάδα είχε 27 μαθητές στην τελευταία τάξη της μέσης εκπαίδευσης σε κάθε χίλιους κατοίκους, ενώ η Γαλλία είχε 26, η Ρουμανία 15 και οι ΗΠΑ μόνο 11 . Το 1885 σε κάθε 10.000 κατοίκους, το Βέλγιο είχε 9,6 φοιτητές, η Νορβηγία 8,5, η Γερμανία είχε 5,6, η Μεγάλη Βρετανία 4,0, η Ιταλία 3,0 και η Ελλάδα, πρώτη, είχε 10,6 φοιτητές χωρίς να υπολογίσουμε και τους Έλληνες φοιτητές του εξωτερικού.

Περισσότερα







Άγδιστη – Μια ερμαφρόδιτη στην Ελληνική μυθολογία

 

Ο μύθος της Άγδιστης είναι μια ανατολίτικη ιστορία, που προέρχεται από την Πεσσινούντα, τη χώρα της Μεγάλης Μητέρας των θεών (της Κυβέλης)· μας την αφηγείται ο Παυσανίας.

Περισσότερα




Άντον Τσέχοφ – Τα προικιά.

ΕΙΔΑ ΠΟΛΛΑ σπίτια στη ζωή μου, μικρά και μεγάλα, πέτρινα και ξύλινα, παλιά και καινούρια, αλλά ένα σπίτι μου άφησε ιδιαίτερη εντύπωση. Άλλωστε, αυτό δεν ήταν σπίτι αλλά σπιτάκι. Ήτανε πολύ μικρό, μονώροφο, με τρία παράθυρα κι έμοιαζε τρομερά με μικρή καμπουριασμένη γριούλα με μια σκούφια στο κεφάλι…

Ήτανε ασπρισμένο, είχε κεραμίδια στη σκεπή με μια ξεχαρβαλωμένη καπνοδόχο, και βυθιζόταν ανάμεσα στην πρασινάδα – μέσα σε μουριές, ακακίες και λεύκες, που είχαν φυτέψει οι πάπποι και προπάπποι των σημερινών νοικοκυραίων.

Το έχανες πίσω από την πρασινάδα. Αλλά η πυκνή αυτή πρασινάδα δεν το εμποδίζει να είναι μέσα στο σχέδιο πόλεως. Η φαρδιά αυλή του στέκει δίπλα στις άλλες επίσης φαρδιές και καταπράσινες αυλές, και ανήκει στην οδό της Μόσχας. Κανείς ποτέ δεν περνά απ’ αυτόν το δρόμο με τροχοφόρο, ακόμη και οι πεζοί είναι πολύ σπάνιοι.

Τα παραθυρόφυλλα του σπιτιού πάντοτε είναι κλειστά, οι κάτοικοί του δεν χρειάζονται το φως. Τα παράθυρα δεν τ’ ανοίγουν ποτέ γιατί δεν αγαπούν τον καθαρό αέρα. Οι άνθρωποι που όλο τον καιρό ζουν ανάμεσα στις μουριές, στις ακακίες και την πρασινάδα, δεν ενδιαφέρονται για τη φύση. Μόνο στους παραθεριστές έδωσε ο Θεός την ικανότητα ν’ αντιλαμβάνονται τη φυσική ομορφιά της. Οι άλλοι μένουν τυφλοί και άξεστοι μπρος σ’ αυτές τις ομορφιές. Δεν εκτιμούν οι άνθρωποι το θησαυρό τους. Δεν ξέρουμε να φυλάμε εκείνο που έχουμε, ούτε και αγαπάμε εκείνο που έχουμε.

Γύρω από το σπιτάκι ήταν σωστός παράδεισος, όλα καταπράσινα, πουλιά εύθυμα – ενώ μέσα στο σπίτι, αλίμονο! Το καλοκαίρι σκας από τη ζέστη και το χειμώνα καίγεσαι επίσης σα να είσαι μέσα στο μπάνιο, σε πνίγει η μυρουδιά του καπνού και πλήττεις, πλήττεις…

Για πρώτη φορά επισκέφτηκα αυτό το σπίτι, είναι πολύς καιρός τώρα, κατά παραγγελία – έφερνα χαιρετίσματα του νοικοκύρη, του συνταγματάρχη Τσικαμάσωφ στη γυναίκα του και στην κόρη του. Αυτή ήταν η πρώτη μου επίσκεψη και τη θυμάμαι πολύ καλά. Και πώς να μην τη θυμάμαι!

Για φανταστείτε μια μικροκαμωμένη δύσκολη γυναικούλα γύρω στα σαράντα, που σας κοιτάζει με τρόμο και κατάπληξη, την ώρα που εσείς μπαίνετε από το χωλ στη αίθουσα. Είστε «ένας ξένος», «νεαρός» μουσαφίρης – και αυτό αρκεί για να προκαλέσει την έκπληξη και τον τρόμο. Δεν κρατάτε στο χέρι βούρδουλα, ούτε τσεκούρι ή περίστροφο, χαμογελάτε πολύ φιλικά, αλλά σας υποδέχονται ταραγμένοι.

–  Ποιον έχω την τιμή και την ευχαρίστηση να βλέπω; Σας ρωτά με τρεμάμενη φωνή η γυναίκα η οποία, όπως αντιλαμβάνεστε, είναι η κυρία Τσικαμάσωφ.

Λέτε ποιος είστε και ποιος ο σκοπός του ερχομού σας. Ο τρόμος και η πρώτη έκπληξη αμέσως μεταβάλλονται σ’ ένα διαπεραστικό χαρμόσυνο «αχ!» κι ένα παιχνίδισμα των ματιών. Αυτό το «αχ» σαν την ηχώ περνά από το χωλ στην αίθουσα, από την αίθουσα στο σαλόνι, από το σαλόνι στην κουζίνα… μέχρι και αυτής της αποθήκης. Σε λίγο όλο το σπίτι γεμίζει με τα χαρμόσυνα, ποικιλόχρωμα «αχ». Ύστερα από πέντε λεπτά κάθεστε στο σαλόνι, στο μεγάλο, μαλακό, φλογερό ντιβάνι και ακούτε πώς προφέρει αυτό το εγκάρδιο «αχ» όλη η οδός Μόσχας.

Ένιωσα τη μυρουδιά σκόνης για βότρυδες, και παπουτσιών από δέρμα κατσίκας, που έστεκαν δίπλα μου πάνω το τραπέζι, τυλιγμένα μέσα στο μαντήλι. Στα παράθυρα ήταν γλάστρες, γεράνια και κάτι μπερντεδάκια από μουσελίνα. Πάνω στα μπερντεδάκια κάθονταν καλοθρεμμένες μύγες. Στον τοίχο ήταν η προσωπογραφία κάποιου δεσπότη, λαδομπογιά, σκεπασμένη με γυαλί που ήταν σπασμένο σε μια γωνία. Μετά τον δεσπότη ακολουθούσαν διάφοροι πρόγονοι με κίτρινες σαν το λεμόνι τσιγγάνικες φυσιογνωμίες. Πάνω στο τραπέζι έστεκε μια δαχτυλήθρα, ένα καρούλι κλωστή, μια πεταγμένη κάλτσα, πάνω στο πάτωμα κάτι αχνάρια και μια μαύρη μπλούζα με τρυπώματα.

Στο διπλανό δωμάτιο δυο αναστατωμένες γριούλες αρπάζουν βιαστικά από το πάτωμα τ’ αχνάρια κι ένα κομμάτι ύφασμα…

—Να μας συγχωρείτε, βρισκόμαστε σε μεγάλη ακαταστασία! Είπε η Τσικαμάσοβα.

Η Τσικαμάσοβα μιλούσε μαζί μου και ντροπαλά κοίταζε προς το μέρος της πόρτας.

Και ακούστηκε πίσω από την πόρτα μια γυναικεία φωνή η οποία έλεγε γαλλικά με μερικά λάθη:

-Πού είναι ο γραβάτος μου (λάθος) τον οποίον μου έστειλε ο πατέρας μου από το Κιουρσκ;

-Αχ, Μαρία, απάντησε γαλλικά η κυρία, βρίσκεται εδώ ένας άνθρωπος πολύ ολίγον γνωστός… καλύτερα ρώτα τη Λουκέρια…

Και διάβασα στα μάτια της Τσικαμάσοβας που είχε κοκκινίσει από ευχαρίστηση: «Και όμως τι ωραία που τα μιλάμε εμείς τα γαλλικά!»

Σε λίγο άνοιξε η πόρτα, και είδα μια ψηλή ξερακιανή κόρη, ως δεκαεννιά χρονών, μ’ ένα μακρύ φουστάνι από μουσελίνα και χρυσή ζώνη όπου ήταν κρεμασμένο, το θυμάμαι, ένα ριπίδι από ελεφαντόδοντο. Μπήκε μέσα, κάθισε και κοκκίνισε.

Στην αρχή κοκκίνισε η μακριά μύτη της, πειραγμένη λίγο από την ευλογιά, ύστερα η κοκκινάδα ανέβηκε στα μάτια και στους κροτάφους.

-Η κόρη μου! Είπε με τραγουδιστή φωνή η Τσικαμάσοβα, και αυτός εδώ ο νεαρός είναι, Μάνετσκα, που…

Συοτήθηκα κι εξέφρασα την έκπληξή μου για τα πολλά αχνάρια. Η μητέρα και η κόρη κατέβασαν τα μάτια.

-Της Αναλήψεως είχαμε εμποροπανήγυρη, είπε η μητέρα. Εμείς πάντοτε στην εμποροπανήγυρη αγοράζουμε υφάσματα και ράβουμε ολόκληρη τη χρονιά, ως την ερχόμενη εμποροπανήγυρη. Ποτέ δεν δίνουμε έξω να μας ράψουν. Ο σύζυγός μου, ο Πιοτρ Στεπάνιτς, δεν κερδίζει και πολλά και δεν επιτρέπεται να κάνουμε λούσα. Αναγκαζόμαστε να τα ράβουμε μόνες μας.

-Αλλά ποιος τα φορεί τόσα πολλά; Εσείς είστε μόνο δύο.

-Αχ… μήπως είναι δυνατό να τα φορέσει κανείς όλα αυτά! Αυτά είναι για τα προικιά!

-Αχ, μαμά, τι λες; Είπε η κόρη και κοκκίνισε. Πράγματι μπορεί να το πιστέψει ο κύριος. Εγώ ποτέ μου δεν θα παντρευτώ! Ποτέ!

Το είπε, αλλά στη λέξη «παντρευτώ» άναψαν τα μάτια της. Σέρβιραν τσάι, παξιμάδια, γλυκό του κουταλιού, βούτυρο και ύστερα πρόσφεραν σμέουρα με καϊμάκι. Στις εφτά το βράδυ πρόσφεραν δείπνο από έξι φαγητά, και την ώρα του φαγητού άκουσα ένα πολύ δυνατό χασμουρητό. Κάποιος χασμουρήθηκε δυνατά από το γειτονικό δωμάτιο. Κατάπληκτος κοίταξα στην πόρτα: μόνον άντρα μπορεί να χασμουρηθεί έτσι.

-Είναι ο αδελφός του Πιότρ Σεμιόνιτς, ο Εγκόρ Σεμιόνιτς… εξήγησε η Τσικαμάσοβα όταν είδε την έκπληξή μου. Ζει μαζί μας από πέρσι. Να τον συγχωρέσετε που δεν παρουσιάστηκε. Είναι λίγο αγρίμι… ντρέπεται τους άλλους… Είναι για να μπει σε μοναστήρι… Τον αδίκησαν στην υπηρεσία… Και τώρα από το κακό του…

Μετά το δείπνο η Τσικαμάσοβα μου έδειξε το πετραχήλι που κέντησε με τα χέρια του ο Εγκόρ Σεμιόνιτς για να το δωρίσει στην εκκλησία. Η Μάνετσκα άφησε προς στιγμή τις ντροπές και μου έδειξε μια σακούλα, που μόνη της κέντησε για τον πατέρα. Όταν προσποιήθηκα πως μου έκανε εντύπωση η εργασία της, κοκκίνισε και κάτι ψιθύρισε στο αυτί της μητέρας της. Η μητέρα έλαμψε κι μου πρότεινε να πάμε στην αποθήκη. Εκεί είδα πέντε μεγάλα σεντούκια και πολλά άλλα μικρότερα σεντούκια και κιβώτια.

-Αυτά είναι τα προικιά! Μου ψιθύρισε η μητέρα. Τα ράψαμε μα τα χέρια μας.

Αφού είδα και αυτά τα σεντούκια, αποχαιρέτισα τους φιλόξενους οικοδεσπότες. Και τους έδωσα το λόγο μου, σύμφωνα με την επιθυμία τους, ότι θα ξανάρθω και άλλη φορά.

Αυτό το λόγο μου τον κράτησα ύστερα από εφτά χρόνια μετά την πρώτη μου επίσκεψη, όταν μ’ έστειλαν σε κείνη την κωμόπολη σαν εμπειρογνώμονα για κάποια δίκη. Όταν ξαναπήγα στο μικρό εκείνο σπιτάκι άκουσα πάλι τα ίδια αχ και βαχ… Με γνώρισαν… Αυτό μας έλειπε! Η πρώτη μου επίσκεψη ήταν αληθινό γεγονός στη ζωή τους και όταν τα γεγονότα είναι σπάνια δεν τα ξεχνά κανείς εύκολα, αλλά τα θυμάται επί πολύν καιρό.

Όταν μπήκα στο σαλόνι, είδα τη μητέρα που είχε παχύνει περισσότερο και τα μαλλιά της ήτανε πια γκρίζα, να σέρνεται στο πάτωμα για να κόψει κάποιο μπλε ύφασμα… Η κόρη καθότανε στο ντιβάνι και κεντούσε. Τα ίδια αχνάρια, η ίδια μυρουδιά της σκόνης για τις βότρυδες, το ίδιο πορτραίτο με το γυαλί το σπασμένο στην άκρη.

Υπήρξαν όμως και μερικές αλλαγές. Κοντά στην προσωπογραφία του δεσπότη κρεμόταν η προσωπογραφία του Πιοτρ Σεμιόνιτς και οι κυρίες φορούσαν πένθος. Ο Πιοτρ Σεμιόνιτς είχε πεθάνει μια βδομάδα μετά τον προβιβασμό του σε στρατηγό. Αρχισαν οι αναμνήσεις… Η στρατηγίνα έκλαψε λίγο.

-Μεγάλη η συμφορά μας! Είπε. Ο Πιοτρ Σεμιόνιτς που ξέρατε, δεν υπάρχει πλέον. Ορφανέψαμε εγώ και κείνη και πρέπει μόνες να φροντίζουμε για όλα. Ο Εγκόρ Σεμιόνιτς ζει, αλλά δεν μπορούμε να πούμε τίποτα καλό γι’ αυτόν. Στο μοναστήρι δεν τον δέχτηκαν εξαιτίας… εξαιτίας των οινοπνευματωδών ποτών που έπινε. Και τώρα πίνει ακόμη περισσότερο από τον καημό του.

Θέλω να πάω στον πρόεδρο του συλλόγου μας, των ευγενών, για να κάνω τα παράπονά μας. Για φανταστείτε, αρκετές φορές άνοιξε τα σεντούκια, πήρε διάφορα πράγματα από τα προικιά της Μάνετσκας και τα μοίρασε στους οδοιπόρους καλόγερους που γυρίζουν από μοναστήρι σε μοναστήρι. Δυο σεντούκια τ’ άδειασε ολωσδιόλου! Αν αυτό συνεχιστεί, η καλή μου Μάνετσκα θα μείνει χωρίς προίκα.

-Τι λέτε, μαμά; Είπε η Μάνετσκα και ντράπηκε. Ποιος ξέρει τι μπορεί να φανταστεί ο κύριος… Εγώ ποτέ μου, ποτέ μου δεν θα παντρευτώ!

Η Μάνετσκα με έκσταση κι ελπίδα κοίταζε στο ταβάνι και ήταν φανερό πως δεν πίστευε σε κείνα που έλεγε.

Στο χωλ πέρασε και χάθηκε μια μικρή ανδρική σιλουέτα, με μεγάλη φαλάκρα και με μια καφετιά ρεντιγκότα. Φορούσε γαλότσες αντί παπούτσια και στο πέρασμά του ακούστηκε ένα θρόισμα λες κι ήτανε ποντικός.

«Ασφαλώς θα είναι ο Εγκόρ Σεμιόνιτς», σκέφτηκα εγώ.

Κοίταζα τη μάνα και την κόρη: είχανε γεράσει και καταβληθεί και οι δυο. Το κεφάλι της μητέρας είχε ασπρίσει, και η κόρη είχε μαραθεί, χλώμιασε. Θα ‘λεγες πως η μητέρα περνούσε την κόρη μόλις πέντε χρόνια.

-Ετοιμάζομαι να πάω στον πρόεδρο, μου είπε η γριά ξεχνώντας πως μου είχε ξαναμιλήσει γι αυτό. Θέλω να διαμαρτυρηθώ! Ο Εγκόρ Σεμιόνιτς μας τα ξεσηκώνει όλα όσα ράβουμε, και κάπου τα χαρίζει για να σώσει την ψυχή του. Η Μάνετσκα έμεινε χωρίς προίκα!

Η Μάνετσκα κοκκίνισε αλλά δεν έβγαλε μιλιά.

-Θα αναγκαστούμε να τα ράψουμε όλα από την αρχή, και ο Θεός ξέρει πως δεν είμαστε πλούσιες! Είμαστε ορφανές και οι δυο!

-Είμαστε ορφανές! Επανέλαβε η Μάνετσκα.

Πέρυσι, έτσι τα ‘φερε η τύχη και ξαναπήγα στο γνωστό σπιτάκι. Μπαίνοντας στο σαλόνι, είδα τη γριά Τσικαμάσοβα. Ήταν ντυμένη στα μαύρα, με κρέπια, καθότανε στο ντιβάνι και κάτι έραβε. Δίπλα της καθόταν ένα γεροντάκι με καφετιά ρεντιγκότα κα αντί παπούτσια φορούσε γαλότσες. Αμα με είδε ο γέρος πετάχτηκε κι έφυγε τρεχάτος από το σαλόνι.

Απαντώντας στο χαιρετισμό μου η γριά χαμογέλασε και είπε γαλλικά:

-Είμαι γοητευμένη που σας ξαναβλέπω, κύριε.

-Τι ράβετε; τη ρώτησα σε λίγο.

-Ένα πουκαμισάκι, μου είπε ρωσικά. Θα το ράψω και θα το πάω στον ιερέα να το κρύψει, διαφορετικά θα μας το πάρει ο Εγκόρ Σεμιόνιτς. Τώρα εγώ όλα τα κρύβω στον παπά, μου είπε ψιθυρίζοντας.

Και ρίχνοντας μια ματιά στο πορτραίτο της κόρης, που έστεκε στο τραπέζι, αναστέναξε και είπε!

-Είμαστε πεντάρφανες!

Και πού είναι η κόρη; Που είναι η Μάνετσκα; Δε ρώτησα. Δεν ήθελα να ρωτήσω τη γριά που ήταν βουτηγμένη στο πένθος, και όλο τον καιρό που καθόμουν στο μικρό σπιτάκι ώσπου έφυγα, η Μάνετσκα δεν παρουσιάστηκε. Δεν άκουσα ούτε τη φωνή της ούτε τα ήσυχα δειλά της βήματα… Το πράγμα ήταν ολοφάνερο, και ήταν τόση η θλίψη που πίεζε την ψυχή μου.

***

by Αντικλείδι , http://antikleidi.com




Μενέλαος Λουντέμης – Το κορίτσι με το φεγγάρι στο χέρι

Το θυμότανε. Πάντα. Δυνατά. Τις μέρες και τις νύχτες. Σαν «όνειρο», σα  μοσκοβολιά, κι έλεγε…—το ’λεγε όλες τις στιγμές, και το παράγγελνε με πάθος στον εαυτό του— αν γλύτωνε, αν ξανανέβαινε στο φως, να ψάξει, να. κοσκινίσει όλον τον κόσμο, ώσπου να την βρει— όποια κι αν ήταν, όπως κι αν την έλεγαν…—και να σκάψει να της φιλήσει τα χέρια, να την γεμίσει με δακρυσμένα «ευχαριστώ».

Περισσότερα

Άντον Τσέχωφ – Μυστηριώδης φύση

ΣΕ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ της πρώτης θέσης. Πάνω στον καναπέ, ντυμένο με βελούδο μωβ, κάθεται μισοπλαγιασμένη μια νόστιμη νεαρή κυρία. Ένα κροσσωτό ριπίδι τρίζει το χέρι της που το κρατά σφιχτά, σπασμωδικά και τα ματογυάλια της πέφτουν όλο τον καιρό από την χαριτωμένη μυτούλα της. Μια καρφίτσα στο στήθος της μι ανεβαίνει και μια κατεβαίνει, σωστή βαρκούλα μέσα στα κύματα. Είναι ταραγμένη…

Περισσότερα

Ναζίμ Χικμέτ – O Σεΐχης Αβδουρραχμάν

Ο Ομέρ μεγαλώνει ο χειμώνας είναι στο τέλος του. Ο παπλωματάς Σελήμ, ο μαστρο-Νουρή και ο Σεΐχης Αβδουρραχμάν πίνουν καφέ στο δωμάτιο πάνω από το μαγαζί του Σελήμ.

Περισσότερα

Το προσφυγόπουλο από την Αρμενία και η Κατίνα Παπά

Ίσως να ήταν η συγκλονιστική εικόνα του νεκρού παιδιού απ’ τη Συρία, που ξέβρασαν τα κύματα του Αιγαίου στην Κω, που με έκαναν να ξαναδιαβάσω τα διηγήματα της Κατίνας Παπά, που ξεχειλίζουν από αγάπη και στοργή για τα παιδιά και να ξαναδώ κάποια σκίτσα της αδελφής της, ζωγράφου Αγλαΐας Παπά.

Περισσότερα

Ναζίμ Χικμέτ – Ο μάστορας Αλή

Ο μάστορας αποφάσισε να πάει στο καφενείο. Η εμφάνισή του στο καφενείο προκάλεσε ενθουσιασμό, οι τακτικοί πελάτες τον καλωσόρισαν σαν συγγενή τους που γύρισε από την ξενιτιά.

Περισσότερα

Καζαντζάκης – Τι είναι ο θάνατος; Είναι μια καρδιά ορθή, σαν έρθει η ώρα της!

Περπατώ μέσα στην αμμούδα, ο ήλιος τρυπάει το κρανίο, όλη η έρημος ως πέρα αχνίζει, αστράφτει ο αέρας και σαλεύει πάνου από την άμμο. Μεσημέρι. Είναι η πανική ώρα όπου βγαίνει από τη μεγάλη πυραμίδα η πεντάμορφη θυγατέρα του Χέοπα και τριγυρίζει μέσα στη φαντασία ακόμα των φελάχων και φωνάζει τους άντρες

Περισσότερα

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης – Το Χριστόψωμο

Χριστουγεννιάτικο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που πρωτοδημοσιεύτηκε στις 26 Δεκεμβρίου 1887 στην εφημερίδα Εφημερίς με τον χαρακτηριστικό υπότιτλο “Διήγημα Πρωτότυπον”. Παρέμεινε ξεχασμένο έως τα Χριστούγεννα του 1941, οπότε παρουσιάσθηκε προλογισμένο και υπομνηματισμένο από τον φιλόλογο Γεώργιο Βαλέτα στο περιοδικό Νέα Εστία.

Περισσότερα

Ναζίμ Χικμέτ – Η γριά κι η αλεπού

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε μια γριά που ’χε μιαν αγελάδα. Δεν είχε τίποτε’ άλλο η καημενούλα. Το μόνο της βιός ήταν η αγελάδα· πουλούσε το γάλα της και ζούσε. Και κάθε μέρα, σαν τελείωνε το άρμεγμα, άφηνε το αγγειό με το γάλα στην αυλή της κι ύστερα έκανε τις άλλες της δουλειές.

Περισσότερα

Τζακ Λόντον – Τα ίχνη των θεών

ΜΕ ΤΟΝ ΕΡΧΟΜΟ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ, όταν οι μέρες μίκραιναν και ο νυγμός της παγωνιάς μεταφερόταν στον αέρα, ο Ασπροδόντης είχε μια ευκαιρία να ξαναβρεί την ελευθερία του. Για κάμποσες μέρες στον καταυλισμό βασίλευε μεγάλη αναταραχή. Ο καλοκαιρινός καταυλισμός διαλυόταν και οι Ινδιάνοι, με όλα τα υπάρχοντά τους, ετοιμάζονταν να φύγουν σε άλλη περιοχή, όπου θα έβρισκαν κυνήγι. Περισσότερα

Το σουσάμι απο το σπίτι που δεν έχει γνωρίσει πόνο

Λένε για μια γυναίκα που της πέθανε ο γιος της, πως γύρευε τρόπο να τον γυρίσει πίσω κοντά της, μέχρι που τα βήματά της την έφεραν σε κάποιον ερημίτη που ζούσε σε μια σπηλιά.
Περισσότερα

Έντγκαρ Άλαν Πόε – Η Σφιγξ

Τον καιρό που η Νέα Υόρκη βρισκόταν υπό το φοβερό κράτος της Χολέρας, είχα δεχτεί την πρόσκληση ενός συγγενή μου να περάσω μαζί του ένα δεκαπενθήμερο στο μικρό του εξοχικό, στις όχθες του ποταμού Χάντσον.

Περισσότερα

Αντόν Τσέχοφ – Τα επιβαλλόμενα μέτρα

Ο ΜΕΣΗΜΕΡΙΑΤΙΚΟΣ ήλιος φώτιζε τη μικρή πολίχνη εκτός σχεδίου, που κατά την έκφραση του διευθυντή των φυλακών «είναι αδύνατο να τη βρεις ούτε με το τηλεσκόπιο πάνω στο γεωγραφικό χάρτη». Ησυχία και γαλήνη. Από το Δημαρχείο προς τη συνοικία των καταστημάτων προχωρεί με βήμα αργό η υγειονομική επιτροπή.

Περισσότερα

Κάρολος Ντίκενς – Το κουτάβι

ΕΙΝΑΙ βέβαια πολύ παράξενο, ένας νέος που ανατράφηκε μ’ ένα αδιάκοπο σύστημα αφύσικου περιορισμού να γίνει υποκριτής μα ασφαλώς έτσι έγινε με τον Τομ. Είναι ακατανόητο πώς ένας νέος που δεν τον άφησαν ούτε πέντε λεπτά να διευθύνει μόνος του τον εαυτό του, γίνεται στο τέλος ανίκανος ν’ αυτοκυβερνηθεί μα έτσι έγινε με τον Τομ. Είναι καταπληκτικό, ένας νέος που του ’πνιξαν τη φαντασία από τότε που ήταν ακόμα στην κούνια, να ενοχλείται από το φάντασμά της με τη μορφή του πιο χυδαίου αισθησιασμού κι όμως ένα τέτοιο τέρας ήταν, χωρίς καμιάν αμφιβολία, ο Τομ.

Περισσότερα

Το πιστό σκυλί και το φίδι

Ήταν μια φορά ένας στρατιώτης. Αυτός ήταν τόσο γενναίος κι αντρειωμένος, που τον αγαπούσε κι ο βασιλιάς αλλά κι όλοι οι υποτακτικοί του. Ο στρατιώτης είχε ένα σκύλο που τον είχε εκπαιδεύσει από κουτάβι κι έκανε ότι του έλεγε, λες και ήταν άνθρωπος με μυαλό. Γι’ αυτό και τον ανάτρεφε με πολλή αγάπη.

Περισσότερα

Ο έμπορος που θα ’πίνε όλη τη θάλασσα

Αφέντη βασιλιά, άκουσε τώρα και την ιστορία με το γέρο. Ήταν κάποτε ένας έμπορος. Αυτός αγόρασε ξύλα αρωματικά για να τα μεταπουλήσει. Άκουσε, λοιπόν, για μια πόλη, ότι εκεί σπάνια έβρισκαν τέτοια ξύλα, κι αμέσως τα φόρτωσε και κίνησε να την επισκεφτεί.

Περισσότερα

Γεώργιος Αδρακτάς – Μικρά βάσανα (1902)

Μαθητική Ανάμνησις. Τω κ. Αριστείδη Ν. Κυριακώ. 

ΟΛΟΙ τον ξέραν στο χωριό της Καλόγριας το Μήτσο , τ’ορφανό, δεκαεφτά χρονώ παιδί. πρώτον στα παιχνίδια, μα και στα γράμματα.

Περισσότερα

Αντόν Τσέχοφ – «Η συκοφαντία»

Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ της καλλιγραφίας Σέργιος Καπιτόνιτς Αχινέγεφ πάντρευε την κορούλα του Νατάλια με το δάσκαλο της Ιστορίας και Γεωγραφίας, τον Ιβάν Πετρόβιτς Λοσαντίτιχ. Το γαμήλιο γλέντι πήγαινε σαν το λάδι.

Περισσότερα

Εκάλη. Η καλή γριούλα

Το όνομα Μαραθώνας έμεινε στην ιστορία της Ελλάδας για τη μάχη στην οποία οι Αθηναίοι, το καλοκαίρι του 490 π.Χ., κατατρόπωσαν τους Πέρσες εισβολείς και για την ευψυχία του οπλίτη Φειδιππίδη, ο οποίος διέτρεξε οπλισμένος την απόσταση των σαράντα δυο χιλιομέτρων ως την πόλη, ανάγγειλε τη, νίκη με τις τελευταίες του δυνάμεις και αμέσως μετά πέθανε τσακισμένος από την τρομερή κούραση, σύμφωνα μ’ έναν «ιστορικό» θρύλο, βάσει του οποίου θα θεσπιζόταν στο μακρινό μέλλον ο πιο ευγενής αθλητικός αγώνας.

Περισσότερα

Κάποιος αγαπούσε ένα σύννεφο και είχε την ψευδαίσθηση ότι ήταν θεά

Οι θεές δεν ανέχονταν να τις επιθυμούν οι θνητοί άντρες, ούτε καν με τη φαντασία τους. Όταν ενώνονταν με κάποιο θνητό, αυτό συνέβαινε με δική τους πρωτοβουλία – ή, στη χειρότερη περίπτωση, επειδή τους το επέβαλλε το πεπρωμένο ή ο πατέρας και βασιλιάς τους, ο Δίας.

Περισσότερα

Ο κύκλος της ζωής διατυπωμένος λίγο.. διαφορετικά.

«Την πρώτη ημέρα ο Θεός δημιούργησε το σκύλο. Ο Θεός είπε, «Θα κάθεσαι όλη μέρα μπροστά από την πόρτα του σπιτιού και θα γαβγίζεις σε όποιον πλησιάζει ή περνάει από το δρόμο. Σου δίνω 20 χρόνια ζωής.»
Περισσότερα

Ο Δρόμος του Βουβαλιού – Η σοφία του Ζεν μέσα από 10 εικόνες

Ο Δρόμος του βουβαλιού ή του βοδιού, είναι μια αναπαράσταση του δρόμου του Ζεν. Αποτελεί ίσως την κυριότερη διδαχή του Βουδισμού η οποία αν μπορεί να συνοψιστεί τότε θα ήταν “mindfullness” (σε ελεύθερη μετάφραση: το να έχεις συνείδηση του τι σκέφτεσαι) η οποία οδηγεί στην αποφυγή της προσκόλλησης σε οτιδήποτε έμψυχο ή άψυχο. Η ιστορία μας δείχνει το δρόμο προς αυτήν αλλά και το τι επακολουθεί μετά.

Περισσότερα

Η ζωή κύκλους κάνει. Ο κάκτος.

Κάποτε, μια νεαρή γυναίκα αποφάσισε να πάρει ένα κάκτο στο σπίτι της. Για τέσσερα χρόνια ο κάκτος καθόταν δυστυχισμένος στο περβάζι του παραθύρου, χωρίς να παρουσιάζει σημάδια ανάπτυξης ή ζωτικότητας, ώσπου κάποια στιγμή, εντελώς ξαφνικά μια μέρα ήρθε μια έκπληξη: η γυναίκα παρατήρησε, ότι ο κάκτος είχε αρχίσει να ανθίζει με υγιείς ρυθμούς.

Περισσότερα