Γκράτσια Ντελέντα – Το δώρο των Χριστουγέννων


Εν μέσω πανδημίας και περιοριστικών μέτρων αξίζει να δούμε γιορτινές και ξεχασμένες εικόνες με τα μάτια της σπουδαίας Ιταλίδας συγγραφέα Γκράτσια Ντελέντα*.

Οι πέντε αδελφοί Λομπίνα, όλοι βοσκοί, επέστρεφαν από τα μαντριά τους για να περάσουν τη νύχτα των Χριστουγέννων με την οικογένειά τους.  Ήταν μια ιδιαίτερη γιορτή για αυτούς αυτή τη χρονιά γιατί αρραβωνιαζόταν η μοναδική αδελφή τους με έναν πολύ πλούσιο νέο. Όπως συνηθιζόταν τότε στη Σαρδηνία, ο αρραβωνιαστικός έπρεπε να στείλει ένα δώρο στην αρραβωνιαστικιά του και μετά να πάει και αυτός να περάσει τη γιορτή με την οικογένειά  της.

Και τα πέντε αδέλφια ήθελαν να σταθούν πλάι στην αδελφή τους για να δείξουν στον μέλλοντα γαμπρό τους πως ακόμη και  αν δεν ήταν πλούσιοι σαν και αυτόν, ήταν αντ’ αυτού δυνατοί, υγιείς, ενωμένοι μεταξύ τους σαν μια ομάδα πολεμιστών. Είχαν στείλει νωρίτερα τον πιο μικρό αδελφό τους, τον Φέλε, ένα όμορφο αγόρι έντεκα χρονών, με μεγάλα γλυκά μάτια, ντυμένο με μάλλινο ένδυμα από τρίχες ζώου σαν ένας μικρός Άγιος Ιωάννης Βαπτιστής. Βαστούσε στους ώμους  του ένα δισάκι και μέσα σε αυτό είχε ένα γουρουνάκι, που μόλις είχαν σφάξει, για να το σερβίρουν στο δείπνο.

Το μικρό χωριό ήταν καλυμμένο με χιόνι. Τα μαύρα σπιτάκια, στις πλαγιές του βουνού, φαίνονταν σαν σχεδιασμένα πάνω σε άσπρο χαρτόνι και η εκκλησία, πάνω σε ανάχωμα που υποστηριζόταν από ογκόλιθους, περιβαλλόταν από φορτωμένα με χιόνι και κρυστάλλους πάγου  δέντρα και έμοιαζε σαν ένα από εκείνα τα φανταστικά κτίσματα που σχηματίζονται από  τα σύννεφα.

Όλα ήταν σιωπηλά : οι κάτοικοι έμοιαζαν θαμμένοι κάτω από το χιόνι. Στον δρόμο που οδηγούσε στο σπίτι του , ο Φέλε βρήκε μοναχά , πάνω στο χιόνι, τις πατημασιές μιας γυναίκας και διασκέδαζε με το να περπατάει πάνω τους. Οι πατημασιές σταματούσαν ακριβώς μπροστά στη χοντροφτιαγμένη  ξύλινη εξώπορτα της αυλής που η οικογένειά του είχε από κοινού με μια άλλη οικογένεια βοσκών ,ακόμη πιο φτωχών από αυτούς. Τα δυο σπιτάκια, ένα σε κάθε πλευρά της αυλής έμοιαζαν σαν δύο αδελφές : από τις καμινάδες έβγαινε ο καπνός, από τις πορτούλες διακρίνονταν ακτίδες φωτός.

Ο Φέλε σφύριξε  για να αναγγείλει τον ερχομό του : και αμέσως στην πόρτα του γείτονα εμφανίστηκε ένα κοριτσάκι με πρόσωπο κόκκινο από το κρύο και μάτια που λαμπύριζαν από χαρά.


-Καλώς ήρθες , Φέλε.

-Ω, Λία! –  φώναξε αυτός  για να ανταποδώσει τον χαιρετισμό και πλησίασε στην πορτούλα από την οποία τώρα μαζί με το φως έβγαινε και καπνός από μια μεγάλη φωτιά που ήταν αναμμένη στη θερμάστρα στη μέση της κουζίνας.

Γύρω από τη θερμάστρα ήταν καθισμένες οι αδελφούλες της Λίας και για να τις κρατάει ήσυχες η μεγαλύτερη από αυτές , δηλαδή η αμέσως μικρότερη  από τη φίλη του Φέλε , τις μοίραζε λίγες σταφίδες και τραγουδούσε ένα τραγουδάκι για την περίσταση, ένα νανούρισμα για τον μικρό Χριστούλη.

-Τι έχεις εδώ;- ρώτησε η Λία , αγγίζοντας το δισάκι του Φέλε.

– Α, το γουρουνάκι. Και η υπηρέτρια του αρραβωνιαστικού της αδελφής σου ήδη σας έφερε το δώρο. Θα κάνετε μεγάλη γιορτή εσείς,- πρόσθεσε με κάποια ζήλεια , αλλά μετά της πέρασε και ανακοίνωσε με χαιρεκακία : και εμείς το ίδιο! Μάταια ο Φέλε ρωτούσε τι γιορτή ήταν: Η Λία του έκλεισε την πόρτα στα μούτρα και αυτός διέσχισε την αυλή για να μπει στο σπίτι του.

Το σπίτι  του μύριζε πράγματι γιορτή: μυρωδιά από ψημένη στον φούρνο τούρτα με μέλι και από γλυκά φτιαγμένα με φλούδες πορτοκαλιού και καβουρντισμένα αμύγδαλα  . Τόσο που ο Φέλε άρχιζε να τρίζει τα δόντια του  γιατί φανταζόταν πως έκανε ήδη κομμάτια όλα αυτά τα νόστιμα αλλά κρυμμένα πράγματα .

Η αδελφή του , ψηλή και λεπτή ήταν ήδη ντυμένη για τη γιορτή : με πράσινο μπροκάρ μπούστο και μαύρη και κόκκινη φούστα : γύρω από το χλωμό της πρόσωπο είχε ένα μεταξωτό μαντήλι με λουλούδια , μέχρι  και τα γοβάκια της ήταν κεντημένα και με φιόγκο : έμοιαζε με νεαρή νεράιδα ενώ η μαμά τους , ντυμένη στα μαύρα καθώς έμεινε πρόσφατα χήρα , χλωμή και αυτή αλλά μελαχρινή στο πρόσωπο και με ένα ύφος περηφάνειας θα θύμιζε τη μορφή μιας μάγισσας αν δεν είχε τη γλυκύτητα στα μάτια της που ήταν όμοια με τα μάτια του Φέλε.

Εν τω μεταξύ ο Φέλε έβγαλε από το δισάκι του το γουρουνάκι , που ήταν κατακόκκινο γιατί του είχαν βάψει το δέρμα με το ίδιο του το αίμα : και αφού το παρέδωσε στη μητέρα του ήθελε να δει αυτό που είχε στείλει δώρο ο αρραβωνιαστικός. Ναι, ήταν πιο παχύ εκείνο του αρραβωνιαστικού : σχεδόν ένας χοίρος, αλλά αυτό που έφερε ο ίδιος,  πιο τρυφερό και χωρίς λίπος, θα έπρεπε να είναι πιο νόστιμο.

-Μα τι γιορτή μπορεί να κάνουν οι γείτονές μας αν έχουν μόνο λίγες σταφίδες ενώ εμείς έχουμε στο σπίτι μας  αυτά τα δύο σφαχτά; Και την τούρτα και τα γλυκά; Σκέφτηκε ο Φέλε με περιφρόνηση, ακόμη ενοχλημένος γιατί η Λία, αφού τον φώναξε του έκλεισε την πόρτα στα μούτρα.

Ύστερα έφτασαν τα υπόλοιπα αδέλφια, φέρνοντας μέσα στην καθαρή και τακτοποιημένη  κουζίνα πατημασιές από τις γεμάτες χιόνι μπότες τους και τη μυρωδιά  από τα μαντριά. Ήταν όλοι τους δυνατοί, όμορφοι, με μαύρα μάτια , στητό σώμα σαν να φορούσαν πανοπλία και πάνω τους τον χοντρό μαύρο μανδύα.

Όταν μπήκε ο αρραβωνιαστικός σηκώθηκαν όλοι όρθιοι, δίπλα στην αδελφή τους, πράγματι σαν να ήταν ένα είδος σωματοφύλακες γύρω από τη λεπτεπίλεπτη φιγούρα της. Όχι τόσο για τον νεαρό , που ήταν σχεδόν ακόμη παιδί, ήσυχο και ντροπαλό, όσο για τον άντρα που τον συνόδευε. Αυτός ο άντρας ήταν ο παππούς του αρραβωνιαστικού. Ηλικιωμένος, πάνω από ογδόντα χρονών , αλλά ακόμη ευθυτενής και ακμαίος , ντυμένος με βελούδινα ρούχα σαν άρχοντας του Μεσαίωνα, με μάλλινες περικνημίδες στα δυνατά πόδια του, αυτός ο παππούς, που στα νιάτα του είχε πολεμήσει για την ανεξαρτησία της Ιταλίας,  έκανε στα πέντε αδέλφια έναν στρατιωτικό χαιρετισμό και φάνηκε μετά σαν να τους κάνει επιθεώρηση.

Και έμειναν  όλοι τους  και από τις δυο πλευρές ικανοποιημένοι. Στον ηλικιωμένο δόθηκε η καλύτερη θέση, δίπλα στη φωτιά και τότε στο στήθος του ανάμεσα στα αστραφτερά κουμπιά του σακακιού του φάνηκε να λάμπει σαν ένα μικρό άστρο το παλιό  μετάλλιο στρατιωτικής αξίας . Η αρραβωνιαστικιά , του έβαλε να πιεί , μετά έβαλε στον αρραβωνιαστικό της και εκείνοι , καθώς έπαιρναν το ποτήρι , της έβαλαν στο χέρι , κρυφά, ένα χρυσό νόμισμα.

Αυτή τους ευχαρίστησε με τα μάτια . Μετά, κρυφά και αυτή ,πήγε να δείξει το νόμισμα στη μητέρα της και σε όλα τα αδέλφια, κατά σειρά ηλικίας, καθώς τους πήγαινε τα ξέχειλα ποτήρια . Ο Φέλε ήταν ο τελευταίος : προσπάθησε να πάρει το νόμισμα, εννοείται, στα αστεία και από περιέργεια,  αλλά αυτή έκλεισε τη γροθιά της απειλητικά : καλύτερα να της έβγαζες το μάτι!

Ο ηλικιωμένος ύψωσε το ποτήρι και ευχήθηκε σε όλους υγεία και ευτυχία και όλοι μαζί του ανταπόδωσαν τις ευχές. Μετά άρχισαν να συζητούν με έναν πρωτότυπο τρόπο : συγκεκριμένα τραγουδώντας. Ο ηλικιωμένος ήταν ένας έξοχος αυτοσχέδιος ποιητής, αυτοσχεδίαζε έτσι τραγούδια. Μα και ο μεγαλύτερος αδελφός της αρραβωνιαστικιάς  ήξερε να  κάνει το ίδιο εξίσου καλά . Έπειτα ετούτοι οι δύο συντονίστηκαν ανταλλάσσοντας οκτάβες με εύθυμα θέματα , κατάλληλα για την περίσταση ενώ οι άλλοι άκουγαν , έκαναν τη χορωδία και χειροκροτούσαν.

Έξω ηχούσαν οι καμπάνες, αναγγέλλοντας τη λειτουργία. Ήρθε η ώρα να αρχίσουν την ετοιμασία για το δείπνο. Η μητέρα , με τη βοήθεια του Φέλε, αφαίρεσε τα μπούτια από τα δύο γουρουνάκια και τα πέρασε σε τρεις μακριές σούβλες κρατώντας τη λαβή τους σταθερή στο  πάτωμα. Το τέταρτο θα το πας δώρο στους γείτονές μας – είπε στον Φέλε : – και αυτοί δικαιούνται να απολαύσουν τη γιορτή.

Καταχαρούμενος ο Φέλε πήρε το ωραίο και παχύ μπούτι και βγήκε στην αυλή. Η νύχτα ήταν παγωμένη, αλλά ήρεμη και ξαφνικά του φάνηκε πως ολάκερο το χωριό ήταν ξυπνητό σε αυτό το φανταστικό φως του χιονιού, γιατί εκτός από τον ήχο από τις καμπάνες ακούγονταν τραγούδια και φωνές.

Στο σπιτάκι των διπλανών, αντίθετα, τώρα , όλοι σώπαιναν : μέχρι και τα κοριτσάκια που ήταν ακόμη σκυμμένα γύρω από τη θερμάστρα φαινόταν σαν να κοιμόντουσαν περιμένοντας  ακόμη στο όνειρο ένα δώρο θαυμαστό. Όταν μπήκε ο Φέλε κουνήθηκαν, είδαν το χοιρινό μπούτι που αυτός κουνούσε πέρα δώθε σαν ένα θυμιατήρι αλλά δεν μίλησαν : όχι, δεν ήταν αυτό το δώρο που περίμεναν. Εν τω μεταξύ η Λία κατέβηκε τρέχοντας από την πάνω  καμαρούλα : πήρε χωρίς ευχαριστίες το δώρο και στις ερωτήσεις του Φέλε απάντησε βιαστικά:

-Η μαμά δεν αισθάνεται καλά : και ο μπαμπάς πήγε να αγοράσει κάτι ωραίο. Φύγε. Αυτός επέστρεψε σκεφτικός στο σπίτι του. Εκεί δεν υπήρχαν μυστήρια ούτε πόνοι : όλα ήταν ζωή, κίνηση και χαρά. Ποτέ άλλοτε τα Χριστούγεννα δεν ήταν τόσο όμορφα ούτε όταν ακόμη ζούσε  ο πατέρας του : Όμως ο Φέλε κατά βάθος ένιωθε λίγο λυπημένος καθώς σκεφτόταν την παράξενη γιορτή στο σπίτι των διπλανών. Στο τρίτο κάλεσμα της καμπάνας για τη λειτουργία ο παππούς του αρραβωνιαστικού χτύπησε το μπαστούνι του στην πέτρα της θερμάστρας.

-Άντε , παιδιά, όρθιοι , στη σειρά. Και όλοι σηκώθηκαν για να πάνε στη λειτουργία. Στο σπίτι έμεινε μόνο η μητέρα , για να προσέχει τις σούβλες που γύριζε αργά δίπλα στη φωτιά για να ψηθεί καλά το χοιρινό κρέας. Τα αγόρια, λοιπόν, οι αρραβωνιασμένοι και ο παππούς που φαινόταν να οδηγεί την παρέα πήγαν στην εκκλησία. Το χιόνι κάλυπτε  τα βήματά τους :  φιγούρες κουκουλωμένες ξεφύτρωναν από παντού, με φανάρια στα χέρια δημιουργώντας γύρω τους σκιές και φανταστικές λάμψεις. Ανταλλάσσονταν χαιρετισμοί , χτυπούσαν στις κλειστές πόρτες για να τους φωνάξουν όλους στη λειτουργία.

Ο Φέλε περπατούσε σαν σε όνειρο και δεν κρύωνε. Απεναντίας τα λευκά δέντρα γύρω από την εκκλησία του έμοιαζαν με ανθισμένες αμυγδαλιές. Ένιωθε κοντολογίς, κάτω από τα μάλλινα ρούχα του, ζεστός και ευτυχισμένος σαν ένα αρνάκι στον ήλιο του Μαίου : τα μαλλιά του, νωπά από εκείνον τον χιονισμένο αέρα , έμοιαζαν φτιαγμένα από χόρτο. Σκεφτόταν  όλα τα ωραία που θα έτρωγε όταν επέστρεφε από τη λειτουργία, στο ζεσταμένο σπίτι του και καθώς του ερχόταν στο νου η θύμηση πως ο Ιησούς τουναντίον είχε γεννηθεί σε έναν κρύο στάβλο , γυμνός και πεινασμένος  , του ερχόταν η  επιθυμία να κλάψει , να τον καλύψει με τα ρούχα του , να τον πάρει  σπίτι του.

Μέσα στην εκκλησία συνεχιζόταν η ψευδαίσθηση της Άνοιξης :το Ιερό όλο στολισμένο με κλαδιά κουμαριάς με τους κόκκινους καρπούς τους, μυρτιάς και δάφνης : τα κεριά έλαμπαν ανάμεσα στα φυλλώματα και οι σκιές τους σχηματίζονταν πάνω στους τοίχους όπως στους τοίχους  των κήπων.

Σε ένα παρεκκλήσι εμφανιζόταν η φάτνη, με ένα βουνό φτιαγμένο από φελλό και με επένδυση από βρύα. Οι τρεις Μάγοι κατέβαιναν προσεκτικά από ένα απόκρημνο μονοπάτι και ένας χρυσός κομήτης τους φώτιζε τον δρόμο.

Όλα ήταν όμορφα, όλα ήταν φως και χαρά. Οι ισχυροί Μάγοι κατέβαιναν από τους θρόνους τους για να φέρουν ως δώρο την αγάπη τους και τα πλούτη τους στον γιο των φτωχών, στον Ιησού που γεννήθηκε σε έναν στάβλο. Τα αστέρια τους οδηγούσαν. Το αίμα του Χριστού , που πέθανε κατόπιν για την ευτυχία των ανθρώπων, έπεφτε  ως βροχή στους θάμνους και έκανε τα τριαντάφυλλα να ανθίζουν, έπεφτε βροχή  στα δέντρα για να ωριμάσουν οι καρποί. Έτσι είχε διδάξει στον Φέλε η μητέρα του και έτσι ήταν. Δόξα , δόξα – έψαλλαν οι παπάδες στο Ιερό : και ο λαός απαντούσε :

-Δόξα εν Υψίστοις  Θεώ. Και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία

Ο Φέλε έψαλε και αυτός και ένιωθε πως αυτή η χαρά που του γέμιζε την καρδιά ήταν το ωραιότερο δώρο που του έστελνε ο Ιησούς.

Κατά την έξοδο από την εκκλησία ένιωσε λίγο κρύο γιατί ήταν συνέχεια γονατισμένος στο κρύο πάτωμα : μα η χαρά του δεν ελαττώθηκε , αντίθετα αυξήθηκε. Με το που μύρισε τη μυρωδιά από τα ψητά που έβγαινε από τα σπίτια, άνοιξε τα ρουθούνια του σαν ένα πεινασμένο κουτάβι και άρχισε να τρέχει για να φτάσει έγκαιρα και να βοηθήσει τη μαμά του στο στρώσιμο για το δείπνο. Αλλά ήδη όλα ήταν έτοιμα. Η μητέρα του είχε στρώσει ένα λινό τραπεζομάντηλο καταγής, πάνω σε ένα ψάθινο χαλάκι και άλλα χαλάκια τριγύρω. Και, σύμφωνα με το παλιό έθιμο, είχε βάλει έξω , κάτω από το  σκέπαστρο της αυλής, ένα πιάτο κρέας  και ένα βάζο με βρασμένο κρασί όπου επέπλεαν φέτες από φλούδες πορτοκαλιού , γιατί η ψυχή του συζύγου, αν ποτέ γύριζε σε αυτόν τον κόσμο έπρεπε να χορτάσει την πείνα της. Ο Φέλε πήγε να δει : τοποθέτησε το πιάτο και  το βάζο πιο ψηλά, πάνω σε ένα σανίδι του σκέπαστρου για να μην το φτάσουν τα αδέσποτα σκυλιά. Ύστερα κοίταξε ξανά προς το σπίτι των διπλανών. Φαινόταν ακόμη φως στο παράθυρο , αλλά όλα ήταν σιωπηλά. Ο πατέρας δεν έπρεπε να έχει γυρίσει ακόμη με το μυστηριώδες δώρο του.

Ο Φέλε ξαναγύρισε στο σπίτι  και πήρε ενεργό μέρος στο δείπνο. Στη μέση του τραπεζιού βρισκόταν ένας μικρός πύργος από στρογγυλές και λείες πίτες που έμοιαζαν από φίλντισι : καθένας από τους συνδαιτημόνες κάθε τόσο έσκυβε μπροστά και έπαιρνε μια πίτα για αυτόν : και το ψητό , κομμένο  σε χοντρές φέτες, ήταν τοποθετημένο σε μερικές ξύλινες και πήλινες πιατέλες και καθένας έπαιρνε μόνος του όσο ήθελε.

Ο Φέλε , που καθόταν δίπλα στη μητέρα του, είχε πάρει μπροστά του μια ολόκληρη πιατέλα για λογαριασμό του και έτρωγε δίχως να σκέφτεται πια τίποτε άλλο : ανάμεσα στο τραγάνισμα της ξεροψημένης κρούστας του χοιρινού οι συζητήσεις των μεγάλων του φαίνονταν μακρινές και δεν τον ενδιέφεραν πια. Όταν ήρθε  μετά στο τραπέζι η ζεστή , κίτρινη σαν ήλιος , τούρτα και γύρω της τα γλυκά σε σχήμα καρδιάς, πουλιών , φρούτων και λουλουδιών του ήρθε να λιποθυμήσει : έκλεισε τα μάτια και διπλώθηκε στον ώμο της μητέρας του . Αυτή πίστεψε πως  έκλαιγε , αντίθετα γελούσε από ευχαρίστηση.

Αλλά όταν χόρτασε και ένιωσε την ανάγκη να κουνηθεί ξανασκέφτηκε τους γείτονές του : τι να τους συνέβη; Και ο πατέρας γύρισε με το δώρο; Μια ακατανίκητη περιέργεια τον έσπρωξε να βγει στην αυλή, να πλησιάσει και να κρυφοκοιτάξει. Η πορτούλα ήταν μισόκλειστη: μέσα στην κουζίνα τα κοριτσάκια κάθονταν ακόμη γύρω από τη θερμάστρα και ο πατέρας , που έφτασε αργά αλλά έγκαιρα , έψηνε στη σούβλα το χοιρινό μπούτι που τους δώρισαν οι γείτονες. Αλλά το δώρο που αγόρασε   ο πατέρας πού ήταν;

Έλα  μέσα και πήγαινε πάνω να δεις – του είπε ο άντρας , μαντεύοντας τη σκέψη του. Ο Φέλε μπήκε, ανέβηκε τη ξύλινη σκαλίτσα και στην καμαρούλα πάνω είδε τη μητέρα της Λίας να κοιμάται στο ξύλινο κρεβάτι και τη Λία γονατισμένη μπροστά σε ένα καλάθι. Και μέσα στο καλάθι, ανάμεσα σε ζεστές πάνες, βρισκόταν ένα νεογέννητο μωρό , ένα όμορφο κόκκινο μωρό , με δύο μπούκλες στους κροτάφους και μάτια ήδη ανοικτά.

-Είναι  ο πρώτος μας αδελφούλης – μουρμούρισε η Λία. – Ο πατέρας μας τον αγόρασε τα μεσάνυχτα ακριβώς , ενώ οι καμπάνες ηχούσαν το «Δόξα εν υψίστοις». Τα κόκκαλά του δεν θα λιώσουν ποτέ και θα βρεθούν άθικτα την ημέρα της Κρίσης. Να το δώρο που μας έκανε ο Ιησούς αυτή τη νύχτα.

***

*Γκράτσια Ντελέντα – Σαρδηνία,1871 – Ρώμη, 1936 – Βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας 1926

Μετάφραση Μαρία Θ. Τσίτσου, Βραβείο Νέου Μεταφραστή ιταλικού Ινστιτούτου Αθηνών 2020.


Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Σχετικά Άρθρα

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.