Μικρό κατευόδιο στον Θάνο Μικρούτσικο


Του Κωστή Δεμερτζή

Ίσα-ίσα πρόλαβε να πεθάνει το 2019 (28/12), οπότε θα συγκαταλέγεται στους νεκρούς της χρονιάς αυτής.

Ο Θάνος Μικρούτσικος είναι παράδειγμα από τις λίγες πετυχημένες καριέρες «σοβαρού» και «έντεχνου» ταυτόχρονα συνθέτη της μεταπολιτευτικής περιόδου. Ήταν έτοιμος από καιρό, και επιβιβάστηκε στο τρένο της Μεταπολίτευσης εγκαίρως και στον σωστό σταθμό.

Όταν λέμε «έτοιμος από καιρό», εννοούμε έναν νέο τύπο συνθέτη, ο οποίος είναι ταυτόχρονα και απόφοιτος Πανεπιστημίου (Μαθηματικού, αφού δεν υπήρχε την εποχή εκείνη «Μουσικό Τμήμα» … όπως κι αν – το τελευταίο – υπήρξε στη συνέχεια), και εγκρατής της θεωρίας της σύνθεσης, και οικείος με την μουσική πράξη, ως πράξη «ζωντανή» και οικονομικά («εμπορική»).

Πρώτος δίσκος του τα «Πολιτικά Τραγούδια», του 1975 – μέχρι τότε έπαιζε σε μπουάτ, να υποθέσω έπαιζε πιάνο για λόγους άσκησης στο ύφος και μεροκάματου ταυτόχρονα – και είχε γράψει, σύμφωνα με τον ίδιο, κάπου 150 τραγούδια, αλλά δεν κυκλοφορήσανε, λόγω της λογοκρισίας – και εκ των υστέρων τα απέρριψε και ο ίδιος, γιατί κινιόνταν υπερβολικά στην σκιά του Θεοδωράκη και του Χατζιδάκι.

Τα «πολιτικά τραγούδια», του 1975, συνεπώς, ήταν ο δίσκος με τον οποίο ο Μικρούτσικος εκτοξεύτηκε στον χώρο του πολιτικού τραγουδιού, έναν χώρο με βαρύ ανταγωνισμό, τότε, όχι μόνο με τους προηγούμενους – ιδίως τον Θεοδωράκη – αλλά και με σύγχρονους (Λοΐζος, Λεοντής, Μαρκόπουλος, Σαββόπουλος, Ανδριόπουλος κ.ά. – ανεξάρτητα από το πόσο «πολιτικά» ήταν τα κομμάτια του καθενός, και πόσο επιβίωσαν, ή «υπήρξαν» στις επόμενες εποχές, και με ποιον τρόπο.

Από μακροσκοπική άποψη, τα «Πολιτικά τραγούδια», του Μικρούτσικου, στο κλίμα της εποχής εκείνης, η οποία μεθυσμένη επέβαινε του πλοίου το οποίο, μόλις το 1974 είχε ξεκολλήσει από την ιλύ της δικτατορικής «Ελλάδος Ελλήνων Χριστιανών», έδινε μεγαλύτερη έμφαση στην διεθνιστική διάσταση της πολιτικής ταυτότητας, όπως η τελευταία εκφραζόταν ιδίως με την μορφή του Τσε Γκεβάρα (ο οποίος έχει το δικό του τραγούδι στην συλλογή των «Πολιτικών τραγουδιών», και με τον τίτλο του: «κομαντάντε», διοικητής).

Η διάσταση αυτή δεν γινόταν αισθητή τόσο ως «διαφορά», την εποχή εκείνη, επειδή ήταν αρκετά γενικευμένη, λ.χ. και ο Θεοδωράκης έκανε μια παρόμοια κίνηση προς τον διεθνισμό, με το Κάντο Χενεράλ, την ίδια ακριβώς εποχή (είχε ηχογραφηθεί ζωντανά ακριβώς, το 1975). Η τέτοια ροπή της εποχής εκείνης, όμως, δεν πρέπει να συσκοτίζει το γεγονός ότι το δίδυμο των μειζόνων συνθετών Θεοδωράκης – Χατζιδάκις, στην προηγούμενη (και κύρια) φάση τους, που ξεκινάει δύο δεκαετίες πριν, δουλεύουν σε εκδοχές «Ελληνικής» μουσικής, και ειδικότερα προτείνουν ένα διαφορετικό Παράδειγμα από εκείνο της Εθνικής Μουσικής Σχολής του Μανώλη Καλομοίρη, στο οποίο ένα διαφορετικό πρωτογενές υλικό (το αστικό ρεμπέτικο, αντί για το δημοτικό της υπαίθρου) ενσωματώνεται σε διαφορετικές φόρμες (ιδίως τραγούδι, αλλά και ευρύτερες φόρμες που το ενσωματώνουν), και με μια διαφορετική βασική τεχνική (του λαϊκού και του ερασιτέχνη μουσικού, αντί για του σπουδαγμένου των ωδείων).


Από την τάση αυτή, στα «Πολιτικά τραγούδια» του Μικρούτσικου του 1975, παραμένουν το δεύτερο και το τρίτο στοιχείο. Το πρώτο έχει, προσώρας, αφαιρεθεί. Μην ξεχνάμε, όμως, ότι Θεοδωράκης και Χατζιδάκις, ξεκινώντας να δώσουν έναν δικό τους ορισμό της Ελληνικότητας (ο Θεοδωράκης και ως απάντηση, προφανώς, στις κατηγορίες περί αντεθνικότητας των Κομμουνιστών), κατέληξαν, για μιαν εποχή, να ορίζεται η Ελληνικότητα βάσει της δικής τους μουσικής.

Το είχα θεωρήσει αρκετά τολμηρό από πλευράς Μικρούτσικου ότι, σε μεταγενέστερο χρόνο, έγραψε δική του μουσική στο θεατρικό έργο «Ένας Όμηρος», του Μπρένταν Μπήαν, εκεί που είχε γράψει και ο Θεοδωράκης το διάσημο «Γελαστό Παιδί». Δεν ξέρω με τι εντυπώσεις βγήκαν οι θεατές από την παράσταση εκείνη – εγώ δεν την είχα παρακολουθήσει – αλλά η εικόνα είναι, πέραν του «δικαιώματος» του νεότερου συνθέτη να σταθεί στα πόδια του, και μια αμφισβήτηση του Θεοδωράκη ως αποκλειστικότητας – στο πλαίσιο ενός, κατά τα λοιπά, αμοιβαίου σεβασμού, και αμοιβαίας εκτίμησης μεταξύ των δύο συνθετών. Με τον Θεοδωράκη είχανε καλές σχέσεις και ο Μίκης, είδα εκ των υστέρων, του έγραψε ένα συγκινητικό μήνυμα αποχαιρετισμού.

Ακόμα κι όταν ο Μικρούτσικος βγαίνει από τον κύκλο του πολιτικού τραγουδιού, μελοποιώντας Καββαδία το 1979, εξήλθε προς τις «γραμμές των οριζόντων» ενός ναυτικού ποιητή, ο οποίος κουβαλάει την Ελληνικότητά του σε κόσμους άλλους και λιμάνια ξένα. Στο πλοίο πάνω δεν είναι ο Έλληνας με διαφορετικό τρόπο Έλληνας απ’ ό,τι ο διπλανός του ναύτης μπορεί να είναι «από το Τζιμπουτί». Η Ελληνικότητα του Μικρούτσικου, σ’ αυτό το πλαίσιο, αποτελεί μια δεδομένη πραγματικότητα, ενταγμένη στην πολιτική του ευρύτερη οπτική – στον βαθμό που ο διεθνισμός είναι μοντέλο συνύπαρξης διαφορετικών εθνικοτήτων μάλλον παρά κατάργησής τους – και στον βαθμό που η Ελληνικότητα αποτελούσε την αδιαμφισβήτητη εθνικότητα του συνθέτη, του κοινού του, των ερμηνευτών του, της γλώσσας του, και των Ελλήνων ποιητών τους οποίους επέλεγε να μελοποιήσει. Ένα:

φαιό νταμάρι,

σύμφωνα με τους στίχους του Γιάννη Αλκαίου που επέλεξε να μελοποιήσει ο Μικρούτσικος,

ένα πεδίο βολής φτηνό

όπου ασκούνται βρίζοντας ξένοι φαντάροι –

πολύ περισσότερο κάτι το οποίο κουβαλάς μαζί σου, παρά ένα σημείο αναζήτησης, προορισμού και εστίασης, όπως προοδευτικά έγινε, λ.χ., με τον Σαββόπουλο, ο οποίος προσεδαφίστηκε στην καθ’ ημάς Ανατολή όπως ένας δορυφόρος συντρίβεται πάνω στο άστρο γύρω από το οποίο περιστρεφόταν εξαρχής, χάνοντας σταδιακά ύψος.

*  *  *

ο Γ. Μικάλεφ εικονίζει “σελίδα ημερολογίου” από τη μέρα του θανάτου του, με το συνθέτη σε ένα πιάνο στη φουρτουνιασμένη θάλασσα, ανάμεσα στον Καββαδία, τη Μαρία Δημητριάδη και τον Άλκη Αλκαίο, κάτω από τα πορτραίτα του Ρίτσου, του Μπρεχτ, του Μαγιακόφσκι, του Ελευθερίου και του Χικμέτ.

Ταλέντο στη μουσική, οπωσδήποτε («ήμουν φυσιολογικός άνθρωπος», διευκρινίζει ο ίδιος σχετικά, «δεν ήμουν φυτό»), και με μιαν ηφαιστειακή ενέργεια, η οποία εξαρχής βρήκε χώρο έκφρασης, ή πρώτο σταθμό, στο πολιτικό τραγούδι. Στις βιογραφίες που βγαίνουν τώρα, με τον θάνατό του, τον διαβάζω για μέλος του ΚΚΕ. Οι πολιτικές του εντάξεις δεν μου είναι σαφείς – η εντύπωσή μου ήταν ότι ξεκίνησε «αριστερά του ΚΚΕ» και, σε ένα δημοσίευμα για την εποχή εκείνη διάβασα ότι, στις συναυλίες του, «πλακώνονταν το ΚΚΕ με τους (τότε) Μαοϊκούς». Σε κάθε περίπτωση, η Μεταπολίτευση δεν ήταν ακριβώς η γιορτή του ΚΚΕ, και μην ξεχνάμε ότι και στον Γαλλικό Μάη του 1968 – δεν ήταν το Γαλλικό ΚΚΕ ο μπροστάρης, αλλά ένας στόχος της κριτικής των εκεί και τότε εξεγερμένων. Απόηχος του Γαλλικού Μάη– μάλλον προσαρμογή στα καθ’ ημάς – υπήρξε και το δικό μας Πολυτεχνείο, αλλά και όλη η πολύχρωμη πολιτική χλωρίδα και πανίδα που αναπτυσσόταν στην σκιά του κατά την Μεταπολίτευση.

Όσον αφορά τον Μικρούτσικο, φαίνεται ότι χαρακτηρίστηκε από τις πολιτικές θέσεις και την φιλοσοφία του, όπως εκφράστηκαν στην μουσική του πράξη, με την οποία μάλλον οι εκάστοτε παρατάξεις καλούνταν να ταυτιστούν – κάτι που δεν ήταν δύσκολο για καμία τους, στο πλαίσιο των κοινών συνιστωσών του «προοδευτικού» τότε χώρου – παρά ο ίδιος να ταυτιστεί με μία παράταξη. Έτσι, το εύρος των τάσεων της Μεταπολίτευσης που αναγνώρισε τη μουσική του για «δικιά της» ήταν ευρύ, χωρίς να σημειωθεί κάποια καλλιτεχνική μετακίνηση – ή έκπτωση, ή απορρόφηση, ή εξαργύρωση – του συνθέτη – όπως συνέβη με άλλους, λ.χ. του Ηλία Ανδρεόπουλου με το ΠΑΣΟΚ. Ο Μικρούτσικος διετέλεσε Υπουργός Πολιτισμού του ΠΑΣΟΚ (αναπληρωτής πρώτα και Υπουργός μετά) από το 1993 μέχρι το 1996 χωρίς να ταυτιστεί με το συγκεκριμένο κόμμα. Στην κηδεία του, πάλι, όπου αντιπροσωπεύτηκαν όλες οι παρατάξεις, μίλησε ο Γ.Γ. του ΚΚΕ, και το ΚΚΕ τον αποχαιρέτισε σαν δικό του νεκρό.

*  *  *

Στο μεταξύ, ο Θάνος Μικρούτσικος παρήγαγε Τέχνη. Από το βιογραφικό του παρατηρώ ότι στη σύνθεση είμαστε συμμαθητές –ξεσκόλισε, κι αυτός, με τον δάσκαλο όλων μας, τον Γιάννη Α. Παπαϊωάννου. Σχηματικά, ο Μικρούτσικος, με βάση εξόρμησής του την Πάτρα (όπου έκανε τις πρώτες του, ωδειακές, μουσικές σπουδές) κατέβηκε στην Αθήνα – αν συμπληρώνω σωστά το βιογραφικό του – ως φοιτητής Μαθηματικού και, παράλληλα με τις πανεπιστημιακές σπουδές του, σπούδασε σύνθεση με τον Δάσκαλο των αξιολογώτερων συνθετών της νεότερης γενιάς, και εισηγητή των μοντέρνων συστημάτων σύνθεσης στην Ελληνική μουσική διδασκαλία, όταν όλη η λοιπή ωδειακή μας παιδεία τα είχε υπό διωγμό. «Πας στον Παπαϊωάννου;» ρώταγε κάποιος παραδοσιακός δάσκαλος κάποιον νέο μουσικοσπουδαστή, «πρόσεξε μη σε μπλέξει με το δωδεκάφθογγο!».

Επτά χρόνια μεγαλύτερος από εμένα (γεννημένος το 1947), να υποθέσω ότι γράφτηκε στο Μαθηματικό επτά χρόνια πριν το 72, δηλαδή το 1965 – εποχή αμέσως πριν την δικτατορία, διαδηλώσεις κ.τ.λ. – και έβγαλε το Μαθηματικό οκτώ χρόνια πριν (υπόθεση είναι αυτή), δηλαδή αντί για 1977, που έβγαλα εγώ το Πολυτεχνείο (πενταετής φοίτηση) το 1969 (τετραετής φοίτηση). Στον Παπαϊωάννου, συνεπώς, θα έκανε μαθήματα κάπου – δυο-τρία χρόνια, να υποθέσω – μέσα σ’ αυτή την τετραετία. Πιθανώς δουλεύοντας σε μπουάτ (πιάνο;) για το χαρτζιλίκι του – και την επιμόρφωσή του στο «έντεχνο» και το «πολιτικό» τραγούδι. Το Πανεπιστήμιο, συνεπώς, επί δικτατορίας το τέλειωσε. Και σχετικά νωρίς. Στα «γεγονότα» πάνω δεν ήταν φοιτητής. Ήταν επαγγελματίας.

*  *  *

Ένα μουσικό καράβι εμπνεύστηκε ο Βαγγέλης Χατζής με καπετάνιο το Μικρούτσικο

Ένα βιβλίο που έβγαλε ο Μικρούτσικος – στην εποχή του, το είχα διαβάσει – ήταν το «Μουσικώς Ύποπτος». Αυτοβιογραφία του. Ο τίτλος του ήταν έξυπνος.

Όταν έγινε υπουργός Πολιτισμού του ΠΑΣΟΚ,εγώ είχα ήδη βγάλει το πρώτο μου βιβλίο για τον Σκαλκώτα (τον «Νίκο Σκαλκώτα ως συνθέτη μουσικής για πιάνο σόλο», του 1991), και του έστειλα ένα αντίτυπο με αφιέρωση «στον «μουσικώς ύποπτο», Υπουργό, κ. Θάνο Μικρούτσικο» – απ’ ό,τι θυμάμαι, το άφησα στο θυρωρείο του Υπουργείου, χωρίς να επιχειρήσω να τον δω. Μου είχε απαντήσει με μια ευγενική επιστολή (κάπου θα πρέπει να υπάρχει), άνετο, οικείο και φιλικό γράψιμο, εμφανώς προσωπικής γραφής.

Το ότι ένας υπουργός απάντησε με ένα απλό γράμμα, ως μουσικός προς μουσικό, συγγραφέας προς συγγραφέα και άνθρωπος προς άνθρωπο, ήταν, για μένα – και είναι πάντα – μια πράξη αυτεπίγνωσης και αξιοπρέπειας, από πλευράς του, οι οποίες τον κράτησαν άτρωτο απέναντι στα μεγαλεία της πολιτικής γραφειοκρατίας. Γι’ αυτές τις αρετές του είχα, πλέον, στον Μικρούτσικο, μια παραμένουσα εκτίμηση – χωρίς να προσεγγίσουν οι τροχιές μας ποτέ έκτοτε.

Η αποχαιρετιστήρια πράξη του Μικρούτσικου, καθώς προχωρούσε η τελευταία φάση της corpore παρουσίας του στον τόπο, δηλαδή η πολιτική του κηδεία (της Δευτέρας, 30/12/2019), ήταν επίσης «διδακτική»- με την Μπρεχτική, αν μου επιτρέπεται, έννοια του όρου: μια διαδικασία στην οποία, αντί για μια τελετουργία ξένη προς τα πιστεύω του νεκρού, ακούγεται η μουσική του, μιλάνε από λίγο οι φίλοι, κάποιοι πολιτικοί αξιωματούχοι, και τα μέλη της οικογένειάς του – μίλησαν και η σύζυγός του, και τα δύο του παιδιά – κάτω από την φωτογραφία του συνθέτη να παίζει στο πιάνο και να διευθύνει – έργο του, προφανώς – με υψωμένη την δεξιά του γροθιά. Η «διδακτική» του γεγονότος, εδώ, θα μπορούσε να αποδοθεί και ως διαλεκτική αντιστροφή, μαρξιστικής δομής: αντί το γεγονός να «διαβάζει» την ζωή υπό το πρίσμα του θανάτου, διαβάζει τον θάνατο υπό το πρίσμα της ζωής.

Μια τέτοια, οργανωμένη και αυθόρμητη συγχρόνως, δημιουργική συλλογική εκδήλωση, μετά την οποία η σωρός θα μεταφερθεί στην Ριτσώνα γα αποτέφρωση, ήταν σαφώς μια ιδανική γέφυρα ανάμεσα στην προθανάτια και την μεταθανάτια παρουσία του προσώπου. Ο συνθέτης, και στην ζωή, και στον θάνατο (ως μέρος της ζωής), δεν ήταν μόνος του. Αυτό είναι δεδομένο. Αλλά, ως συλλογική πράξη, πλέον, ήταν μια «πολιτική» πράξη, με τον τρόπο που ήταν και την δεκαετία του 70: σκόπευε – και ήταν ικανή – να διαρρήξει εγκατεστημένες βεβαιότητες.

*  *  *

Διαβάζω στην βιογραφία του, έχει ένα μεγάλον αριθμό μουσικών έργων, σε «όλα τα είδη της μουσικής», αλλά εγώ ήρθα σε επαφή περισσότερο με το «εμπορικό» (που είναι και το πιο «πολιτικό» του – αν και δεν αμφιβάλλω ότι «πολιτικό» θα είναι και το άλλο) κομμάτι. Διαβάζω μια συνέντευξή του, έπαιζε τα εμπορικά του τραγούδια και δήλωνε ότι, «να, εχθές τέλειωσε ένα κουαρτέτο» – όχι για να δείξει ότι «κάνει τα πάντα», αλλά «επειδή το’ χε ανάγκη». Αυτό που προκύπτει, πάντως, είναι ότι συνέθετε πολύ, και εύκολα, και επέλεγε αυτά που θα παρουσίαζε. Αυτό θυμίζει – από μακριά, και ιδίως ως προς την πράξη της επιλογής – την ανάλογη επιλεκτική λειτουργία του Καβάφη, ο οποίος έγραψε πολλαπλάσια ποιήματα απ’ αυτά που αποτέλεσαν το corpus της ποίησης την οποία «αναγνώριζε» και με την οποία έγινε, ως δημόσια ποιητική προσωπικότητα, αυτός που είναι.

Στη μουσική του Μικρούτσικου, χωρίς να την ξέρω σε επαρκή βαθμό, διακρίνονται αρετές που μ’ αρέσουν: ευφυΐα, ανοιχτοί ορίζοντες – μια «ελευθερία» η οποία προσδιορίζεται και από την πολιτική του τοποθέτηση – και μια ενέργεια ισχυρή, η οποία βρίσκει τον δρόμο της σε παραδοσιακές μορφές (λ.χ. στο ζεϊμπέκικο) οι οποίες, με ελάχιστες προσαρμογές, γίνονται δικές του.

Θα πρέπει να είχα ακούσει, επίσης, μουσική του σε μια θεατρική παράσταση, αρχαίο δράμα – Αριστοφάνης; – όπου μου είχε κάνει εντύπωση, σε ένα χορικό, ανάμεσα σε δύο στίχους, μια πετυχημένη νότα του μπουζουκιού – λιτή, πανέξυπνη, και άξιζε, από μόνη της, «όλα τα λεφτά». Ούτως ή άλλως, από την εποχή του Σκαλκώτα – με το «θα πάω εκεί στην Αραπιά», του 1944 – η μοντέρνα γραφή και το ρεμπέτικο έχουν δείξει ότι θα τα πηγαίνανε καλά μεταξύ τους – και με το αρχαίο δράμα.

*  *  *

Πιάνω τον εαυτό μου να τραγουδάει συχνά τον Καββαδία σε δικές του μελοποιήσεις – από τον «Σταυρό του Νότου». Δίκαια αγαπήθηκε αυτή η ναυτική ποιητική μυθολογία του θαλασσινού ποιητή στην μελοποίηση του Μικρούτσικου.

Όμως το αγαπημένο μου τραγούδι του είναι το «Ερωτικό (με μια πιρόγα)», σε στίχους Άλκη Αλκαίου, ενός αγωνιστή κατά της δικτατορίας που είχε μείνει ανάπηρος από τα βασανιστήρια – και που έστελνε τακτικά στον Μικρούτσικο στίχους για μελοποίηση.

Έτσι που, με την πρώτη είδηση του θανάτου του, όπως «έσκασε» (popped up) στην οθόνη του υπολογιστή μου, σκέφτηκα: «έφυγε ο Θάνος Μικρούτσικος. Πώς έφυγε; Μα πώς αλλιώς: με μια πιρόγα».

Στίχοι ενός ιδιότυπου «ρεαλιστικού σουρρεαλισμού», κινηματογραφικής δύναμης (ασπρόμαυρου κινηματογράφου, χωρίς ήχο), βρίσκουν, εδώ, τον υπερβατικό ρυθμό τους και ταιριάζουν στην αιωνιότητα.

Εκεί που συνεχίζει την πετυχημένη τροχιά του ο συνθέτης – που – ήρθε – με – το – τρένο –της – Μεταπολίτευσης.

***

Κωστής Δεμερτζής

Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Σχετικά Άρθρα

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

1 σχόλιοΣχολιάστε

  • Πολυ ομορφο και πλουσιο σε πληροφοριες αρθρο, μονον σε καποια σημεια με πολιτικο περιεχομενο διατηρω καποιες επιφυλαξεις. Για παραδειγμα δεν ειμαι σιγουρη οτι το ελληνικο πολυτεχνειο εχει σχεση με το γαλλικο Μαη. Το καθεστως και τα πραγματα της Ελλαδας αφηνουν μεγαλιτερο περιθωριο για συγκρισεις με χωρες της λατινικης Αμερικης παρα με αστικα καθεστωτα κεντρο Ευρωπαικων κρατων.
    Καλη χρονια και ευχαριστιες στον Κ. Δεμερτζη! 🙂

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.