Το κυρίαρχο φιλοσοφικό αφήγημα της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας: Μεταμοντέρνος Σχετικισμός


Το φαινόμενο  πασίγνωστο: οι Έλληνες υποστηρίζουμε την άποψή μας ωσάν να ήμαστε ειδικοί σε κάθε θέμα: Τους σεισμούς, τη Γεωπολιτική, τα αποθέματα υδρογονανθράκων, τις θεραπείες του καρκίνου, και άλλα.

Οι επιστήμονες, θεωρούμε, ότι έχουν γνώμη ισοδύναμη -ισοσθενή- με τη δική μας.

Ακόμη χειρότερα : πρόσωπα χωρίς εμπειρία σε αντίστοιχους χώρους, τοποθετούνται δεκαετίες τώρα σε θέσεις ευθύνης [1].

Η αριστεία  σε έναν τομέα θεωρείται από τους πολιτικούς μας υποδεέστερη της υπακοής στους πολιτικούς προϊσταμένους. Και όπως έλεγε ο Δ . Σαββόπουλος, την ιστορία στην Ελλάδα την γράφουν οι «παρέες» . Όχι οι αξιολογικώς ικανότεροι, αλλά τα μέλη μιας «φεουδαρχικού» τύπου παρέας με πατριαρχική, μη αστική δομή κατά τον Π.Κονδύλη [2].

Τα ανωτέρω, εντάσσονται σε ένα φιλοσοφικό πλαίσιο μεταμοντέρνου σχετικισμού στον χώρο της γνώσης και των αξιών [3]. Η  κοινωνία μας παρεξήγησε τον ρόλο του πλουραλισμού, με αποτέλεσμα την χαρακτηριστική «έλλειψη κατεύθυνσης» και την αδυναμία να διατυπωθούν αξιολογικές κρίσεις για μια πλειάδα θεμάτων, ακόμη και επιστημονικών.

Χαρακτηριστική, αν και μη Ελληνική,  είναι η περίπτωση της “Sokal Hoax” το 1996, όπου ο γνωστός για τις σχέσεις του με το Αμερικανικό Κ.Κ  Καθηγητής Φυσικής Alan Sokal δημοσιεύει ένα «βαθυστόχαστο» σχετικιστικό άρθρο κβαντικής φυσικής στο κοινωνιολογικό μεταμοντέρνο περιοδικό Social Text: Όμως, όπως ο ίδιος αποκαλύπτει, το άρθρο του ήταν ένα ανούσιο συνονθύλευμα από αερολογίες: το έστειλε προς δημοσίευση στο Social Text με σκοπό να δείξει ότι η ναυαρχίδα των μεταμοντέρνων περιοδικών, δεν ασκεί κανέναν επιστημονικό και λόγιο έλεγχο στις δημοσιεύσεις της, πλην της συμφωνίας με τις ιδεοληπτικές αρχές της[4].

Η υπόθεση Sokal δεν αποτελεί ενδοοικογενειακή διένεξη της αριστεράς. Έχει ευρύτερες διαστάσεις, όντας μείζον σημείο τριβής στις δυτικές κοινωνίες. Τέτοιου είδους «πολυτέλειες» για φιλοσοφική αντιπαράθεση δεν υπάρχουν σε άλλους Πολιτισμούς, όπου η διαφορετικότητα συχνά ποινικοποιείται [5].

Πέραν της κριτικής, ας δούμε ποιες προτάσεις υπάρχουν έναντι του παραλυτικού, μεταμοντέρνου, συντηρητικού Σχετικισμού:

Η πλατωνική θεωρία των Ιδεών δεν αποτελεί λύση, δεδομένης της ταχείας διακίνησης μεγάλης ποσότητας πληροφοριών που αλλάζει συνεχώς το έδαφος που εδράζονται οι πεποιθήσεις μας. Οι αιώνιες  Ιδέες του Πλάτωνα, σήμερα, θα ήταν σαν αργοκίνητοι δεινόσαυροι.


Ο σχετικιστικός κοινωνικός Κονστρουκτιβισμός, παράγει περισσότερα αδιέξοδα, αφού δεν μας επιτρέπει να δώσουμε κατεύθυνση στις προσπάθειές μας και γεμίζει με εύλογες μεν, παραλυτικές δε αμφιβολίες, τον απλό πολίτη και τον επιστήμονα. Θεωρεί ότι κάθε πολιτισμική ομάδα κατέχει τη «δική της αλήθεια». Αυτό είναι εν μέρει αποδεκτό, ώστε να μην κινούμαστε σε απολυταρχικά πλαίσια. Όμως, κάθε κοινωνική ομάδα οφείλει να αποδέχεται τις βασικές αρχές της αστικής Δημοκρατίας, εφόσον απαιτεί την προστασία της από αυτή την αστική Δημοκρατία. Αλλιώς, το οικοδόμημα γίνεται αυτοκαταστροφικό.

Lakatos

Οι  «Δυτικού τύπου» κοινωνίες, οφείλουν να προστατεύσουν τον Λακατιανό «σκληρό πυρήνα» των φιλοσοφιών τους, που αποτελείται από την πίστη στην έννομη ατομικότητα, την ελεύθερη οικονομία , την προστασία της ατομικής ιδιοκτησίας, τα καθολικά ανθρώπινα δικαιώματα και την αστική δημοκρατία. Η θετική ευρετική του Imre Lakatos [6], επιτρέπει προσαρμογές στο περίβλημα της Δυτικής φιλοσοφικής μας θεώρησης, κάνοντάς την ευέλικτη και ευπροσάρμοστη, αλλά δεν επιτρέπει στον παραλυτικό Σχετικισμό, να εισέλθει στον σκληρό πυρήνα του πολιτισμού μας , αφήνοντάς μας έκθετους σε ανορθολογικές ενατενίσεις της ζωής, που μόνο αποδιοργάνωση θα προσέφεραν στις εύθραυστες πλέον Δυτικές κοινωνίες .

Άλλωστε, η ευημερία, ο πλουραλισμός και η δυνατότητα αυτοκριτικής που έχουμε στις Δυτικές κοινωνίες είναι μοναδικές στην παγκόσμια ιστορία. Και αποδεικνύεται ότι τα πράγματα είναι έτσι, από τις μονόδρομες ροές μετανάστευσης, προς τη Δύση [7].

spooky action from a distance

Η spooky action from a distance, η κβαντική διεμπλοκή και η αποσύνδεση του «είναι» από το «δέον», αποτελούν κατακτήσεις του ανθρώπινου πνεύματος. Ο χώρος εφαρμογής τους όμως, είναι άλλος από αυτόν της καθημερινής  δραστηριότητας. Αφορούν φιλοσοφικά και επιστημονικά κοσμοείδωλα που πόρρω απέχουν από την πρακτική διαχείριση μιας κοινωνικής δομής. Στην καθ’ ημέραν επιτυχή πράξη, υπάρχουν αίτιο και αποτέλεσμα, συνεπής διαχείριση, χρήση της άποψης των ειδικών, εξειδίκευση της εργασίας και ορθολογική κατανομή ανθρώπινου δυναμικού και πόρων.

Η αδυναμία μας να αποδεχθούμε ότι δεν «έχουν όλοι δίκιο», ότι δεν έχουν όλες οι απόψεις ίδια αξία και η αδυναμία μας να αποδεχθούμε την αξιολόγησή μας – η «αυτοαξιολόγηση» μόνο ως φιλοσοφικό αυτοαναφορικό ανέκδοτο μπορεί να εκληφθεί – οδηγούν σε οριστικό τέλος το αφήγημα του ελληνικού Σχετικισμού. Εν μέσω αδράνειας και παραλυτικού συντηρητισμού.

Και κατά την κριτική του  Kripke στον Feyerabend: «Όταν όλα επιτρέπονται, τίποτε δεν αλλάζει»[8].

***

  1. opengov.gr
  2. Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας: η καχεξία του αστικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία. Π. Κονδύλης. Εκδόσεις Θεμέλιο 2011.
  3. tovima.gr
  4. Fashionable Nonsense: Postmodern Intellectuals’ Abuse of Science.A.Sokal,J.Bricmond. Εκδόσεις Picador 1999.
  5. hrw.org
  6. Μεταθεωρητική κριτική διεθνών σχέσεων και Γεωπολιτικής.Το νεοθετικιστικό πλαίσιο. Ι.Μάζης.Εκδόσεις Παπαζήση 2012.
  7. global-migration.info/
  8. Τί είναι αυτό που το λέμε Επιστήμη. A.F Chalmers. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2004.

του Παναγιώτη Ιακωβή/ Επεμβατικού Καρδιολόγου & Διδάκτορος Πανεπιστημίου Αθηνών

Πηγή: lamianow

Αντικλείδι , https://antikleidi.com

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

1 σχόλιοLeave a comment

  • Τίθενται μεγάλα ζητήματα εδώ, σε ένα πλαίσιο που έχει προταθεί – και προσωπικά το θεωρώ κάπως ξεπερασμένο – από τις αρχές του 20ου αιώνα. Όταν, λ.χ., ο Καρλ Πόππερ, για την “ανοιχτή κοινωνία” την εποχή του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, τοποθέτησε την “επιστήμη”, ή μάλλον τους “επιστήμονες”, ως τάξη, σε κάποια κεντρική θέση του πολιτικού συστήματος – όπως το είχε υπόψη του.
    Από τότε, τα think tank (“επιστημόνων”) επιχειρούνται συχνά, αλλά … λάδι πολύ και τηγανίτες λίγα πράγματα.
    Θεωρώ αυτές τις απόψεις ξεπερασμένες – οι “επιστήμονες”, από μόνο το γεγονός της επιστήμης τους, δεν έχουν κανένα πλεονέκτημα όσον αφορά την πολιτική τους τοποθέτηση, ή τον πολιτικό τους ρόλο, είναι εξίσου διαχειρίσιμοι και κακοί διαχειριστές με κάθε άλλον. εντάσσεται σ’ αυτή την κατεύθυνση. Ο “επιστήμονας”, ως επαγγελματίας, εξαρτάται απολύτως από αυτόν που τον πληρώνει για να κάνει την δουλειά του, είτε ίδρυμα είναι αυτός, είτε … μην πάμε παραπάνω – ιστορικά, έχουν αποδειχθεί μια από τις πιο ευάλωτες ομάδες – και, λόγω της δύναμης και της δυνατότητάς τους, από τις πιο επικίνδυνες.
    Η προσπάθεια του Λακάτος εντάσσεται σ’ αυτό το κλίμα. Η φιλοσοφία της Επιστήμης να μετατραπεί σε πολιτική θεωρία και πολιτικό πλαίσιο δράσης (για να μην πω πολιτικό δόγμα, που θα ήταν εύστοχο, αλλά … μη μας παρεξηγήσουνε κιόλας!).
    Προσωπικά, βρίσκομαι πιο κοντά σ’ ένα μοντέλο κατά Τόμας Κουν (“η δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων” 1962), αλλά πιο γενικευμένο: δεν είναι μόνο οι “επιστήμονες” που δουλεύουν στο πλαίσιο ενός μοντέλου εργασίας (Παράδειγμα, το λέει), αλλά η συνολική κοινωνία, ως σύστημα, η οποία εντάσσει την κάθε ομάδα της – και τους “επιστήμονες”, μεταξύ άλλων – με ένα συγκεκριμένο τρόπο.
    Η κριτική της Νεοελληνικής κοινωνίας, στο άρθρο αυτό, είναι εύστοχη – και είναι και εύκολο να την κάνεις. Η Νεοελληνική Κοινωνία είναι, εκ κατασκευής, θα έλεγε κανείς, ευάλωτη στην κριτική – και η πρώτη που την ασκεί, είναι η ίδια – διατηρώντας, περισσότερο, τα προβλήματά της, παρά λύνοντας οτιδήποτε (κι οι φιλόσοφοί της δεν είναι – συχνά – καλύτεροι – όμως αυτό, για άλλη φορά).
    Αλλά ο εντοπισμός του “μεταμοντέρνου σχετικισμού” ως “φιλοσοφίας” του Νεοέλληνα είναι κάπως υπερβολικός. Ο Νεοέλληνας δεν έχει “φιλοσοφία”, εκ πεποιθήσεως. Και αυτή είναι η “φιλοσοφία” του, να “μην έχει φιλοσοφία”. Ούτε “μεταμοντέρνος σχετικισμός”, ούτε “πολλαπλές πραγματικότητες”, ούτε τίποτα. Το να το πεις αυτό το πράμα “μεταμοντέρνο σχετικισμό” σημαίνει να κάνεις μια “περιγραφή”, εύστοχη ή όχι, αλλά δεν “ερμηνεύεις” την σκέψη του Νεοέλληνα.