Μάρκος Αυρήλιος – Γεννήθηκες, λοιπόν, μόνο για την ευχαρίστηση;


Όταν σηκώνεσαι με κακή διάθεση το πρωί, έχε πρόχειρη την σκέψη: «Σηκώνομαι για να επιτελέσω το έργο του ανθρώπου. Και στεναχωριέμαι ακόμη, που πάω να κάνω αυτό για το οποίο γεννήθηκα και βγήκα στον κόσμο; Ή μήπως γεννήθηκα για να μένω ξαπλωμένος και να ζεσταίνομαι μες στα στρώματα;»

– «Μα αυτό μ’ ευχαριστεί περισσότερο!»

– Γεννήθηκες, λοιπόν, μόνο για την ευχαρίστηση; Μόνο για να παθαίνεις και όχι για να ενεργείς; Δε βλέπεις τα μικρά φυτά, τα σπουργίτια, τα μυρμήγκια, τις αράχνες, τις μέλισσες, που το καθένα τους επιτελεί το έργο του συμβάλλοντας, στο μέτρο που του αναλογεί, στην τάξη του κόσμου; Κι εσύ από την άλλη δεν θες να κάνεις αυτά που αναλογούν στους ανθρώπους. Δεν βιάζεσαι να κάνεις αυτό που υπαγορεύει η φύση σου.

-«Ναι, μα πρέπει να αναπαυόμαστε κιόλας».

– Πρέπει, συμφωνώ. Ακόμα και γι’ αυτό, η φύση έχει δώσει το σωστό μέτρο, όπως μας έδωσε και το μέτρο του φαγητού και του πιοτού. Εσύ όμως πας να ξεπεράσεις το μέτρο, προχωράς πέρα από το αρκετό – στις πράξεις όχι ακόμη, αλλά μέχρι εκεί που σε παίρνει.

Είναι που δεν αγαπάς τον εαυτό σου’ αλλιώς, και τη φύση σου θα αγαπούσες και τη βούλησή της. Εδώ, άλλοι άνθρωποι αγαπούν την τέχνη τους τόσο πολύ που τα δίνουν όλα γι’ αυτήν και μένουν νηστικοί και άλουστοι. Εσύ την φύση σου την εκτιμάς λιγότερο απ’ ό,τι ο χαράκτης εκτιμάει τη χαρακτική, ο χορευτής το χορό, ο φιλάργυρος τα λεφτά, και ο ματαιόδοξος τα ψίχουλα της δόξας. Ετούτοι, πάνω στην προσπάθειά τους, προτιμούν να μη φάνε και να μη κοιμηθούν, παρά να μείνουν στάσιμα αυτά που τους ενδιαφέρουν. Κι εσύ θαρρείς πως οι πράξεις με τις οποίες επιτελείς το κοινωνικό σου έργο είναι πιο ευτελείς και πως δεν αξίζει να επιδείξεις τον ίδιο ζήλο.

Πόσο εύκολο είναι να απωθήσουμε και να σβήσουμε από το νου κάθε παράσταση που μας είναι ενοχλητική ή ξένη, και μεμιάς να βρούμε τη γαλήνη!

Κρίνε τον εαυτό σου άξιο για κάθε έργο ή λόγο σύμφωνο με τη Φύση, και μη σε επηρεάζουν οι μομφές κι οι κουβέντες μερικών. Αν πρόκειται να γίνει ή να ειπωθεί κάτι ωραίο, μην απαξιώνεις τον εαυτό σου. Γιατί εκείνοι έχουν το δικό τους ηγεμονικόν και τα δικά τους κίνητρα. Εσύ μη τα κοιτάς αυτά αλλά τράβα τη δική σου ευθεία, εκεί που σε οδηγεί η φύση σου και η Φύση τού παντός: ένας είναι ο δρόμος τους.


Πορεύομαι μέσα από τα όσα ορίζει η Φύση, μέχρι να ’ρθει η ώρα να πέσω να ξεκουραστώ’ αφήνοντας την πνοή μου στον αέρα που καθημερινά ανασαίνω, και το κορμί μου στη γη, που χάρισε στον πατέρα μου το σπέρμα, στη μάνα μου το αίμα, στην τροφό μου το γάλα’ στη γη που καθημερινά επί τόσα χρόνια με ταΐζει και με ποτίζει’ στη γη που με κουβαλάει ενώ την πατάω και που σε τόσα την εκμεταλλεύομαι.

Οι άλλοι δεν έχουν να σε θαυμάσουν για το κοφτερό σου μυαλό. Έστω. Υπάρχουν όμως ένα σωρό άλλα για τα οποία δεν μπορείς να πεις: «δεν με προίκισε η φύση». Εσύ να δείχνεις αυτά που εξαρτώνται από σένα αποκλειστικά. Και τέτοια είναι η γνησιότητα, η σοβαρότητα, η δύναμη να υπομένεις, η αδιαφορία για τις ηδονές, η έλλειψη μεμψιμοιρίας, η ολιγάρκεια, η ηπιότητα, η απλοχεριά, το απέριττο, τα μετρημένα λόγια, η μεγαλοπρέπεια.

Δεν αντιλαμβάνεσαι πόσα πράγματα ήδη περνούν από το χέρι σου, για τα οποία δεν υπάρχει δικαιολογία, ότι δεν έχεις τη φυσική ικανότητα ή δεν είσαι επιτήδειος; Και παρ’ όλα αυτά, μένεις πίσω με τη θέλησή σου; Ή μήπως είσαι υποχρεωμένος σώνει και καλά να γκρινιάζεις, να ’σαι γλοιώδης, να ’σαι γλείφτης, να κατηγοράς το σώμα σου, να ’σαι φιγουρατζής και καυχησιάρης, να ταλαιπωρείς με χίλιους δυο τρόπους την ψυχή σου – επειδή τέτοιος έγινες από φυσικού σου;

Όχι, μα τους θεούς! Θα μπορούσες εδώ και καιρό να έχεις απαλλαγεί απ’ όλα αυτά! Και στη χειρότερη περίπτωση, για το μόνο που θα μπορούσαν να σε κατηγορήσουν θα ’ταν ότι είσαι βραδύνους και νωθρός. Μα και σ’ αυτό ακόμη χρειάζεται άσκηση’ την πνευματική νωθρότητα μη τη βλέπεις με αυταρέσκεια και μην ολιγωρείς.

Άλλος πάλι θα σου κάνει ένα καλό κι αμέσως θα υπολογίσει επακριβώς τη χάρη που του χρωστάς. Άλλος δεν είναι τόσο βιαστικός στους υπολογισμούς, μα κατά βάθος δεν παύει να σε βλέπει σαν οφειλέτη του και δεν ξεχνάει την ευεργεσία. Κι άλλος, για να το πούμε έτσι, δε θέλει να ξέρει το καλό που σου ’κάνε’ όπως το αμπέλι που βγάζει σταφύλια και δεν σου ζητάει τίποτα όταν σου προσφέρει τον καρπό του. Όπως το άλογο που τρέχει, ο σκύλος που βρίσκει τα χνάρια, η μέλισσα που έφτιαξε μέλι, έτσι κι ο άνθρωπος που έκανε το καλό δεν το μελετάει’ μόνο προχωράει παραπέρα και ξανακάνει το καλό – σαν το αμπέλι, που όταν φτάσει η εποχή, ξαναβγάζει και προσφέρει τον καρπό του.

Απ’ αυτούς να είσαι, που έχουν ένα τρόπο να μη συνειδητοποιούν το τι προσφέρουν. «Ναι, μα θα πρέπει», σου λέει ο άλλος, «ακριβώς αυτό να συνειδητοποιούμε. Γιατί ένα από τα χαρακτηριστικά του κοινωνικού ανθρώπου είναι η επίγνωση ότι οι πράξεις του έχουν κοινωνικό αντίκτυπο’ και, μα τον Δία, το να θέλει να το διαπιστώνουν αυτό κι οι συμπολίτες του».

— Σωστά μιλάς, όμως έχεις παρεξηγήσει το νόημα των όσων λέω. Γι’ αυτό θα γίνεις κι εσύ ένας από αυτούς που ανέφερα πριν. Γιατί κι αυτούς τους παρασέρνει κάποια ευλογοφανής ιδέα. Αν πάλι θέλεις να καταλάβεις τι εννοώ, μη φοβάσαι πως αυτό θα σε αποτρέψει από το να προσφέρεις κοινωνικό έργο.

Προσευχή των Αθηναίων: «Βρέξε, αγαπημένε μας Δία, ρίξε βροχή στη γη των Αθηναίων και στις πεδιάδες». Ή να μη προσεύχεσαι καθόλου, ή έτσι να προσεύχεσαι, απλά και αβίαστα.

aureliusΜάρκος Αυρήλιος “Τα εις εαυτόν” – Εκδόσεις Θύραθεν

Αντικλείδι , http://antikleidi.com

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -