Η δυστοπία του μέλλοντος

dystopia 1


Κοίταξα μες το μέλλον τους μήνες και τα χρόνια που ξανά θα γυρίσουνε χωρίς εμένα

 ~ Οδ. Ελύτης (Άξιον Εστί-Τα Πάθη Ανάγνωσμα Πέμπτο)


Την δύσκολη ζωή μου ασφαλή να κάνω
εγώ στην Τράπεζα του Μέλλοντος επάνω
πολύ ολίγα συναλλάγματα θα βγάλω.

Κεφάλαια μεγάλ’ αν έχει αμφιβάλλω.
Κι άρχισα να φοβούμαι μη στην πρώτη κρίση
εξαφνικά τας πληρωμάς τις σταματήσει.

~ Κ.Π. Καβάφης (Η Τράπεζα του Μέλλοντος)

H σχέση του ανθρώπου με τον χρόνο είναι μία από τις βασικές ορίζουσες της ύπαρξης του. Συμβάλει στην αυτοσυνειδησία του, μετουσιώνει τις προτεραιότητές του, νοηματοδοτεί τις ιεραρχήσεις του. Αν κάτι διαχωρίζει τον άνθρωπο από τα υπόλοιπα έμβια όντα, ίσως περισσότερο και από τον λόγο -ως λογική αλλά και ως ικανότητα έκφρασης και επικοινωνίας- είναι η ικανότητα -και η αναγκαιότητα- προβολής της ύπαρξής του στο μέλλον. Είναι μια ανάγκη τόσο ισχυρή που υπερβαίνει ακόμη και το ίδιο το χρονικό πεπερασμένο του βίου, άλλως οι θρησκείες και οι υποσχέσεις μεταθανάτιας -άχρονης- ζωής δεν θα υφίσταντο. Αν έχεις νοιώσει την αγωνία των ανθρώπων στις εσχατιές της ζήσης τους, το ξέρεις, το ξέρεις καλά.

Stop_time_III_by_vimark-1

«Είμαι καλά γιατρέ; Θα ζήσω μερικά χρονάκια ακόμη; Ξέρεις, δεν τον φοβάμαι τον θάνατο. Την έζησα τη ζωή μου, κι έζησα καλά. Αγώνας βέβαια, δε λέω, και προβλήματα και αναποδιές, αλλά δεν το βάζαμε κάτω. Με την κυρία Αμαλία, ξέρεις, τη γυναίκα μου, είχαμε τα ζόρια μας, αλλά είχαμε και τα ωραία μας, και… παλέψαμε, παλέψαμε πολύ. Ήρθαμε από την Πόλη το ’74, ξέρεις, με τα γεγονότα. Έχεις πάει στην Πόλη γιατρέ; Όχι; Να πας. Ναι, εγώ γιατρέ, ο Παντελής, σε το λέω, να πας. Σαν την Πόλη, άλλη πόλη δεν έχει. Έχω ταξιδέψει όλο τον κόσμο, ήμουν άνθρωπος του κόσμου εγώ, ανήσυχος, ήθελα να δω, να μάθω, να γνωρίσω, πως ζουν οι άνθρωποι, πως σκέφτονται, πως δουλεύουν. Ε λοιπόν, εγώ σε το λέω, σε το ξάνα-λέω δηλαδή, άλλη πόλη σαν την Πόλη δεν έχει.

Τι τα θες όμως; Τ’αφήκαμε όλα πίσω κι ήρθαμε εδώ, εδώ δίπλα στο Παληό Φάληρο (ήθελε η κυρία Αμαλία να βλέπει τη θάλασσα), και φτου κι απ’ την αρχή. Ξαναρχίσαμε. Και ξαναφτιαχτήκαμε γιατρέ. Τρία παιδιά αναστήσαμε. Δυό παλικάρια και την Ελενίτσα μου. Τη γνώρισες γιατρέ την Ελενίτσα μου, έτσι δεν είναι; Είχαμε έρθει μαζί την άλλη φορά, τη θυμάσαι, ε; Φιλόλογος. Τα αγαπούσε από παιδάκι τα γράμματα. Δεν την ξεκολλούσες από τα βιβλία. Διάβαζε με τις ώρες, Καζαντζάκη, Βενέζη, Λουντέμη, Χέμινγουεϊ, και τους Ρώσους, ειδικά αυτόν τον Ντοστογιέσφσκι. Μανία που είχε με αυτόν τον Ντοστογιέφσκι το κοριτσάκι μου. Σε κουράζω γιατρέ; Όχι; Σε κουράζω, το ξέρω. Είμαστε της πολυλογίας εμείς οι Πολίτες γιατρέ. Κι άμα μας πιάσουν κι αυτές οι θύμησες, οι αναθεματισμένες, δε σταματάμε. Τέλος πάντων. Άλλο ήθελα να σου πω κι έμπλεξα με τις φλυαρίες. Θέλω να ζήσω μερικά χρόνια ακόμη, γιατρέ, να είμαι γερός, να τους βοηθήσω όπως μπορώ. Θαρρώ τα μεγαλώσαμε σωστά με την κυρία Αμαλία τα παιδιά μας, Τους δώκαμε αρχές, τα μάθαμε ν’αγαπούν τον συνάνθρωπο, να ψάχνουν, να αναρωτιούνται, να γυρεύουν τη γνώση, να δείχνουν σέβας στον κόπο και τη δουλειά τους. Να στηρίζεστε στις δυνάμεις σας, τους έλεγα πάντα, να βοηθάτε ο ένας τον άλλο τα’λεγε η μάνα τους. Μορφώθηκαν, σπουδάσαν και τα τρία, μηχανικός ο Στέλιος, αρχιτέκτονας ο Αλκιβιάδης, φιλόλογος η Ελενίτσα. Με «Άριστα» τα πτυχία τους, γιατρέ, και μεταπτυχιακά, και διατριβές, στη Γαλλία τα στείλαμε, η Ελενίτσα με υποτροφία.

Εγώ νόμιζα θα μείνουν εκεί, γυρίσαν όμως πίσω. Ο νόστος…που λέει και η Ελενίτσα μου, δεν αντέχεται η ξενιτιά πατέρα, μου’λεγε ο Αλκιβιάδης. Λες να μην το ξέρω, γιέ μου, λες να μην το ξέρω εγώ, που ξεριζωθήκαμε με την μάνα σου από την Πόλη; Και τώρα τι γιατρέ μου; Τους βλέπω,… έχουν μαραζώσει. Ο Αλκιβιάδης ονειρευόταν καριέρα στο Πανεπιστήμιο, το πάλεψε χρόνια δούλευε εκεί άμισθος, ομιλίες, μαθήματα, εργαστήρια, δημοσιεύσεις, δεν μπόρεσε να βρει μια θέση, το σύστημα έχει φρακάρει, δεν ανανεώνεται απογοητεύθηκε. Κάνει σκόρπιες κάποιες μελέτες εδώ κι εκεί, μόλις που τα φέρνει βόλτα, σκέφτεται τώρα να γυρίσει στη Γαλλία, αλλά κι εκεί έχουν ζορίσει τα πράγματα. Ο Στέλιος στην αρχή πήγε καλά, είναι δουλευτάρης, όλη μέρα δεν σταματούσε, να μεγαλώσει τις δουλειές του ήθελε, ανοίχτηκε, δανείστηκε, γύρισε η αγορά, πέθανε η οικοδομή, το πάλεψε κι αυτός, δεν το’βαλε κάτω, είπε θα επενδύσω στα ενεργειακά, ούτε αυτό περπατάει όμως. Τώρα ψάχνει να βρει την άκρη να πάει δουλέψει στην Τουρκία, ναι γιατρέ, στην Τουρκία, μ’αυτόν τον Ερντογάν έχουν μεγάλη ανάπτυξη, έργα παντού, και τους εκτιμάνε τους Έλληνες μηχανικούς, τους εκτιμάνε πολύ. Έτσι είναι ο Τούρκος γιατρέ, τη δουλειά θέλει να του κάνεις, κι αν του την κάνεις σωστά, δεν έχει πρόβλημα αν είσαι Έλληνας. Και η Ελενίτσα μου προσπαθεί, τυραννιέται το πουλάκι μου. Δυό μικρά παιδάκια έχει και τρέχει στα ιδιαίτερα εδώ κι εκεί. Και τους αγαπάει τους μαθητές της, γιατρέ, τους πονάει και τους κυνηγάει. Θέλω ν’αγαπήσουνε τη γλώσσα μας πατέρα. Αυτή η υπέροχη γλώσσα, είναι ότι μας έχει μείνει. Έτσι με λέει.


Αγωνίζονται γιατρέ, προσπαθούν. Αλλά να, πως να στο πω, με φαίνεται ότι έχουν αρχίσει και κιοτεύουν, σαν να βαραίνουν οι ώμοι τους, σαν να σκύβουν το κεφάλι. Θολώνει ο ορίζοντας τους, δεν βλέπουν μέλλον κι απογοητεύονται, κι ας μην το μολογάνε. Δεν το χωράει αυτό ο νους μου, γιατρέ. Θέλω να μείνω ορθός, να τα εμψυχώσω, να τα πείσω πως ότι χαλνιέται, ξαναγέννεται, πως ότι γκρεμιέται, ξαναχτίζεται, πως ότι πέφτει, ξανασηκώνεται, πως θέλει πίστη, και θέληση, και πείσμα. Όλα μπορούν να σε τα πάρουν γιατρέ, όχι όμως την ελπίδα. Είμαστε πρόσφυγες εμείς, αντέχουμε. Κοιτάμε τη θάλασσα κι ονειρευόμαστε. Θα δεις, θα γυρίσουν πάλι τα πράγματα, κράτα με μόνο εσύ γερό γιατρέ, να ζήσω να δω τα πουλάκια μου να ξαναπετάνε. Σε ζάλισα όμως βρε γιατρέ μου, τι όχι, ξέρω εγώ σε ζάλισα, δεν ήταν εδώ και η κυρία Αμαλία να με βάλει πάγο. Να πηγαίνω σιγά-σιγά. Θα ξανάρθω σε τρεις μήνες, όπως είπαμε, ε; Θα φέρω και την κυρία Αμαλία την άλλη φορά, ήτανε στης Ελενίτσας σήμερα, κρατούσε τα εγγονάκια, αλλά θα την φέρω κι αυτήν γιατί τσιμπάει η πίεση της με τις στεναχώριες. Άντε γιατρέ μου, γεια σου και να΄σαι καλά.

Έβαλε τη ρεντιγκότα του, πήρε την ομπρέλα του κι έκανε να φύγει, ευθυτενής με το αργό αρχοντικό του βάδισμα. Μισάνοιξε την πόρτα, σταμάτησε και ξαναγύρισε προς την μεριά μου.

«Και να πας στην Πόλη γιατρέ, δεν είναι άλλη πόλη σαν τούτη».

8112_344556582289421_1391226781_n

Πληθαίνουν οι ασθενείς τα τελευταία χρόνια που έχουν ανάγκη να μιλήσουν, όπως ο κύριος Παντελής. Κι είναι πολλοί αυτοί που βαδίζοντας προς το τέλος του βίου ανησυχούν για τα παιδιά τους. Και περιγράφουν όλοι σχεδόν την ίδια εικόνα: νέοι άνθρωποι απογοητευμένοι, πιο αποκαμωμένοι κι από τους γέροντες γονείς τους. Μέσα στην κρίση χάθηκαν πολλά, κι ένα από τα πιο σημαντικά είναι η δυνατότητα προβολής του μέλλοντος. Κανείς δεν μοιάζει να μπορεί να κοιτάξει μακρυά, να σχεδιάσει τις κινήσεις του σε βάθος χρόνων, να φανταστεί με κάποια εύλογη σιγουριά τη δουλειά του, την επιχείρησή του, τις σπουδές των παιδιών του. Ο βίος έγινε μάχη για την επιβίωση και το μέλλον φαντάζει μια γκρίζα, θολή δυστοπία.

Στην αρχή της κρίσης πολλοί σοβαροί και συγκροτημένοι άνθρωποι πίστευαν πως η νομοτελειακή κατάρρευση του ψευδεπίγραφου μοντέλου δάνειας ευμάρειας και παρασιτικής προσοδοθηρίας θα οδηγούσε -έστω αργά και επώδυνα-στην ανάδυση μιας ορθολογικότερης, εξωστρεφούς αναπτυξιακής δυναμικής και μιας ορθολογικότερης και πιο γνήσια αντιπροσωπευτικής θεσμικής κοινωνικής και πολιτειακής συγκρότησης. Θεώρησαν πως η απαξίωση της λογικής του κράτους-πατερούλη που ανέθρεψε τις μεταπολιτευτικές γενιές θα απελευθέρωνε τον δυναμισμό και τη δημιουργικότητα μιας -πρωτόγνωρα για τα δεδομένα της χώρας- καταρτισμένης νέας γενιάς που θα στρεφόταν στην καινοτομία και θα έδινε το στίγμα μιας νέας αναγεννητικής πορείας -με τις οδίνες βέβαια της γέννας- στηριγμένης σε πιο στέρεες βάσεις. Το σκεπτικό τους φάνταζε λογικό. Η πραγματικότητα όμως δεν τους επιβεβαίωσε και δείχνει να αφίσταται των θεωρητικών τους συλλογισμών. Τέσσερα χρόνια τώρα στρεβλές δομές γκρεμίζονται, τίποτα όμως δεν φαίνεται να χτίζεται στη θέση τους και η ταχύτητα και βιαιότητα σάρωσης όλων των -πάλαι ποτέ- σταθερών, δεν αφήνει ένα έδαφος γόνιμο για νέα σπορά, αλλά μια άνυδρη αφιλόξενη έρημο. Αν η  «ασφάλεια» του κρατικισμού ήταν -και απεδείχθη- κίβδηλη, το νέο περιβάλλον χωρίς κανόνες και σταθερές μοιάζει με ζούγκλα. Αν η  «απόλυτη» ασφάλεια των σοσιαλιστικών φαντασιώσεων περιστέλει την ανθρώπινη ελευθερία και στερεί το κίνητρο της δράσης, η απόλυτη ανασφάλεια του μετα-νεωτερικού χρηματοπιστωτικού χάους φαλκιδεύει την ανθρώπινη δημιουργικότητα εξίσου, αν όχι περισσότερο. Αν ένας ορισμένος βαθμός ανασφάλειας λειτουργεί ως έναυσμα δημιουργίας, η απόλυτη ανασφάλεια παραλύει. Είναι η διαφορά δημιουργικού και παραλυτικού άγχους.

Για να «ξαναπετάξουν τα πουλάκια» του κύριου Παντελή, πρέπει να ξαναδούν το περίγραμμα -έστω- του μέλλοντος τους. Το μέλλον με χρώματα. Θα μπορέσουν να το ζωγραφίσουν;

______________

    ~

 Πηγή: sxoliopoliti.blogspot.gr

by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

Πάρε το χρόνο σου σοβαρά

Το ψυχολογικό κόστος της λιτότητας

Στ.Ράμφος – Η Ελληνική αίσθηση του χρόνου 

Η αυταπάτη του χρόνου

Όταν η ζωή σου υψώνει τοίχο, να μάθεις να τον να τον ξεπερνάς και να τον χαίρεσαι