Επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας

work-routineΑ) ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 37 ΤΟΥ Ν. 4024/2011 

Ο Ν. 1876/90 «Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις» απαριθμεί, στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 αυτού, τα εξής είδη συλλογικών συμβάσεων έργασίας:
α) Εθνικές γενικές, που αφορούν τους εργαζόμενους όλης της χώρας.
β) Κλαδικές, που αφορούν τους εργαζόμενους περισσότερων ομοειδών ή συναφών επιχειρήσεων ορισμένης πόλης ή περιφέρειας ή και όλης της χώρας.
γ) Επιχειρησιακές, που αφορούν τους εργαζόμενους μιας επιχείρησης.
δ) Εθνικές ομοιοεπαγγελματικές, που αφορούν τους εργαζόμενους ορισμένου επαγγέλματος ή και των συναφών ειδικοτήτων συγκεκριμένης πόλης ή περιφέρειας.
Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 3 του Ν. 1876/90, οι κλαδικές, οι επιχειρησιακές και οι ομοιοεπαγγελματικές (εθνικές ή τοπικές) συλλογικές συμβάσεις εργασίας δεν επιτρέπεται να περιέχουν όρους εργασίας δυσμενέστερους για τους εργαζόμενους από τους όρους εργασίας των εθνικών γενικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας.
Οι ανωτέρω διατάξεις μαζί με τις διατάξεις του άρθρου10 του Ν. 1876/90, που θεσπίζουν, σε περίπτωση συρροής, την εφαρμογή της ευνοϊκότερης για τον εργαζόμενο συλλογικής σύμβασης εργασίας, αποτελούσαν μία ικανοποιητική περιφρούρηση των εργασιακών σχέσεων. Όμως, τα τελευταία δύο χρόνια, ο θεσμός των συλλογικών συμβάσεων εργασίας δέχεται αλλεπάλληλα νομοθετικά πλήγματα, με σκοπό την αποδυνάμωση ή ακόμα και την κατάργησή του. Η επίθεση στοχεύει, κυρίως, τις επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, τις οποίες προσπαθούν να υποβαθμίσουν και υποβαθμισμένες να τις επιβάλουν ευρύτερα στον επιχειρησιακό χώρο, σε βάρος των κλαδικών και ομοιοεπαγγελματικών, που παρέχουν κατά κανόνα μείζονα προστασία στον εργαζόμενο.
Με το άρθρο 13 του Ν. 3899/2010 προστέθηκε νέα παράγραφος 5Α στο άρθρο 3 του Ν. 1876/90, με την οποία επιτράπηκε η σύναψη «ειδικών επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων εργασίας», ετήσιας διάρκειας, με δυνατότητα ανανέωσης, που θα μπορούσαν να περιέχουν όρους δυσμενέστερους για τους εργαζόμενους και αμοιβές κατώτερες από εκείνες της αντίστοιχης κλαδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας. Ο θεσμός αυτός, ασφαλώς και λόγω της υπερβολικά γραφειοκρατικής διατύπωσης της παραγράφου 5Α, δεν περπάτησε στην πράξη. Έτσι, με την παράγραφο 2 του άρθρου 37 του Ν. 4024/2011 καταργήθηκε η εν λόγω παράγραφος 5Α και τα της επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας ρυθμίσθηκαν με την αντικατασταθείσα παράγραφο 5 του άρθρου 3 του Ν. 1876/90, που έχει ως εξής:

‘Αρθρο 37 Ν. 4024/2011 (ΦΕΚ 226/Α’/27.10.2011)
Ρυθμίσεις Συλλογικών Διαπραγματεύσεων.-

1. Η παρ. 5 του άρθρου 3 του Ν. 1876/90 (Α’ 27) αντικαθίσταται ως εξής:
«5. Οι επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις συνάπτονται, κατά σειρά προτεραιότητας, από συνδικαλιστικές οργανώσεις της επιχείρησης που καλύπτουν τους εργαζόμενους ή, σε περίπτωση που δεν υπάρχει συνδικαλιστική οργάνωση στην επιχείρηση, από ένωση προσώπων, και πάντως ανεξάρτητα από την κατηγορία, τη θέση ή την ειδικότητα των εργαζομένων στην επιχείρηση και, εφόσον αυτές ελλείπουν, από τις αντίστοιχες πρωτοβάθμιες κλαδικές οργανώσεις και από τον εργοδότη.
Η ένωση προσώπων του προηγούμενου εδαφίου συστήνεται τουλάχιστον από τα τρία πέμπτα (3/5) των εργαζομένων στην επιχείρησης, ανεξαρτήτως του συνολικού αριθμού εργαζομένων σε αυτήν και χωρίς η διάρκειά της να υπόκειται σε χρονικό περιορισμό. Εάν μετά την τυχόν σύσταση ένωσης προσώπων για το σκοπό της παραγράφου αυτής, πάψει να συντρέχει η προϋπόθεση της συμμετοχής των τριών πέμπτων (3/5) των εργαζομένων στην επιχείρηση, η οποία απαιτείται για τη σύστασή της, διαλύεται, χωρίς άλλη διατύπωση. Για δε τα λοιπά θέματα που αφορούν την ένωση προσώπων εξακολουθεί αν εφαρμόζεται η περί8πτωση γγ’ του εδαφίου α’ της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του Ν. 1264/82 (Α’ 79)».
Με τις παραπάνω νομοθετικές τακτοποιήσεις, απλοποιήθηκε η διαδικασία σύναψης επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Έτσι:

α) Αρμοδιότητα προς σύναψη τέτοιας σύμβασης
έχει κάθε εργοδότης, ανεξάρτητα από τον αριθμό των εργαζομένων που απασχολεί.
Εκ μέρους των εργαζομένων αυτήν την αρμοδιότητα έχει, κατά σειρά προτεραιότητας η συνδικαλιστική οργάνωση της επιχείρησης που καλύπτει τους εργαζόμενους, ανεξάρτητα από την κατηγορία, θέση ή ειδικότητά τους. Στην περίπτωση που υπάρχουν περισσότερες συνδικαλιστικές οργανώσεις στην επιχείρηση, τότε την ικανότητα προς σύναψη της επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας έχει η πλέον αντιπροσωπευτική επιχειρησιακή συνδικαλιστική οργάνωση (κατά την παράγραφο 1α του άρθρου 6 του Ν. 1876/90). Σε περίπτωση που δεν υπάρχει συνδικαλιστική οργάνωση στην επιχείρηση, η σύναψη της επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας γίνεται από ένωση προσώπων.

β) Οι ενώσεις προσώπων διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 1264/82 και ειδικότερα από την παράγραφο 3 του άρθρου 1 αυτού, που τις αναγνωρίζει ως πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις. Τις ενώσεις προσώπων συνιστούν δέκα (10) τουλάχιστον εργαζόμενοι με ιδρυτική πράξη, την οποία καταθέτουν στο γραμματέα του αρμόδιου Ειρηνοδικείου και κοινοποιούν στον εργοδότη. Όμως, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 3 του Ν. 1876/90, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 37 § 1 του Ν. 4024/2011 (βλ. ανωτέρω), δεν απαιτούνται πλέον δέκα (10) εργαζόμενοι για τη σύσταση «ένωσης προσώπων», αλλά αρκούν τα 3/5 των εργαζομένων στην επιχείρηση. Δηλαδή, σε επιχείρηση που απασχολεί 20 εργαζόμενους αρκούν 12 εργαζόμενοι και σε επιχείρηση με προσωπικό 10 άτομα αρκούν 6 εργαζόμενοι για τη σύναψη επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας.

γ) Συρροή επιχειρησιακής Σ.Σ.Ε. με κλαδική Σ.Σ.Ε. Η παράγραφος 2 του άρθρου 10 του Ν. 1876/90 ορίζει: «2. Κλαδική ή επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας υπερισχύει σε περίπτωση συρροής με οποιοεπαγγελματική συλλογική σύμβαση εργασίας». Όμως, με την παράγραφο 5 του άρθρου 37 του Ν. 4024/2011 προστέθηκε στην άνω παράγραφο 2 του άρθρου 10 του Ν. 1876/90 νέο εδάφιο, ως εξής: «Όσο διαρκεί η εφαρμογή του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής (2012-2015, Ν. 3986/2011), η επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας υπερισχύει σε περίπτωση συρροής με κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας και πάντως δεν επιτρέπεται να περιέχει όρους εργασίας δυσμενέστερους για τους εργαζόμενους από τους όρους εργασίας εθνικών συλλογικών συμβάσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 3 του νόμου αυτού». Μετά τη ρύθμιση αυτή, η επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας υπερισχύει, σε περίπτωση συρροής, τόσο της ομοιοεπαγγελματικής, όσο και της κλαδικής, έστω κι αν περιέχει δυσμενέστερες για τους εργαζόμενους διατάξεις.

δ) Αναστολή κήρυξης κλαδικών και ομοιοεπαγγελματικών Σ.Σ.Ε. ως γενικώς υποχρεωτικών. Σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 37 του Ν. 4024/2011, η εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 11 του Ν. 1876/90, που αναφέρονται στην κήρυξη ως γενικώς υποχρεωτικών των κλαδικών και ομοιοεπαγγελματικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, αναστέλλεται, όσο διαρκεί η εφαρμογή του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής (τα έτη 2012-2015). Αφού, λοιπόν, δεν θα μπορούν να κηρυχθούν ως γενικώς υποχρεωτικές οι κλαδικές και ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, θα δεσμεύουν και θα ισχύουν μόνον για τους εργαζόμενους και εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων.

ε) Επιτάχυνση της διαδικασίας ίδρυσης εργατικών σωματείων.- Για την επιτάχυνση της διαδικασίας ίδρυσης εργατικών σωματείων και τη διευκόλυνση, προφανώς, της κατάρτισης των επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων εργασίας συντμήθηκε στο ελάχιστο ο χρόνος για την έκδοση της σχετικής δικαστικής απόφασης, που εγκρίνει ή απορρίπτει τη σχετική αίτηση. Για το λόγο αυτό, προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 37 του Ν. 4024/2011 εδάφιο β’ στην παράγραφο 1 του άρθρου 787 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που έχει ως εξής:
«Η συζήτηση της αίτησης ορίζεται υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών, το δε δικαστήριο αποφαίνεται οριστικά αμέσως και δέχεται ή απορρίπτει την αίτηση. Η απόφασή του δημοσιεύεται σε δημόσια συνεδρίαση μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας ή το αργότερο εντός 48 ωρών».

Β) ΜΕΙΩΣΗ ΤΩΝ ΝΟΜΙΜΩΝ ΑΠΟΔΟΧΩΝ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ
Να σημειωθεί εδώ ότι οι παραπάνω ρυθμίσεις του άρθρου 37 του Ν. 4024/2011 δεν αποτελούν τη μοναδική απόπειρα υποβάθμισης και εκθεμελίωσης του θεσμού των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Από αρκετών ετών, με το άρθρο 4 του Ν. 2639/1998 είχε προβλεφθεί η δυνατότητα σύναψης τοπικών συμφώνων απασχόλησης των εργαζομένων, για την αντιμετώπιση της ανεργίας, με κατώτατα όρια αμοιβών μικρότερα της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας. Ανάλογη είναι και η διάταξη της παραγράφου 8 του άρθρου 74 του Ν. 3863/2010, που αναφέρεται στη δυνατότητα όλων των εργοδοτών να προσλαμβάνουν νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας, ηλικίας κάτω των 25 ετών και να τους αμείβουν μόνο με το ογδόντα τέσσερα τοις εκατό (84%) του κατώτατου βασικού μισθού ή ημερομισθίου της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας. Ενώ, η παράγραφος 9 του ίδιου άρθρου και νόμου επιτρέπει τη σύναψη ειδικής σύμβασης μαθητείας μεταξύ εργοδοτών και ατόμων που έχουν συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο (15ο) έτος έως και το δέκατο όγδοο (18ο) έτος της ηλικίας τους με αποδοχές στο εβδομήντα τοις εκατό (70%) του κατωτάτου ημερομισθίου ή μισθού της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας.

‘Aρθρο του κ. MIΛTIAΔH K. ΛEONTAPH
Oικονομολόγου-Eργασιολόγου
Eπιστημονικού Συνεργάτη του περιοδικού «ΛOΓIΣTHΣ»

Leave a Reply