Συναισθηματική Νοημοσύνη

T4950075-Artificial_intelligence-SPLΗ   ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ   ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ   ΚΑΙ   Η   ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ      ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ   ΤΗΣ   ΣΤΟ   ΕΛΛΗΝΙΚΟ   ΣΧΟΛΕΙΟ 


Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

ΜΕΡΟΣ Α 
Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Β. Ο ΒΑΣΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΤΟΥ ΕΓΚΕΦΑΛΟΥ
  • Ο εγκέφαλος σκέπτεται τον εαυτό του
  • Πώς αναπτύχθηκε ο εγκέφαλος
  • Ο συγκινησιακός εγκέφαλος
  • Ο χειρισμός των συναισθημάτων
  • Εναρμονίζοντας το συναίσθημα με τη σκέψη
  • Ο εγκέφαλος ως αυτοργανώσιμο σύστημα
  • Αντικειμενική αντίληψη
  • Μπορεί να καταστεί δυνατή η εξήγηση της συνείδησης
  • Αποθηκεύοντας στη συναισθηματική μνήμη
  • Συμπερασματικά
Γ. ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ
  • Ένας έξυπνος βλάκας
  • Πόσο έξυπνα μπορεί να είναι τα συναισθήματα;
  • ΔΝ,ΣΝ: καθαροί θεωρητικοί τύποι
  • Ο εγκέφαλος σκέπτεται τον εαυτό του ή Γνώθι σαυτόν
  • Το χάρισμα του δεξιοτέχνη
  • Αισιοδοξία: η κινητήρια δύναμη
  • Ροή: η νευροβιολογία της τελειότητας
  • Μάθηση + Ροή: ένα νέο εκπαιδευτικό πρότυπο
  • Η σημασία της ενσυναίσθησης
  • Ο σημαντικός ρόλος της οικογένειας
ΜΕΡΟΣ Β
  • Συναισθηματική Παιδεία
  • Στο σχολείο των συναισθημάτων
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 

emotional-intelligence

ΕΙΣΑΓΩΓΗ 

Aποθηκεύοντας στη συναισθηματική μνήμη 

Παρ’ όλο που η αμυγδαλή αποθηκεύει αρχέγονες πληροφορίες δε θα έπρεπε να τη σκεφτούμε ως τι μοναδικό κέντρο μάθησης. Η εγκαυίδρυση των αναμνήσεων είναι μια λειτουργία του όλου δικτύου, όχι μόνο ενός συστατικού. Η αμυγδαλή είναι πραγματικά κρίσιμη, μα δεν πρέπει να χάσουμε την παρατήρηση του γεγονότος ότι οι λειτουργίες υπάρχουν μόνο μέσα από την ικανότητα του συστήματος στο οποίο ανήκουν.

Η μνήμη γενικά, τείνει να είναι η διαδικασία μέσω της οποίας ανακαλούμε στον εγκέφαλο προηγούμενες συνειδησιακές εμπειρίες. Η αυθεντική μάθηση και μνήμη είναι ανάμεσα στον ιππόκαμπο και τον φλοιό.Αλλά, μετακίνηση του ιππόκαμπου έχει μικρή επίδραση στην κατάσταση του φόβου – εκτός από την κατάσταση που αφορά το γενικότερο πλαίσιο.

Σε αντίθεση, η συναισθηματική μάθηση που επιτυγχάνεται μέσω της κατάστασης του φόβου, δεν είναι δηλωμένη μάθηση.Είναι περισσότερο ενδιάμεση κατάσταση σ’ ένα διαφορετικό σύστημα, το οποίο κατά πάσα πιθανότητα, λειτουργεί ανεξάρτητα από τη δική μας συνειδησιακή αντίληψη. Συναισθηματικές πληροφορίες μπορούν ν’ αποθηκευτούν χωρίς τη δηλωμένη μνήμη, όμως φυλάσσονται εκεί σαν ένα ψυχρό, δηλωμένο γεγονός. Για παράδειγμα, αν ένα άτομο έχει πληγωθεί σ’ ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα, στο οποίο το κλάξον του αυτκινήτου κόλλησε, αυτός/αυτή μπορεί αργότερα ν’ αντιδρά όταν ακούει το δυνατό ήχο κλάξον αυτοκινήτων. Το άτομο μπορεί να θυμάται τις λεπτομέρεις του ατυχήματος, όπου και όποτε συνέβη, ποιος άλλος ήταν μπλεγμένος και πόσο άσχημο ήταν. Αυτές είναι δηλωμένες μνήμες οι οποίες εξαρτώνται από τον ιππόκαμπο. Το άτομο επίσης μπορεί να υποστεί ένταση, άγχος και κατάθλιψη, καθώς η συναισθηματική μνήμη επανεργοποιήθηκε μέσα από το αμυγδαλικό σύστημα. Το δηλωμένο σύστημα έχει αποθηκεύσει το συναισθηματικό περιεχόμενο της εμπειρίας, μα το έχει κάνει επίσης και σαν γεγονός.

Συναισθηματικές και δηλωμένες μνήμες έχουν αποθηκευτεί και αναχθεί παράλληλα και οι ενέργειές τους είναι συνδεμένες αδιαχώριστα στη συνειδησιακή μας εμπειρία. Αυτό δε σημαίνει πως έχουμε απευθείας πρόσβαση στη συναισθηματική μνήμη μας΄αντίθετα σημαίνει πως έχουμε πρόσβαση στις συνέπειες – δηλαδή στον τρόπο που συμπεριφερόμαστε, στον τρόπο που αισθάνονται τα σώματά μας.Αυτές οι συνέπειες συνδυάζονται με την ισχύουσα δηλωμένη μνήμη για να διαμορφώσουν μια καινούρια δηλωμένη μνήμη. Το συναίσθημα δεν είναι απλώς μνήμη του ασυνείδητου: εξασκεί πολυδύναμη επιρροή στη δηλωμένη μνήμη και στις άλλες διαδικασίες σκέψεις. Όπως έχουν αποδείξει ο James ΜcGaugh και οι συνεργάτες του στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, η αμυγδαλή παίζει ουσιαστικό ρόλο στη διαμόρφωση της διατήρησης και δύναμης των μνήμεων.

Είναι πολύ σημαντική η διαφορά ανάμεσα στη δηλωμένη μνήμη και τη συναισθηματική μνήμη. Ο W.J.Jacobs του Πανεπιστημίου British Columbia και η Lynn Nabel του Πανεπιστημίου της Αριζόνα, δια φωνούσαν στο ότι δεν έχουμε την ικανότητα να θυμηθούμε τραυματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα πολύ νωρίς στη ζωή μας, επειδή ο ιππόκαμπος δεν είχε ωριμάσει αρκετά στο σημείο της διαμόρφωσης ενσυνειδήτων, προσπελάσιμων αναμνήσεων. Το σύστημα συναισθηματικής μνήμης, το οποίο αναπτύχθηκε προηγουμένως, διαμορφώνεται καθαρά και διατηρεί τις ασυνείδητες μνήμες αυτών των γεγονότων.

Και γ’ αυτό το λόγο, το τραύμα μπορεί να έχει επίπτωση στις νοητικές και συμπεριφοριστικές λειτουργίες στη μετέπειτα ζωή ενός ατόμου, αν και μέσα από τις διαδικασίες που παραμένουν απροσπέλαστες στη συνείδηση.

Επειδή η ταξινόμηση κατά ζεύγος, τονικότητα και σοκ, μπορεί να προκαλέσει εξαρτημένες αντιδράσεις στα ζώα, είνια φανερό ότι οι καταστάσεις φόβου δεν μπορεί να εξαρτώνται από τη συνείδηση. Μύγες και σαλιγκάρια για παράδειγμα, δεν είναι όντα που ξέρουν τη συνειδησιακή και πνευματική διαδικασία τους. Η μέθοδος ερμήνευσης του φαινομένου του Joseph E. LeDoux, είναι σκεφτούμε το φόβο σαν μια ντικειμενική κατάσταση αντίληψης, που διεξάγεται όταν τα συστήματα του εγκεφάλου αντιδρούν στον κίνδυνο. Μόνον όταν ο οργανισμός θέτει έναν αρκετά ανεπτυγμένο νοητικό μηχανισμό, δημιουργεί ενσυνείδητο φόβο συνοδευμένο με σωματική αντίδραση. Δεν υποστηρίζουμε πως οι άνθρωποι δημιουργούν εμπειρία φόβου, αλλά, περισσότερο, ότι η συνείδηση είναι μια αναγκαία προϋπόθεση στην υποκειμενοποίηση συναισθηματικών καταστάσεων.

Έτσι, συναισθήματα ή αισθήματα είναι συνειδητά παράγωγα μιας ασυνείδητης διαδικασίας. Είναι πολύ σημαντικό να θυμηθούμε ότι οι υποκειμενικές εμπειρίες που ονομάζουμε αισθήματα, δεν είναι οι πρωταρχικές λειτουργίες του συστήματος που τις παράγει. Οι συναισθηματικές εμπειρίες είναι το αποτέλεσμα συστημάτων σε ετοιμότητα συμπεριφοριστικής προσαρμογής που έχουν διατηρηθεί μέσω της ανάπτυξης. Κάθε είδους υποκειμενικές εμπειρίες είναι προκαλούμενο πεδίο για τους επιστήμονες. Ούτως ή άλλως, έχουμε κάνει μακρύ δρόμο στην κατανόηση του νευρικού συστήματος και από το ίδιο το σύστημα, πραγματικά μπορούν να διεγερθούν υποκειμενικά αισθήματα.Εάν είναι έτσι, οι μελέτες πάνω στο νοητικό έλεγχο των συναισθηματικών αντιδράσεων, μπορεί να κρατούν το κλειδί για την κατανόηση των υποκειμενικών συναισθημάτων.[1]

Αντικειμενική   Αντίληψη 

Η συνείδηση συσχετίζεται με ό,τι μπορούμε ν’ αποκαλέσουμε «αντίληψη»: η διαδικασία κατά την οποία οι πληροφορίες στον εγκέφαλο είναι σφαιρικά διαθέσιμες να θέσουν σε κίνηση διαδικασίες, όπως ακριβώς η ομιλία και η σωματική δραστηριότητα.

Η ιδέα ίσως δείχνει ασήμαντη. Όμως, η αντίληψη είναι αντικειμενική και φυσική, σε πεδία όπου η συνείδηση δεν είναι.[2]

 Μπορεί   να   καταστεί   δυνατή   η   εξήγηση   της   συνείδησης

Πιστεύουμε ότι, αυτή τη στιγμή, η καλύτερη προσέγγιση στο πρόγραμμα της εξήγησης της συνείδησης είναι να συγκεντωθούμε στην έρευνα για να βρούμε τι γνωρίζουμε για το νευρικό συσχετισμό της συνείδησης – τις διαδικασίες στον εγκέφαλο, που είανι πιο άμεσα υπεύθυνες για τη συνείδηση. Εντοπίζοντας τους νευρώνες στον εγκεφαλικό φλοιό που σχετίζεται περισσότερο με τη συνείδηση και σχηματοποιώντας πώς ενώνονται σε αλυσίδα με τους νευρώνες οπουδήποτε αλλού στον εγκέφαλο, μπορεί να βρούμε το κλειδί των εσωτερικών θεάσεων, το οποίο ο David J. Chalmers ονομάζει το μεγάλο πρόβλημα: ένας πλήρης υπολογισμός των τρόπων με τον οποίο η υποκειμενική εμπειρία φανερώνεται από αυτές τις εγκεφαλικές διαδικασίες.

Προτείνουμε τον Chalmers για τολμηρή αναγνώριση και επικέντρωση στο μεγάλο πρόβλημα σ’ αυτό το πρώιμο στάδιο, παρ’ όλο που δεν ενθουσιαζόμαστε για κάποια από τα σκεπτικά πειράματα. Το μεγάλο αυτό πρόβλημα, μπορεί να χτυπηθεί με διάφορες ερωτήσεις: Γιατί έχουμε εμπειρίες για τα πράγματα γύρω μας; Τι οδηγηεί σε συγκεκριμένη συνειδησιακή εμπειρία (όπως είναι η αίσθηση του πράσινου – πρασινότητα του χρώματος πράσινου); Γιατί κάποιες όψεις της υποκειμενικής εμπειρίας είναι αδύνατον να μεταβιβαστούν σε άλλους ανθρώπους (με άλλα λόγια, γιατί είναι καθαρά προσωπικές); Πιστεύουμε πως έχουμε μιαν απάντηση στο τελευταίο πρόβλημα και μια πρόταση για τα δύο πρώτα, περιστρεφόμενοι γύρω από ένα φαινόμενο, γνωστό ως κατηγορηματική, νευρωνική αναπαράσταση.

Τι δίνει «κατηγορηματική» ερμηνεία στα παραπάνω συμφραζόμενα; Ίσως ο καλύτερος τρόπος να το προσδιορίσουμε είναι μ’ ένα παράδειγμα. Στις αντιδράεις της εικόνας ενός ανθρώπου ας υποθέσουμε, τα γαγγλιακά κύτταρα βολιδοσκοπούν όλο το πεδίο του αμφιβληστροειδούς χιτώνα, όπως ακριβώς τα pixels στην οθόνη μιας τηλεόρασης, για να δηνιουργήσει μια απόλυτη αναπαράσταση του προσώπου. Την ίδια στιγμή, μπορούν επίσης ν΄αντιδράσουν σε πάμπολλα άλλα χαρακτηριστικά της εικόνας, όπως οι σκιες, οι γραμμές, ο ανομοιογενής φωτισμός κ.τ.ό. Αντίθετα, μερικοί νευρώνες, υψηλά ιστάμενοι στην ιεραρχία του οπτικού φλοιού αντιδρούν κυρίως στο πρόσωπο ή ακόμα στο πρόσωπο ειδωμένο από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία. Τέτοιοι νευρώνες βοηθούν τον εγκέφαλο ν’ αναπαραστήσει το πρόσωπο μ’ έναν συγκεκριμένο τρόπο. Οι απώλειά τους, που είναι αποτέλεσμα ενός χτυπήματος ή κάποιας άλλης εγκεφαλικής βλάβης, οδηγεί στην προσωπαγνωσία, μια ανικανότητα του ατόμου ν’ αναγνωρίζει συνειδησιακά, φιλικά του πρόσωπα – ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό – παρ’ όλο που το άτομο ένα πρόσωπο σαν ένα πρόσωπο. Παρόμοια, βλάβες σε άλλα σημεία του οπτικού φλοιού, μπορούν να προκαλέσουν σε κάποιον την απώλεια της εμπειρίας των χρωμάτων, ενώ ακόμα μπορεί να δει τις αποχρώσεις του μαύρου και άσπρου, παρ’ όλο που δεν υπάρχει ελάττωμα στη σύλληψη των χρωμάτων στο μάτι.

Σε κάθε επίπεδο, η οπτική πληροφορία επανακωδικοποιείται τυπικά με έναν ημιεραρχικό τρόπο. Τα γαγγλιακά κύτταρα του αμφιβληστροειδούς αντιδρούν σε μια πηγή φωτός. Οι νευρώνες, στον πρωταρχικό οπτικό φλοιό, είναι περισσότερο ειδικοί στην αντίδραση των γραμμών ή των γωνιών. Οι υψηλότεροι νευρώνες θα μπορούσαν να προτιμήσουν ένα κινούμενο περίγραμμα. Ακόμα πιο ψηλά, είναι αυτοί που αντιδρούν στα πρόσωπα ή σε άλλα φιλικά αντικείμενα. Στην κορυφή είναι αυτοί οι οποίοι σχεδιάζουν τις προ-λειτουργικές και λειτουργικές δομές στον εγκέφαλο, όπου βομβαρδίζουν τους νευρώνες που εισάγουν πράξεις τέτοιες, όπως η ομιλία ή η αποφυγή ενός αυτοκινήτου που έρχεται καταπάνω μας.

O Chalmers πιστεύει, όπως και οι Francis Crick, Christof Koch, ότι οι υποκειμενικές ιδέες μιας εμπειρίας πρέπει να λαμβάνουν χώρα κοντά στην πυροδότηση των νευρώνων που ανταποκρίνονται σ’ αυτές τις ιδέες (οι νευρωνικοί συσχετισμοί – συνάψεις). Περιγράφει ένα γνωστό σκεπτικό επιχείρημα, που έχει δομηθεί γύρω από μια υποθετική νευροεπιστήμονα, τη Μαίρη, που είναι ειδικευμένη στην αντίληψη των χρωμάτων, όως δεν έχει δει ποτέ ένα χρώμα. Πιστεύουμε ότι ο λόγος που η Μαίρη δε γνωρίζει, πώς είναι να βλέπει ένα χρώμα, ίσως, είναι ότι δεν είχε ποτέ κατηγορηματική νευρωνική αναπαράσταση ενός χρώματος στον εγκέφαλό της, παρά μόνο μέσα από λέξεις και ιδέες σχετικά με τα χρώματα.

Στην ανάγκη να περιγράψουμε μια υποκειμενική οπτική εμπειρία, η πληροφορία πρέπει να μεταδοθεί στο επίπεδο εκκινητικής παραγωγής του εγκεφάλου, εκεί όπου είναι δυνατή η ομιλία ή άλλες πράξεις. Αυτή η μετάδοση αφορά και ως συνέπεια την επανακωδικοποίηση της πληροφορίας, έτσι ώστε η κατηγορηματική πληροφορία εκφράζεται από τους κινητικούς – λειτουργικούς νευρώνες που συσχετίζονται, όχι όμως αναγνωριστικά, στην κατηγορηματική πληροφορία που εκφράζεται από την πυροδότηση των νευρώνων, που σχετίζονται με τη χρωματική εμπειρία, σε κάποιο επίπεδο στην οπτική ιεραρχία.

Δεν είναι δυνατόν, τότε, να συνδέσουμε με λέξεις και ιδέες την ακριβή φύση μιας υποκειμενικής εμπειρίας. Είναι όμως δυνατό, ίσως, να συνδέσουμε μια διάκριση μεταξύ υποκειμενικών εμπειριών – για παράδειγμα η διάκριση ανάμεσα στο κόκκινο και το περτοκαλί. Αυτό είναι δυνατό επειδή η διάκριση σε ένα υψηλό επίπεδο, οπτικής περιοχής του φλοιού, θα είναι συνδεμένη με τη διάκριση στα κινητικά – λειτουργικά επίπεδα. Η συνέπεια είναι ότι δεν μπορούμε ποτέ να εξηγήσουμε σε άλλους ανθρώπους την υποκειμενική φύση της οποιαδήποτε συνειδησιακής εμπειρίας, μόνο τη σχέση της με αυτές των άλλων ατόμων.

Στις άλλες δύο ερωτήσεις, που αφορούν το γιατί έχουμε συνειδησιακές εμπειρίες και ποιο είναι αυτό που οδηγεί τις συγκεκριμένες, εμφανίζεται δυσκολότερη η εξήγηση. O Chalmers προτείνει ότι χρειάζονται την εισαγωγή της «εμπειρίας» ως ένα καινούριο ιδρυματικό χαρακτηριστικό του κόσμου, σχετιζόμενο με την ικανότητα ενός οργανισμού να υποβάλλει σε επεξεργασία πληροφορίες. Αλλά ποιοι τύποι από νευρωνικές πληροφορίες να ναταποκρίνονται στην «κυανότητα» του μπλε παρά στην «πρασινότητα του πράσινου; Αυτά τα προβλήματα φαίνονται ως τα πιο δύσκολα στις μελέτες για τη συνείδηση.

Οι Krick, Koch προτιμούν μια ανεξάρτητη προσέγγιση, που αφορά τις ιδέες της «σημασίας». Σε ποια αίσθηση οι νευρώνες που αφορούν κατηγορηματικά τον κώδικά για ένα πρόσωπο, μπορεί να ειπωθεί ότι συνδέουν τη σημασία ενός προσώπου στο υπόλοιπο μέρος του εγκεφάλου; Τέτοια ιδιότητα πρέπει να σχετίζεται με το προβαλλόμενο πεδίο του κυττάρου – το υπόδειγμα των συναπτικών συνδέσεων στους νευρώνες που κωδικοποιείται κατηγορηματικά για συσχετισμένες συλλήψεις (ιδέες). Τέλος, αυτές οι συνδέσεις φτάνουν μέχρι την έξοδο εκκίνησης λειτουργίας. Για παράδειγμα, οι νευρώνες αντιδρούν σ’ ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, που μπορεί να είναι συνδεμένο με την έκφραση του ονόματος του προσώπου του οποίου είναι πρόσωπο, μέσω κάποιου, αλλά και τη φωνή του άλλου/άλλης, οι αναμνήσεις έχουν σχέση και με αυτόν/αυτήν και συνεχίζεται.

Τέτοιες διασυνδέσεις μεταξύ των νευρώνων μπορεί να είναι χρήσιμες, συμπεριφοριστικά – με άλλα λόγια έχουν σχέσεις αλληλουχίας με την ανατροφοδότηση από το σώμα και τον εξωτερικό κόσμο.

Η εννόηση προέρχεται από ένα σύστημα συνδέσεων μεταξύ αυτών των αναπαραστάσεων με άλλες, εξαπλωμένες σ’ ολόκληρο το σύστημα του φλοιού, σε μια συσχέτιση δικτύου, παρόμοια με ένα λεξικό ή με μια συσχετισμένη βάση δεδομένων. Όσο πιο διαφορετικές είναι οι συνδέσεις, τόσο πλουσιότερη είναι η εννόηση. Εάν, όπως υπάρχει στο προηγούμενο παράδειγμα της προσωπαγνωσίας, οι συνάψεις εξόδων, για ένα τέτοιο πρόσωπο, είναι μπλοκαρισμένες, τα κύτταρα θα αντιδρούν στο πρόσωπο του ατόμου, όμως δε θα μπορούσε να υπάρχει συσχετισμένη εννόηση και, έτσι, πολύ λιγότερη εμπειρία του. Γι’ αυτό το λόγο, ένα πρόσωπο θα μπορούσε να ειδωθεί όχι όμως και να αναγνωριστεί επίσης.

Βέβαια, ομάδες νευρώνων μπορούν ν’ αναλάβουν νέες λειτουργίες, επιτρέποντας στον εγκέφαλο να μάθει νέες κατηγορίες (συμπεριλαμβανομένων και προσώπων), συσχετίζοντας τις νέες κατηγορίες με τις ήδη προϋπάρχουσες. Βασικές πρωταρχικές συσχετίσεις, όπως ο πόνος, κατά ένα μέρος προϋπάρχουν από τη γέννηση, ακολούθως επανεβρίσκονται στη ζωή.

Οι πληροφορίες μπορούν πραγματικά να είναι το κλειδί της σύλληψης, όπως υποπτεύεται ο Chalmers. Μεγαλύτερη βεβαιότητα θα χρειαζόταν εξέταση και μελέτη των υψηλών, παράλληλων καναλιών της πληροφορίας, συνδεμένες – όπως οι νευρώνες – σε πολύπλοκα συστήματα. Θα ήταν χρήσιμο να προσπαθήσουμε να καθορίσουμε τα χαρακτηριστικά ενός νευρωνικού δικτύου ή κάποιων άλλων το ίδιο υπολογιστικών ενσωματώσεων, που θα πρέπει να έχει, για να γεννηθεί η εννόηση. Είναι πιθανό το γεγονός ότι τέτοιες ασκήσεις θα συμπέραναν τη νευρωνική βάση της εννόησης. Το πολύ δύσκολο πρόβλημα της συνείδησης μπορεί να εμφανιστεί μέσα από ένα εντελώς καινούριο φως. Ίσως ακόμα να εξαφανιστεί.[3]

Συμπερασματικά… εναρμονίζοντας το συναίσθημα με τη σκέψη, ο λόγος για την εκτενή αναφορά στις λειτουργίες του εγκεφάλου, είναι η καθαρά ιατρική απόδειξη μέσω των μαγνητικών ανιχνεύσεων των μερών του εγκεφάλου, η καθαρά επιστημονική, όχι ακαδημαϊκή απόδειξη ότι η κατεύθυνση του συρμού των νευρώνων και η επιλογή των συνάψεων που συμβαίνουν κάθε μέρος του δευτερολέπτου, ανήκουν προσωπικά στον καθένα μας. Η συνείδησή μας, σαν αυτοοργανώσιμο σύστημα, διαμορφώνει τις σκέψεις και πράξεις μας. Αυτό σημαίνει ότι είμαστε ελεύθεροι από κάθε άποψη, και ταυτόχρονα υπεύθυνοι για οποιαδήποτε στιγμιαία σκέψη και πράξη. Οι προμετωπιαίες μεταιχμιακές διασυνδέσεις είναι κρίσιμες και ουσιαστικές στο να μας οδηγήσουν στις αποφάσεις που έχουν τη μεγαλύτερη σημασία στη ζωή μας.

Ξεκινήσαμε με το Δρ. Νταμάζιο και τελειώνουμε με τις έρευνες που διεξήγαγε πάνω στο τι δημιουργεί μειονεξία σε ασθενείς με βλάβη στο κύκλωμα προμετωπιαίου – αμυγδαλής. Η ικανότητά τους να παίρνουν αποφάσεις έχει πληγεί σημαντικά και παρά ταύτα δεν εμφανίζουν κανένα περιορισμό του νοητικού τους πηλίκου ή οποιασδήποτε άλλης γνωστικής ικανότητας. Ο Δρ. Νταμάζιο ισχυρίζεται ότι οι αποφάσεις τους είναι τόσο άστοχες επειδή έχουν χάσει την πρόσβαση στη συναισθηματική νοημοσύνη. Άρα τα συναισθήματα είναι τυπικά απαραίτητα στη λήψη λογικών αποφάσεων. Μας υποδεικνύουν τη σωστή κατεύθυνση, όπου η στεγνή λογική μπορεί να είναι η καλύτερη επιλογή. Με τον τρόπο αυτό ο συγκινησιακός εγκέφαλος εμπλέκεται στη λογική σκέψη όσο  και ο σκεπτόμενος εγκέφαλος. Ο νους δεν μπορεί να λειτουργήσει στην εντέλεια χωρίς τη συναισθηματική νοημοσύνη. Κανονικά η συμπληρωματικότητα του μεταιχμιακού συστήματος και του νεοφλοιού, της αμυγδαλής και των προμετωπιαίων λοβών σημαίνει ότι το καθένα είναι το έτερον ήμισυ του άλλου στη διανοητική ζωή. Όταν αυτά τα δύο συμπληρωματικά μέρη αλληλεπιδρούν ικανοποιητικά, η συναισθηματική νοημοσύνη προάγεται – όπως και η πνευματική ικανότητα.[4]

Ο Paul McLean (1978), ερευνητής του εγκεφάλου, πιστεύει ότι ο αλτρουισμός και η εμπάθεια είναι άμεσα συσχετισμένοι με τη λειτουργία του προμετωπιαίου φλοιού, το νεότερο μέρος του ανθρώπινου εγκεφάλου. Προτείνει ότι, εάν αυτοί οι νευρωνικοί συρμοί, δεν καταφέρουν να μπουν στο παιχνίδι στο κρίσιμο στάδιο στάδιο της ανάπτυξης, στην παιδική ηλικία, ίσως ποτέ δε θα μπορέσουν να λειτουργήσουν κανονικά. Εφόσον παρέχουμε ένα «αντιδραστικό», εκπαιδευτικό περιβάλλον για τα παιδιά μας, μπορεί έτσι αυτό το περιβάλλον να ειδωθεί σαν σημαντικό για τη βιολογική, πνευματική και συναισθηματική ανάπτυξή τους.[5]

emotionsΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ 

Η αγάπη είναι η ακριβής αντανάκλαση της συνείδησης της αληθινής φύσης μας. Γεννιόμαστε αβοήθητοι. Αμέσως μόλις συνειδητοποιούμε τους εαυτούς μας συνειδητοποιούμε τη μοναξιά. Χρειαζόμαστε τους άλλους ανθρώπους, φυσιολογικά, συναισθηματικά, πνευματικά’ τους χρειαζόμαστε, αν θέλουμε να γνωρίζουμε κάτι, ακόμα και τους εαυτούς μας. [6]

                                                                        C. S. Lewis

Ένας έξυπνος βλάκας 

   Μετά τη πρόταση του Χάουαρντ Γκάρντνερ στο σημαντικό έργο του «Οργάνωση του Νου» για τη Θεωρία της Πολλαπλής Ευφυϊας, πως υπάρχουν επτά διαφορετικές ευφυϊες, μπορούμε να υποθέσουμε πως κάποιος που είναι ευφυής στην ευφυϊα του χώρου για παράδειγμα, ίσως, είναι βλάκας όσον αφορά κάποιο άλλο είδος ευφυϊας.

Η ακαδημαϊκή ευφυϊα δεν έχει και πολλή σχέση με τη συναισθηματική ζωή. Άνθρωποι με υψηλό δείκτη νοημοσύνης μπορεί να χειρίζονται εντυπωσιακά άστοχα την προσωπική της ζωή. Σε αντίθεση με το ΔΝ, που έχει γνωρίσει κοντά στα εκατό χρόνια έρευνες πάνω σε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους, η συναισθηματική νοημοσύνη (emotional intelligence, EQ) είναι μια νέα έννοια. Κανένας δεν μπορεί να πει με ακρίβεια σε ποιο βαθμό ευθύνεται για τις διαφορές των ανθρώπων στη ζωή τους. Από τα δεδομένα προκύπτει ότι μπορεί να είναι εξίσου και μερικές φορές πιο ισχυρή από το ΔΝ. Παρόλο που υπάρχουν εκείνοι που ισχυρίζονται ότι ο ΔΝ δεν μπορεί να μεταβληθεί σημαντικά από την εμπειρία ή την αγωγή, καίριες συναισθηματικές ικανότητες μπορούν πράγματι να διδαχθούν και να βελτιωθούν στα παιδιά – αν βέβαια μπούμε στον κόπο να τις διδάξουμε.

Άλλωστε ο τρόπος που γίνονται οι συνάψεις στον εγκέφαλο, επιτρέπει τις νέες κατηγοριοποιήσεις ακόμα και σε μεγαλύτερη ηλικία.

Όμως τα σχολεία μας συνεχίζουν να εστιάζουν την προσοχή στις ακαδημαϊκές δεξιότητες, αγνοώντας τη συναισθηματική νοημοσύνη, ένα σύνολο διακριτικών στοιχείων – μερικοί θα το αποκαλούσαν χαρακτήρα – που επίσης έχει απεριόριστη σημασία για το προσωπικό μας πεπρωμένο. Η συναισθηματική σφαίρα είναι ένα πεδίο το οποίο, όσο και τα μαθηματικά ή η ανάγνωση, μπορεί να χειριστεί κανείς με μεγαλύτεη ή μικρότερη επιδεξιότητα, και απαιτεί το δικό της μοναδικό σύνολο ικανοτήτων. Το συναισθηματικό ταλέντο είναι μια μετα-ικανότητα που καθορίζει πόσο καλά μπορούμε να χειριστούμε οποιαδήποτε ικανότητα διαθέτουμε, ακόμα και την ακατέργαστη ευφυϊα (raw intellect). Οι άνθρωποι που δεν είναι σε θέση να βάλουν σε τάξη και να ελέγξουν τη συναισθηματική τους ζωή, δίνουν εσωτερικές μάχες που υπονομεύουν την ικανότητά τους για σωστά προσανατολισμένη εργασία και καθαρή σκέψη.

Εμείς σαν εκπαιδευτικοί θα έπρεπε να δαπανούμε λιγότερο για να κατατάσσουμε βαθμολογικά τα παιδιά και περισσότερο για να τα βοηθάμε να εντοπίσουν τις φυσικές τάσεις τους και τα χαρίσματά τους και αυτά να καλλιεργήσουμε. (Άλλωστε από τους βασικούς σκοπούς ενός εκπαιδευτικού είναι να μαθαίνει τα παιδιά πώς να μαθαίνουν και τα παιδιά θα βρουν αυτό που τα ενδιαφέρει μόνα τους).Υπάρχουν εκατοντάδες τρόποι επιτυχίας και πολλές, πάρα πολλές διαφορετικές ικανότητες που θα μας βοηθήσουν να φθάσουμε εκεί, παρατηρεί ο Χάουαρντ Γκάρντνερ, ψυχολόγος στην Παιδαγωγική Σχολή του Χάρβαρντ, που όπως αναφέραμε και προηγούμενα, εισήγαγε τη θεωρία της πολλαπλής νοημοσύνης.

Για παράδειγμα η διαπροσωπική νοημοσύνη αναλύεται σε τέσσερις ξεχωριστές ικανότητες: ηγετικό πνεύμα, ικανότητα στη σύναψη διαπροσωπικών σχέσεων καιστη διατήρηση φιλίας, ικανότητα επίλυσης διαφορών, καθώς και ικανότητα στο είδος της κοινωνικής ανάλυσης. Αυτή η πολυπρόσωπη άποψη της νοημοσύνης προσφέρει μια πλουσιότερη εικόνα της ικανότητας ενός παιδιού και του δυναμικού του για επιτυχία απ’ ότι ο καθιερωμένος ΔΝ.

Η θεωρία του Γκάρντνερ εξακολουθεί να βρίσκεται σε εξέλιξη. Δέκα χρόνια περίπου αφότου δημοσίευσε τη θεωρία του για πρώτη φορά, έδωσε με δυο λόγια αυτούς τους ορισμούς για τα δυο είδη προσωπικής νοημοσύνης:

   Διαπροσωπική νοημοσύνη είναι η ικανότητα να καταλαβαίνουμε τους άλλους ανθρώπους: τι τους παρακινεί, πώς εργάζονται και πώς εμείς θα εργαστούμε σε αγαστή σύμπνοια μαζί τους. Πετυχημένοι πωλητές, πολιτικοί, δάσκαλοι, κλινικοί επαγγελματίες της υγείας και θρησκευτικοί ηγέτες είναι, χωρίς αμφιβολία, άτομα με υψηλό βαθμό διαπροσωπικής νοημοσύνης. Ενδοπροσωπική νοημοσύνη…είναι μια συσχετική ικανότητα που στρέφεται προς τα μέσα. Είναι η ικανότητα να σχηματίσουμε ένα ακριβές, γνήσιο πρότυπο του εαυτού μας και να μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτό το πρότυπο για να λειτουργούμε αποτελεσματικά στη ζωή μας. Συμπληρωματικά, ο πυρήνας της διαπροσωπικής νοημοσύνης περιλαμβάνει «την ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει και να ανταποκρίνεται κατάλληλα στις διαθέσεις, στην ψυχοσύνθεση, στα κίνητρα και στις επιθυμίες των άλλων ανθρώπων». Στην ενδοπροσωπική νοημοσύνη, κλειδί για την αυτοεπίγνωση, συμπεριέλαβε την «πρόσβαση του ανθρώπου στα προσωπικά του αισθήματα και την ικανότητα να τα διακρίνει μεταξύ τους και να αντλεί από αυτά στοιχεία που θα καθοδηγούν τη συμπεριφορά του».

Επομένως η άποψή του για τα είδη αυτά της νοημοσύνης δίνει έμφαση στο γνωστικό τομέα: την κατανόηση του εαυτού μα και των άλλων ως προς τα κίνητρα, τις εργασιακές συνήθειες, και τον τρόπο που χρησιμοποιεί αυτή η βαθιά γνώση ώστε να μας βοηθήσει να ζήσουμε χωρίς προβλήματα και να τα πάμε καλά με τους άλλους. Η σφαίρα των συναισθημάτων εκτείνεται και πέρα από γλωσσικά και γνωσιακά όρια.

   Δεν έχει ακόμα διερευνηθεί τόσο η ιδέα ότι υπάρχει νοημοσύνη μέσα στα συναισθήματα, όσο και μια δεύτερη, ότι η νοημοσύνη μπορεί να ενταχθεί στα συναισθήματα.

Εντελώς τυχαία σύμπτωση με το θέμα της ΣΝ, πήραμε μέρος σε έκθεση ζωγραφικής που θα γίνει στο Ναγκάνο Σίτυ της Ιαπωνίας στα πλαίσια των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων. Ο τίτλος του έργου μας που πήρε μέρος είχε τίτλο: «Ο Ντέιτα λύνει την άσκησή του». Αναφερόταν ακριβώς στο μάθημα του Ντέιτα, που λαχταράει ν’ αποκτήσει τις ψηλότερες αξίες της ανθρώπινης καρδιάς – η πίστη, η ελπίδα, η αφοσίωση, η αγάπη – που απουσιάζουν εντελώς από την ψυχρή, γνωσιακή άποψή του. Ο Ντέιτα ήταν συναισθηματικά αναλφάβητος. Τα συναισθήματα μας κάνουν πλούσιους και ένα μοντέλο του νου που τ’ αφήνει απέξω είναι ένας στερημένος νους.

emotions-fixedΠΟΣΟ ΕΞΥΠΝΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ;

Ο Πίτερ Σάλοβι, ψυχολόγος από το Γέηλ, εντάσσει τα είδη της προσωπικής νοημοσύνης στο βασικό ορισμό του περί συναισθηματικής νοημοσύνης, επεκτείνοντας αυτές τις ικανότητες σε πέντε βασικούς τομείς:

  1. Γνώση των συναισθημάτων μας. Η αυτοεπίγνωση – η αναγνώριση ενός συναισθήματος την ώρα που δημιουργείται – είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της συναισθηματικής νοημοσύνης. Η ικανότητα να αντιλαμβανόμαστε και να αναγνωρίζουμε κάθε στιγμή τα συναισθήματα είναι καίρια για την ψυχολογική ενόραση και αυτοκατανόηση. Η τυχόν ανικανότητά μας να παρατηρήσουμε τα πραγματικά μας αισθήματα μας αφήνει στο έλεός τους.
  2.  Έλεγχος των συναισθημάτων. Το να χειραγωγούμε και να ελέγχουμε τα συναισθήματά μας έτσι ώστε  να είναι τα κατάλληλα ανάπάσα στιγμή, είναι μια ικανότητα που οικοδομείται πάνω στην αυτοεπίγνωση. Άτομα που στερούνται αυτής της ικανότητας μάχονται πάντα τα αισθήματα της κατάθλιψης, ενώ όσοι διακρίνονται γι’ αυτή τους την ικανότητα μπορούν πολύ πιο γρήγορα να ξεπεράσουν τα πισωγυρίσματα της ζωής.
  3.  Εξεύρεση κινήτρων για τον εαυτό μας. Ο έλεγχος των συναισθημάτων που αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση ενός στόχου, είναι ουσιαστικός στην προσήλωση της προσοχής, στην εξεύρεση κινήτρων, στην αυτοκυριαρχία και στη δημιουργικότητα. Οι άνθρωποι που έχουν αυτή την ικανότητα τείνουν να είναι πολύ περισσότερο παραγωγικοί και αποτελεσματικοί σε οτιδήποτε καταπιαστούν να κάνουν.
  4. Αναγνώριση των συναισθημάτων των άλλων. Η ενσυναίσθηση, μια άλλη ικανότητα που έχει τη βάση της στη συναισθηματική αυτοεπίγνωση, είναι η θεμελιώδης ανθρώπινη δεξιότητα, που θα παρουσιαστεί και παρακάτω.
  5. Χειρισμός των σχέσεων. Η τέχνη των διαπροσωπικών σχέσεων είναι, σε μεγάλο βαθμό, η δεξιότητα του χειρισμού των συναισθημάτων των άλλων.

Φυσικά οι άνθρωποι διαφέρουν ως προς τις ικανότητές τους σε καθέναν από αυτούς τους τομείς. Μερικοί από μας μπορεί να είμαστε πολύ επιδέξιοι στο να χειριζόμαστε, ας πούμε, τα άγχη μας, αλλά συγκριτικά ανεπίδεκτοι στο να κατευνάσουμε τη δυστυχία του άλλου. Σε ευρεία κλίμακα, καθένας από αυτούς τους τομείς αντιπροσωπεύει ένα σύνολο συμπεριφορών και αντιδράσεων που, με τη σωστή προσπάθεια, μπορούν να βελτιώνονται αδιάκοπα.

emotion-picture-bleedingheartsΔΕΙΚΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ : ΚΑΘΑΡΟΙ ΘΕΩΡΗΤΙΚΟΙ ΤΥΠΟΙ

  Ο Δείκτης Νοημοσύνης ΔΝ και η Συναισθηματική Νοημοσύνη ΣΝ, δεν είναι δύο αντικρουόμενες, αλλά μάλλον δύο ξεχωριστές ικανότητες. Η δυνατότητα μέτρησης του ΣΝ με απλό τεστ, όπως του ΔΝ, δεν είναι εύκολη. Παρόλο που διεξάγεται ευρύτατη έρευνα σε καθένα από τα συστατικά της στοιχεία , μερικά από αυτά όπως η ενσυναίσθηση, μπορούν να εκτιμηθούν καλύτερα με δειγματοληψία της ικανότητας ενός ατόμου πρακτικά – όπως π.χ. με την ερμηνεία των συναισθημάτων ενός ατόμου μέσα από μια βιντεοταινία όπου αποτυπωθεί οι εκφράσεις του προσώπου του.

Ο   Εγκέφαλος   Σκέπτεται   Τον   Εαυτό   Του   ή Γνώθι σαυτόν

Η ρήση του Σωκράτη «γνώθι σαυτόν» εκφράζει ακριβώς αυτόν το θεμέλιο λίθο της συναισθηματικής νοημοσύνης: να αντιλαμβάνεσαι τα συναισθήματά σου μόλις γεννηθούν μέσα σου. Οι ψυχολόγοιχρησιμοποιούν τον όρο «μεταγνώση» για να αναφερθούν στην αντίληψη της διαδικασίας της σκέψης, καθώς και τον όρο «μετασυναίσθημα» για να υποδηλώσουν την αντίληψη των συναισθημάτων του ατόμου. Ο συγγραφέας της «Συναισθηματικής Νοημοσύνης» Daniel Goleman, προτιμά τον όρο αυτοεπίγνωση, με την έννοια της συνεχούς προσοχής του ατόμου στις εσωτερικές του καταστάσεις. Σ’ αυτήν την αυτοανακλαστική επίγνωση ο νους παρατηρεί και διερευνά την ίδια την εμπειρία, η οποία συμπεριλαμβάνει το συναίσθημα. ( Νους ορά και Νους ακούει, κατά τον Αριστοτέλη)

Αυτή η ιδιότητα της αντίληψης συγγενεύει με αυτό που ο Φρόιντ περιέγραψε ως «ισομερώς διάχυτη προσοχή». Αυτή η προσοχή προσλαμβάνει ο,τιδήποτε περνά από την αντίληψη με αμεροληψία, ως αυτόπτης μάρτυρας που ενδιαφέρεται, αν και δε συμμετέχει. Μερικοί ψυχολόγοι αποκαλούν «παρατηρητικό εγώ» την ικανότητα της αυτοεπίγνωσης που επιτρέπει στον αναλυτή να παρατηρήσει τις ίδιες του τις αντιδράσεις προς αυτό που λέει ο αναλυόμενος, και που η διαδικασία του ελεύθερου συνειρμού καλλιεργεί στον ασθενή.

Η αυτοεπίγνωση δεν είναι μια προσοχή που παρασύρεται από τα συναισθήματα, υπεραντιδρώντας και διευρύνοντας αυτό που γίνεται αντιληπτό. Μάλλον είναι μια ουδέτερη μέθοδος που συντηρεί την αυτοαντανάκλαση ακόμα και μέσα σε θυελλώδεις συγκινήσεις. Ο Γουόλιαμ Στάιρον μιλάει για την αίσθηση «ότι συνοδεύεται από ένα δεύτερο εαυτό, έναν παρατηρητή φάντασμα, ο οποίος, χωρίς να μοιράζεται την παραφροσύνη του σωσία του, είναι ικανός να παρατηρεί με απαθή περιέργεια τον αγώνα του συντρόφου του».

Αυτοεπίγνωση, με λίγα λόγια, σημαίνει «αντίληψη και της διάθεσής μας και των σκέψεών μας σχετικά με αυτή τη διάθεση» σύμφωνα με τον Τζων Μέγιερ, ψυχολόγο στο Πανεπιστήμιο του Νιου Χάμσαϊρ. Θεωρεί ότι οι άνθρωποι διαμορφώνουν διαφορετικά και ξεχωριστά στυλ καθώς αναγνωρίζουν και μαθαίνουν να χειρίζονται τα συναισθήματά τους.

  • Αυτογνώστες. Οι άνθρωποι που έχουν επίγνωση των διαθέσεών τους την ώρα που τις βιώνουν και είναι επόμενο να εξειδικεύουν κάπως τη συναισθηματική τους ζωή.
  • Καταπιεσμένοι. Είναι άνθρωποι που συχνά νιώθουν να πνίγονται από τα συναισθήματά τους και δεν μπορούν ν’ απαλλαγούν από αυτά, λες και οι ίδιες οι διαθέσεις τους έχουν πάρει το «πάνω χέρι».
  • Δεκτικοί. Ενώ αυτοί οι άνθρωποι συχνά είναι σαφείς ως προς τι νιώθουν πραγματικά, τείνουν παράλληλα ν’ αποδέχονται τις διαθέσεις τους` έτσι δεν προσπαθούν να τις αλλάξουν.

Σε ακραίες καταστάσεις η συναισθηματική αυτοεπίγνωση μερικών ανθρώπων είναι συγκλονιστική, ενώ άλλων είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Οι γυναίκες γενικά, σύμφωνα με τον Ντίνερ, ψυχολόγο στο Πανεπιστήμιο του Ιλλινόι, νιώθουν και τα θετικά και τα αρνητικά συναισθήματα πιο έντονα απ’ ότι οι άντρες. Και αφήνοντας κατά μέρος τις διαφορές φύλου, η συναισθηματική ζωή είναι πιο πλούσια γι’ αυτούς που παρατηρούν περισσότερο. Πάντως αυτή η ανεπτυγμένη συναισθηματική ευαισθησία σημαίνει ότι γαι τους ανθρώπους αυτούς η ελάχιστη πρόκληση εξαπολύει συγκινησιακές καταιγίδες, είτε απ’ τον παράδεισο είτε από την κόλαση, ενώ όσοι βρίσκονται στο άλλο άκρο βιώνουν μόλις και με τα βίαςοποιοδήποτε συναίσθημα, ακόμα και στις πιο φρικτές συνθήκες.

Ο Δρ. Πέτρος Σιφναίος, ψυχίατρος του Χάρβαρντ, επινόησε τον όρο «αλεξιθυμία» (α+λέξις+θυμός) για τους ανθρώπους που στερούνται λέξεων για τα αισθήματά τους. Οι αλεξιθυμικοί δεν είναι ανίκανοι να νιώσουν, είναι όμως ανίκανοι να αναγνωρίζουν – και ιδιαίτερα ανίκανοι να περιγράψουν με λέξεις – ποια ακριβώς είναι τα αισθήματά τους. Όπως παρατήρησε ο Χένρι Ροθ στο μυθιστόρημά του Call It Sleep, σχετικά με αυτή τη δύναμη του λόγου: “ Αν μπορούσες να εκφράσεις με λόγια αυτό που ένιωθες θα το έκανες κτήμα σου”.

   Ενδόμυχα συναισθήματα. Τα διαισθητικά σήματα που μας καθοδηγούν σε κάποιες στιγμές εμφανίζονται με τη μορφή μεταιχμιακών διεγερτικών κυμάτων, προερχόμενων από το εσωτερικό του οργανισμού μας, σήματα που ο Νταμάζιο «σωματικά ενδεικτικά χαρακτηριστικά» –κυριολεκτικά «ενδόμυχα συναισθήματα». Τα σωματικά ενδεικτικά χαρακτηριστικά μπορούν να παρομοιαστούν με ένα αυτόματο σύστημα συναγερμού που τυπικά αφιστά την προσοχή σε ένα δυνητικά κίνδυνο από μια δεδομένη πορεία δράσης. Πολύ συχνά, αυτά τα σωματικά ενδεικτικά χαρακτηριστικά μας αποτρέπουν από κάποια επιλογή που η εμπειρία μας προειδοποιεί ότι είναι επικίνδυνη, παρόλο που μπορούν να μας κινητοποιήσουν προς μια χρυσή ευκαιρία. Οποτεδήποτε αφυπνίζεται ένα τέτοιο ενδόμυχο συναίσθημα, εμείς μπορούμε αμέσως να απορρίψουμε ή να επιδιώξουμε τη συγκεκριμένη πορεία με μεγαλύτερη εμπιστοσύνη, κι έτσι να ιεραρχήσουμε τις επιλογές μας φτιάχνοντας έναν εύχρηστο πίνακα λήψης αποφάσεων.

   Το κλειδί προς μια πιο σταθερή βάση προσωπικής λήψης αποφάσεων είναι η εναρμόνισή μας με τα συμαισθήματά μας.

Έτσι η συναισθηματική αυτοεπίγνωση γίνεται ο ακρογωνιαίος λίθος για την ικανότητα να απαλλασόμαστε από μια κακή διάθεση. Ο Ρίτσαρντ Ντέιβινσον, ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο του Ουισκόνσιν, μέτρησε τα επίπεδα δραστηριλότητας στους προμετωπιαίους λοβούς και διαπίστωσε ότι: οι άνθρωποι που παρουσιάζουν τον εαυτό τους από μια θετική σκοπιά, με αισιόδοξη διάθεση, είχαν μια αποφασιστική υπεροχή δραστηριότητας στον αριστερό λοβό –κέντρο των καλών συναισθημάτων – και λιγότερο στο δεξιό – το κέντρο της αρνητικότητας. Η θεωρία του Ντέιβινσον είναι ότι, το να θέλει να βιώσει κανείς μια δυσάρεστη πραγματικότητα ως θετική είναι μια διεργασία που απαιτεί πολλά ενέργεια. Η αυξημένη βιοσωματική διέγερση μπορεί να οφείλεται στο ότι το νευρωνικό κύκλωμα προσπαθεί διακρώς να διατηρήσει τα θετικά συναισθήματα ή να καταπνίξει και να αποδιώξει τα οποιαδήποτε αρνητικά. Άρα είναι μια πετυχημένη στρατηγική συναισθηματικής αυτορρύθμισης, παρόλο που το κόστος της στην αυτοεπίγνωση είναι άγνωστο.[7]

Το   χάρισμα   του   δεξιοτέχνη

   Η συναισθηματική νοημοσύνη είναι μια δεξιοτεχνία, μια ικανότητα που επηρεάζει βαθύτατα όλες τις άλλες ικανότητες είτε διευκολύνοντας είτε παρεμποδίζοντάς τες. Αυτό σημαίνει ότι μια ισχυρή παιδευτική ηθική μεταφράζεται σε υψηλότερη παρότρυνση, ζήλο κι επιμονή – σε μια συγκινησιακή υπέρβαση. Ίσως να μην υπάρχει πιο ουσιαστική ψυχολογική δεξιότητα από τις αντίσταση στις παρορμήσεις. Βρίσκεται στη ρίζα κάθε συγκινησιακού αυτοελέγχου, από τη στιγμή που όλες οι συγκινήσεις, από την ίδια τους τη φύση, οδηγούν στη μια ή στην άλλη παρόρμηση για δράση (συν+κίνηση). Η ικανότητα να αντισταθούμε σ’ αυτήν την παρόρμηση για δράση, να κατασιγάσουμε την αρχόμενη κίνηση, πιθανότατα μεταφράζεται, στο επίπεδο της λειτουργίας του εγκεφάλου, σε αναστολή των μεταιχμιακών σημάτων στον κινητικό φλοιό, παρόλο που μια τέτοια ερμηνεία πρέπει για την ώρα να παραμείνει σε υποθετικό επίπεδο.

Η ικανότητα να αναστέλουμε την παρόρμηση βρίσκεται στη ρίζα μιας πληθώρας προσπαθειών: από το να αντισταθούμε σε κάποιες τροφές όταν κάνουμε δίαιτα, μέχρι να πάρουμε το πτυχίο του ΜΔΔΕ. Έτσι η ικανότητα χαλιναγώγησης της ανυπομονησίας συνεισφέρει ουσιαστικά στο διανοητικό δυναμικό, επειδή μας υποχρεώνει να παραμένουμε στο στόχο μας, να χαλιναγωγούμε την προσοχή μας και να συγκεντρωνόμαστε στο συγκεκριμένο αντικείμενό μας. Και όπως υπάρχουν άπειρες ενδείξεις ότι ο ΔΝ δεν αλλάζει, υπάρχουν επίσης άπειρες ενδείξεις ότι συναισθηματικές δεξιότητες, όπως ο έλεγχος των παρορμήσεων και η ακριβής μελέτη μιας κοινωνικής συγκυρίας, μπορούν να διδαχθούν. Η συναισθηματική αυτορρύθμιση είναι η ικανότητα να αρνούμαστε την παρόρμηση με απώτερο στόχο την εξυπηρέτηση ενός σκοπού είτε πρόκειται για τη λύση μιας εξίσωσης είτε την κατάρριψη ενός ρεκόρ.

Πολλές φορές κατά τη διάρκεια κρίσιμων στιγμών στη ζωή μας, όπως εξετάσεις, παρατηρούμε μεγάλο αριθμό ανησυχητικών σκέψεων. Όμως τα νοητικά αποθέματα που καταναλίσκονται σε μια γνωσιακή διεργασία – την ανησυχία – απλώς ελαττώνουν τα αποθέματα που διατίθενται για την επεξεργασία άλλων πμηροφοριών.Αν κατατρυχόμαστε από την ανησυχία της αποτυχίας, η προσοχή μας παύει να στρέφεται στην εξεύρεση των απαντήσεων. Οι ανησυχίες μας αυτοεκπληρώνονται και μας ωθούν προς την ίδια την καταστροφή που προφητεύουν.

Οι άνθρωποι που είναι ικανοί να χαλιναγωγούν τα αισθήματά τους μπορούν να χρησιμοποιήσουν το προληπτικό άγχος για να προτρέψουν τον εαυτό τους να προετοιμαστεί περισσότερο. Οι καλές διαθέσεις βελτιώνουν την ικανότητα της ευέλικτης και πιο σύνθετης σκέψης, κάνοντας κατά συνέπεια ευκολότερη την εξεύρεση λύσεων στα προβλήματα είτε πνευματικά είτε διαπροσωπικά. Επίσης το να ελπίζει κανείς σημαίνει ότι δεν υποχωρεί στο άγχος που τον συντρίβει, δεν υιοθετεί ηττοπαθή στάση ούτε καταβάλλεται από την κατάθλιψη μπροστά σε δύσκολες προκλήσεις ή εμπόδια.

interpersonalΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ: Η ΚΙΝΗΤΗΡΙΑ ΔΥΝΑΜΗ

Ο Μάρτιν Σέλιγκμαν, ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια είχε κάνει μελέτες με τους αθλητές της Ολυμπιακής ομάδας κολύμβησης των ΗΠΑ. Ο Σέλιγκμαν ορίζει την αισιοδοξία ως τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι επεξηγούν στον εαυτό τους τις επιτυχίες και τις αποτυχίες τους. Οι αισιόδοξοι άνθρωποι πιστεύουν ότι η αποτυχία οφείλεται σε κάτι που μπορεί ν’ αλλάξει, ώστε την επόμενη φορά να πετύχουν, ενώ οι απαισιόδοξοι θεωρούν την αποτυχία ως μομφή και την ανάγουν σε διαρκές χαρακτηριστικό τους γνώρισμα, το οποίοι είναι ανίκανοι ν’ αλλάξουν. Ο συνδυασμός ενός κάποιου ταλέντου με την ικανότητα να συνεχίζει κανείς παρά τις αποτυχίες είναι εκείνος που βγάζει στην επιτυχία. Αυτό που χρειάζεται να γνωρίζει κανείς για κάποιον είναι το κατά πόσο θα συνεχίσει την προσπάθεια όταν τα πράγματα πάνε στραβά. Με δεδομένο επίπεδο ευφυίας, η πρακτική επίδοση είναι μια συνισταμένη όχι μόνο του ταλέντου αλλά και της ικανότητας ν’ αντέχει κανείς στην ήττα.

Ο Άλμπερτ Μπαντούρα, συνοψίζει: «οι πεποιθήσεις των ανθρώπων για τις ικανότητές τους έχουν μια βαθιά επίδραση σ’ αυτές τις ικανότητες. Η ικανότητα δεν είναι μια σταθερή ιδιότητα. Υπάρχει τεράστια ποικιλία στον τρόπο δράσης. Οι άνθρωποι που έχουν την αίσθηση της αυτοαποτελεσματικότητας συνέρχονται από τις αποτυχίες. Προσεγγίζουν τα πράγματα με στόχο να τα αντιμετωπίσουν και όχι να στενοχωρηθούν με το τι μπορεί να πάει στραβά».

massive productionΡΟΗ: Η ΝΕΥΡΟΒΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΑΣ

   Ο Μιχάλι Τζικτζεντμιχάλι, ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο, περέγραψε με τη λέξη «ροή» τη χαρισματική κατάσταση κατά την οπποία η τελειότητα έρχεται αβίαστα. Η ικανότητα του ατόμου να μπαίνει σε ροή είναι η καλύτερη στιγμή της συναισθηματικής νοημοσύνης. Η ροή αντιπροσωπεύει ίσως το ζενίθ της χειραγώγησης των συναισθημάτων, υποτάσσοντάς τα στην υπηρεσία της επίδοσης και της μάθησης.Στη ροή τα συναισθήματα δεν περιέχονται ούτε και διοχετεύονται. Είναι θετικά, ενεργοποιημένα και ευθυγραμμισμένα με το συγκεκριμένο καθήκον. Όταν εγκλωβίζεται κανείς στην ανία της κατάθλιψης ή στην αναστάτωση του άγχους, η ροή αυτή εμποδίζεται. Άνθρωποι που βρίσκονται σε ροή επιδεικνύουν έναν δεξιοτεχνικό έλεγχο πάνω σ’ αυτό που επιτελούν και οι αντιδράσεις τους είναι απόλυτα εναρμονισμένες με τις εναλλασσόμενες απαιτήσεις της εργασίας τους.

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι να μπει κανείς σε ροή.Ένας τρόπος είναι η σκόπιμη εστίαση της προσοχής στο συγκεκριμένο έργο. Μια κατάσταση υψηλής συγκέντρωσης είναι η πεμπτουσία της ροής. Μπορεί να απιτηθεί σημαντική προσπάθεια να ηρεμήσει κανείς και να εστιάσει την προσοχή του. Από τη στιγμή όμως που η εστίαση επιτευχθεί, αποκτά μια δική της δύναμη. Συνήθως συγκεντρωνόμαστε περισσότερο όατν απαιτηθεί από μας λίγα περισσότερα από τα συνηθισμένα. Αν απαιτούνται πάρα πολλά επέρχεται άγχος. Η ροή επέρχεται σ’ αυτή τη λεπτή ζώνη μεταξύ πλήξης και άγχους. Και οι πιο απαιτητικοί στόχοι επιτυγχάνονται με τη λιγότερη κατανάλωση νοητικής ενέργειας.

Στη ροή ο εγκέφαλος βρίσκεται σε μια «ψύχραιμη κατάσταση», όπου η εγρήγορση και οι αναστολές του νευρικού κυκλώματος εναρμονίζονται με τις απαιτήσεις της στιγμής.΄Ετσι ο εγκέφαλος ηρεμεί, με την έννοια ότι παρουσιάζεται ελάττωση της διέγερσης του φλοιού. Θα περίμενε κανέις ότι τέτοιες υποχρεώσεις θα απαιτούσαν περισσότερη δραστηριότητα του φλοιού, και όχι λιγότερη. Και, όμως, το κλειδί για τη ροή είναι ότι αυτή παρουσιάζεται μόνο στα ανώτατα όρια των ικανοτήτων, όπου οι δεξιότητες και τα νευρικά κυκλώματα αποδίδουν στο μέγιστο.

I have learned2

ΜΑΘΗΣΗ   ΚΑΙ   ΡΟΗ : ΕΝΑ ΝΕΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΠΡΟΤΥΠΟ 

   Επειδή η ροή προβάλλει στην περιοχή όπου μια δραστηριότητα προτρέπει τους ανθρώπους να αποδώσουν στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους, καθώς αυξάνονται οι δεξιότητές τους χρειάζεται μια ισχυρότερη πρόκληση για να μπουν σε ροή. Αν ένα έργο είναι πάρα πολύ απλό, είναι βαρετό. Αν είναι πάρα πολύ απαιτητικό, το αποτέλεσμα είναι άγχος και όχι ροή. Συζητήσιμο είναι το κατά πόσο η υψηλή επίδοση σε μια δεξιότητα ή μια προσπάθεια υποκινείται από την εμπειρία της ροής..

Προγράμματα σε σχολεία: Η στρατηγική η οποία χρησιμοποιείται σε πολλά από τα σχολεία που θέτουν σε εφαρμογή το πρότυπο του Γκάρντνερ για την πολλαπλά νοημοσύνη στρέφεται γύρω από την αναγνώριση των φυσικάν ικανοτήτων του παιδιού, καθώς και γύρω από την εκμετάλλευση των ισχυρών του σημείων, αλλά και την αντιμετώπιση των ασθενών. Ένα παιδί που έχει ταλέντο στη μουσική ή στην κίνηση, για παράδειγμα, θα μπει σε ροή πολύ ευκολότερασ’ ένα από αυτά τα πεδία, παρά σε κείνα στα οποία είναι λιγότερο προικισμένο. Ηγνώση του ψυχολογικού προφίλ ενός παιδιού (από το επίπεδο των αρχάριων ως το πολύ προχωρημένο) και έτσι είναι πολύ πιθανό να προσφέρει μια ιδανική πρόκληση στο παιδί. Αυτό κάνει τη μάθηση πιο ευχάριστη, ούτε τρομακτική ούτε πληκτική. «Ελπίζουμε ότι όταν τα παιδιά με το διάβασμα βρεθούν σε ροή, θα είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν θαρρετά τις προκλήσεις σε νέους τομείς» λέει ο Γκάρντνερ, προσθέτοντας ότι η εμπειρία δείχνει πως αυτό πράγματι συμβαίνει.

Πιο γενικά, το πρότυπο της ροής δηλώνει ότι η επίτευξη της δεξιοτεχνίας σε κάθε επιμέρους γνώση ή τομέα γνώσεων θα έπρεπε, υπό ιδανικές συνθήκες, να προκύπτει φυσιολογικά, καθώς το παιδί κατευθύνεται προς τις περιοχές που το θέλγουν αυθόρμητα – αυτές δηλαδή που στην ουσία αγαπάει. Αυτό το αρχικό πάθος μπορεί να είναι ο σπόρος για υψηλά επίπεδα επιτυχίας, καθώς το παιδί αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι η επιδίωξη του συγκεκριμένου τομέα – είτε είναι η ζωγραφική είτε τα μαθηματικά είτε ο χορός – είναι η πηγή της χαράς της ροής.

Και από τη στιγμή που απαιτείται να σπρώξει κανείς στα άκρα τις ικανότητές του για να φθάσει σε ροή, έχει ένα ρπωταρχικό κίνητρο για να βελτιώνεται όλο και περισσότερο. Το παιδί γίνεται ευτυχισμένο. Αυτό, φυσικά, είναι ένα πιο θετικό μοντέλο μάθησης και εκπείδευσης από αυτό που συναντάμε σήμερα στα ελληνικά σχολεία. Θυμόμαστε τις ατέλειωτες ώρες πλήξης, το έντονο άγχος των εξετάσεων, την ανικανοποίηση μετά την είσοδό μας σε κάποια Πανεπιστημιακή Σχολή, και το σημαντικότερο θυμόμαστε πολλοί από μας μας ότι ξαφνικά βρεθήκαμε σε λάθος σχολή, αν ανακαλύψαμε το χώρο που έχουμε κλίση ή, το σημαντικότερο, δε μάθαμε ποτέ ότι κατέχουμε και μεις κάποιο από τα τμήματα της ευφυϊας, μένοντας δυστυχισμένοι σε λάθος επιλογές ζωής. Και αυτό, γιατί ποτέ, κανείς, δεν προσπάθησε να συζητήσει μαζί μας, πέρα από τον στυγνό ακαδημαϊσμό. Η επιδίωξη της ζωής μέσω της μάθησης είναι μια πιο ανθρώπινη, φυσιολογική και, πιθανότατα, πιο αποτελεσματική μέθοδος για να θέσουμε τα συναισθήματα στην υπηρεσία της παιδείας.[8]

Ο Simonov (1970), συζητά για τη σχέση των συναισθημάτων με τη δημιουργία και τη μάθηση. Πιστεύει ότι τα θετικά συναισθήματα είναι πολύ πιο παραγωγικά από τα αρνητικά. Η ανάπτυξη της δημιουργικότητας από αυτή την άποψη, προϋποθέτει κάτι περισσότερο από «την απλή αποβολή των ανεπιθύμητων αισθημάτων».

Χωρίς ερεθίσματα, δεν εμφανίζονται θετικά συναισθήματα. Αυξάνοντας το σύνολο των πληροφοριών που παρέχεται σε ένα παιδί, εμπλουτίζει τα θετικά συναισθήματα.

«Ενδυναμώνοντας τη λογική στα παιδιά της εποχής μας, δεν οδηγούνται σε αδύναμα συναισθήματα, αλλά μάλλον σε πιο πλούσια και πολυπλοκότερα συναισθήματα. Τα θετικά συναισθήματα, η λογικά και η διαίσθηση, όλα δείχνουν να οδηγούν στη δημιουργία πράξεων, την όψη ενός ταλέντου».[9]

Η   Σημασία   της   Ενσυναίσθησης 

   Τα ανθρώπινα συναισθήματα σπάνια περιγράφονται. Πολύ συχνότερα εκδηλώνονται μέσα από άλλα σήματα. Το κλειδί για να μαντέψει κανείς τα συναισθήματα του άλλου βρίσκεται στην ικανότητά του να διαβάζει τα μη λεκτικά στοιχεία της επικοινωνίας. Να ερμηνεύει τον τόνο της φωνής, τις χειρονομίες, την έκφραση του προσώπου και άλλα. Ένας γενικός κανόνας που χρησιμοποιείται στην έρευνα της επικοινωνίας είναι ότι το 90% ή και περισσότερο του συναισθηματικού μηνύματος είναι μη λεκτικό. Και τέτοια μηνύματα, άγχος στη φωνή, εκνευρισμός και ταχύτητα μιας κίνησης, μιας χειρονομίας, σχεδόν πάντα γίνονται αντιληπτά με τρόπο ασυνείδητο, χωρίς να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή στη φύση του μηνύματος, αλλά απλώς με τη σιωπηλή πρόσληψή του και την αντίδραση σε αυτό.

   Πώς εκδηλώνεται η ενσυναίσθηση: Τη στιγμή που η Χόουπ, μόλις εννέα μηνών, είδε ένα άλλο παιδάκι να πέφτει, τα μάτια της γέμισαν δάκρυα και, σα να είχε χτυπήσει η ίδια, μπουσούλησε προς τη μητέρα της ζητώντας παρηγοριά. Η Uta Frith και οι συνεργάτες της στο Medical Research Council’s Cognitive Development Unit στο Λονδίνο, αναφέρθηκαν στην ικανότητα που έχει κανείς να σκέπτεται για τις σκέψεις ή να φαντάζεται την πνευματική κατάσταση κάποιου άλλου.(στη μελέτη τους για τον αυτισμό προτείνουν την καταστροφή αυτής της ικανότητας, αναγνωρίζοντας σε αυτό τη βιολογική προέλευση του αυτισμού). Η δύναμη αυτού του στοιχείου στην κανονική ανάπτυξη φανερώνεται από πολύ νωρίς. Τα παιδιά αρχίζουν να παίρνουν μέρος σ’ αυτό που αποκαλούμε «μοιραζόμενη προσοχή». Για παράδειγμα, ένα κανονικό παιδί θα στγκεντωθεί σε κάτι χωρίς λόγο, περισσότερο για να μοιραστεί το ενδιαφέρον του με κάποιον άλλο. Τα αυτιστικά παιδιά δεν επιδεικνύουν μοιραζόμενη προσοχή. Αντίθετα η απουσία αυτής της συμπεριφοράς θα μπορούσε να είναι μια από τις πρώιμες ενδείξεις αυτισμού.[10]

Βλέποντας τη μητέρα του να κλαίει, ένα παιδάκι σκούπισε τα μάτια του, παρόλο που δεν είχαν δάκρυα. Αυτή η κινητική μ΄μηση, όπως λέγεται, αποτελεί την πρωταρχική τεχνική έννοια της λέξης ενσυναίσθηση (empathy), όπως πρωτοχρησιμοποιήθηκε κατά τη δεκαετία του 1920 από τον Αμερικανό ψυχολόγο Ε.Μπ. Τίτσενερ. Χρησιμοποιήθηκε για να αποδοθεί η έννοια του «αισθάνομαι εντός», όρος που χρησιμοποιήθηκε αρχικά από θεωρητικούς της αισθητικής για να περιγράψει την ικανότητα σύλληψης της υποκειμενικής εμπειρίας ενός άλλου ατόμου. Η θεωρία του Τίτσενερ ήταν ότι η εμπάθεια προερχόταν από ένα είδος φυσικής μίμησης της δυστυχίας του άλλου, η οποία στη συνέχεια προκαλεί τα ίδια συναισθήματα στον άνθρωπο.

Ανακάλυψε ότι τα παιδιά ήταν πιο ενσυναισθητικά όταν η διαπαιδαγώγησή τους εφιστούσε την προσοχή στην κακή συμπεριφορά του παιδιού που προκαλούσε δυστυχία στους άλλους: «Κοίταξε τώρα πόσο τη στενοχώρησες» αντί του «Αυτό που έκανες ήταν κακό». Βρήκαν επίσης ότι η ενσυναίσθηση των παιδιών αναπτύσσεται και καθώς τα παιδιά βλέπουν πώς αντιδρούν οι άλλοι στη στενοχώρια τρίτων προσώπων. Μιμούμενα αυτό που βλέπουν, τα παιδιά αναπτύσσουν μια γκάμα ενσυναισθητικής ανταπόκρισης, ιδιαίτερα στο να βοηθούν άλλους ανθρώπους που βρίσκονται σε άσχημη κατάσταση.

Ο Ντάνιελ Στερν, ψυχίατρος στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κορνέλ, πιστεύει ότιτα βασικότερα μαθήματα συναισθηματικής ζωής σ’ αυτές τις προσωπικές στιγμές, κατά τις οποίες, πιο κρίσιμες είναι όσες αφήνουν το παιδί να καταλάβει ότι τα συναισθήματά του αντιμετωπίζονται με ενσυναίσθηση, ότι γίνονατι δεκτά και ανταποδίδονται, σε μια διαδικασία που ο Στερν αποκαλεί εναρμόνιση. [11]

Η πλέον γενική περιγραφή της κοινωνικής μειονεξίας του αυτισμού είναι η απουσία συναισθηματικής συμμετοχής. Οι αυτιστικοί άνθρωποι διακρίνονται για την αδιαφορία τους για τις συμφορές των άλλων, την ανικανότητά τους να προσφέρουν παρηγοριά και ανακούφιση, ακόμη και να αποδεχτούν την προσφορά παρηγοριάς και να ανακούφισης. Αυτό που απιατεί η συναισθηματική συμμετοχή είναι η ικανότητα να γνωρίζει κανείς τι σκέφτεται ή αισθάνεται ο άλλος άνθρωπος, παρά το γεγονός ότι αυτό που σκέφτεται ή αισθάνεται είναι διαφορετικό από τη δική του νοητική κατάσταση και ψυχική διάθεση τη δεδομένη στιγμή. Στη συναισθηματική συμμετοχή συμμερίζεται κανείς τις συναισθηματικές αντιδράσεις παρά τη διαφορετική νοητική κατάσταση του ανθρώπου που τις εκφράζει. Η συναισθηματική συμμετοχή προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, την αναγνώριση των διαφορετικών νοητικών καταστάσεων και ψυχικών διαθέσεων. Επίσης, προϋποθέτει ότι προχωρεί κανείς, πέρα από αυτή την αναγνώριση, στην υιοθέτηση του νοητικού πλαισίου του άλλου ατόμου με όλες τις παρεπόμενες συναισθηματικές αντιδράσεις. Ακόμα και οι ικανοί αυτιστικοί άνθρωποι δείχνουν να έχουν πολύ μεγάλη δυσκολία στο να επιτύχουν τη συναισθηματική συμμετοχή κατ’ αυτόν τον τρόπο.[12]

Η ικανότητα χειρισμού, δηλαδή της ρύθμισης, των συναισθημάτων κάποιου άλλου ατόμου είναι ο πυρήνας της τέχνης των ανθρώπινων σχέσεων. Η εναρμόνιση προς τους άλλους απαιτεί μια στοιχειώδη ηρεμία από τον άνθρωπο. Άρα πρέπει να κατακτηθεί ένα σημείο αυτοελέγχου, όπως ανακοπής του θυμού και της δυστυχίας, των παρορμήσεων και των εξάψεων. Στη βάση αυτή οι «δεξιλοτητες των ανθρώπων» ωριμάζουν. Αυτές είναι οι κοινωνικές ικανότητες που καθιστούν αποτελεσματικές τις διαπροσωπικές σχέσεις. Γενικά, όταν οι άνθρωποι δουν ένα χαμογελαστό ή θυμωμένο πρόσωπο, δείχνουν και κείνοι ίχνη της ίδιας διάθεσης μέσα από ανεπαίσθητες μεταβολές των μυών του προσώπου τους. Οι μεταβολές είναι σαφείς μέσα από ηλεκτρονικούς αισθητήρες, αλλά κατά κανόνα δεν είναι ορατές στο γυμνό μάτι.

Ο συγχρονισμός δασκάλων και μαθητών δείχνει πόσο αρμονικά νιώθουν μεταξύ τους. Μελέτες σε αίθουσες διδασκαλίας δείχνουν ότι όσο πιο σαφής είναι η εναρμόνιση των κινήσεων δασκάλου και μαθητή, τόσο πιο φιλικά νιώθουν, πιο χαρούμενοι, με περισσότερο ενδιαφέρον και άνεση καθώς αλληλεπιδρούν. Αν ο δεσμός είναι ισχυρός, οι διαθέσεις αρχίζουν να συγχωνεύονται, είτε θετικές είναι είτε αρνητικές. Την ικανότητα ενός παιδιού να αναγνωρίζει τα συναισθήματα των συντρόφων του στο παιχνίδι και να κάνει γρήγορες και ήρεμες επαφές μαζί τους, αποκαλύπτει ένα ταλέντο στην εναρμόνιση, μια συναισθηματική ικανότητα ουσιαστική στη διατήρηση στενών ανθρώπινων σχέσεων (τα αυτιστικά παιδιά δεν αναπτύσσουν στενούς φιλικούς δεσμούς), αναγνωρίζουν οι Χατς και Γκάρντνερ ως συστατικά της διαπροσωπικής νοημοσύνης..

   Η δυσσημία (dyssemia) αφορά μια μαθησιακή δυσκολία στη σφαίρα των μη λεκτικών μηνυμάτων. Περίπου ένα στα δέκα παιδιά αντιμετωπίζουν ένα ή περισσότερα προβλήματα σ’ αυτόν τον τομέα. Το πρόβλημα μπορεί να έγκειται στην κακή ερμηνεία ή χρήση της γλώσσας του σώματος, στην παρερμηνεία ή την κακή χρήση των εκφράσεων του προσώπου, λόγω της αδυναμίας του παιδιού να επικοινωνεί με το βλέμμα, ή σε μια ελλιπή αίσθηση προσωδίας, της συναισθηματικής ποιότητας της ομιλίας, με αποτέλεσμα η φωνή του παιδιού να είναι είτε πολύ διαπεραστική είτε πολύ άτονη.

Πολλές έρευνες εστιάστηκαν στον εντοπισμό παιδιών που είχαν σημα΄δια κοινωνικής ανεπάρκειας, παιδιών που η ιδιομορφία τους ήταν η αιτία που οι φίλοι τους τα αγνοούσαν ή τα απέρριπταν. Τέτοια είναι τα παιδιά που δεν ξέρουν πώς να παίξουν με χάρη ένα παιχνίδι, που αγγέζουν τα άλλα παιδιά με τρόπο που περισσότερο προκαλεί δυσφορία παρά δείχνει φιλικές διαθέσεις – με λίγα λόγια τα παιδιά …«ούφο». Είναι αυτά που απέτυχαν να κυριαρχήσουν πάνω στη σιωπηλή γλώσσα των συναισθημάτων και που άθελά τους στέλνουν μηνύματα που προκαλούν αμηχανία.

Η τάξη είναι μια κοινωνική δομή, το ίδιο και το αμφιθέατρο του πανεπιστημίου. Το κοινωνικά αδέξιο παιδί είναι πολύ πιθανό να παρερμηνεύσει και, κατά συνέπεια, να αντιδράσει με λάθος τρόπο τόσο προς το δάσκαλο όσο και προς τα άλλα παιδιά.

Η κοινωνική ανικανότητα είναι ίσως πιο οδυνηρή και πιο ξεκάθαρη όταν επέρχεται σε μια από τις πιο καθοριστικές στιγμές στη ζωή ενός μικρού παιδιού: τη στιγμή που το παιδί βρίσκεται δίπλα σε μια ομάδα παιχνιδιού και θέλει να παίξει κι αυτό. Τα μικρά παιδιά είναι απίστευτα σκληρόκαρδα σε ό,τι αφορά τη συναισθηματική πλευρά μιας απόρριψης σ’ ένα παιχνίδι.

Ας δούμε τι έκανε ο Ρότζερ, ο τετράχρονος που ο Τόμας Χατς χαρακτήρισε προικισμένο με υψηλό ποσοστό διαπροσωπικής νοημμοσύνης. Η τακτική διείσδυσης του Ρότζερ σε μια ομάδα ήταν η ακόλουθη: πρώτα παρατηρούσε, ύστερα έκανε ό,τι έκανε ένα άλλο παιδάκι και εντασσόταν στη δραστηριότητα της ομάδας.[13]

Στο σχολείο, μέσα από το παιχνίδι, το θεατρικό παιχνίδι, τις ομαδικές εργασίες και δραστηριότητες, την ομαδική ζωγραφική, τις συζητήσεις, εκπαιδευόμαστε να λύνουμε τις διαφορές μας και όχι να τις δημιουργούμε.

Ο   ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ   ΡΟΛΟΣ   ΤΗΣ   ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ 

   Υπάρχουν εκατοντάδες μελέτες που δείχνουν ότι ο τρόπος με τον οποίο οι γονείς συμπεριφέρονται στα παιδιά τους – είτε πρόκειται για άτεγκτη πειθαρχία είτε για ενσυναισθητική κατανόηση, αδιαφορία ή ζεστασιά – έχει βαθιά και διαρκή επίδραση στη συναισθηματική ζωή του παιδιού. Παρόλο που ορισμένες συναισθηματικές δεξιότητες «ακονίζονται» με τους φίλους όσο περνούν τα χρόνια, οι συναισθηματικά επαρκείς γονείς μπορούν να κάνουν πολλά για να βοηθήσουν τα παιδιά τους στα βασικά στοιχεία της συναισθηματικής νοημοσύνης: μπορούν να τους μάθουν πώς να αναγνωρίζουν, να χειρίζονται και να χαλιναγωγούν τα συναισθήματά τους, να ενσυναισθάνονται και να χειρίζονται τα συναισθήματα που προβάλλουν στις σχέσεις τους. Στιγμές που χαρακτηρίζουν την επαφή μεταξύ παιδιού και γονιών, διαπλάθουν τις συναισθηματικές προσδοκίες του παιδιού ως προς τις ανθρώπινες σχέσεις, προσδοκίες που θα δώσουν το στίγμα της συμπεριφοράς του σε κάθε σφαίρα της ζωής του, είτε προς το καλό είτε προς το κακό. Συνήθειες που αποκτήθηκαν στην παιδική ηλικία παγιώνονται στο βασικό συναπτικό δίκτυο της νευρωνικής αρχιτεκτονικής και είναι πιο δύσκολο να αλλάξουν σε μεγαλύτερες ηλικίες. Δεδομένης της σημασίας των προμετωπιαίων λοβών στο χειρισμό των συναισθημάτων, το πολύ μεγάλο άνοιγμα συναπτικής διάπλασης στην περιοχή αυτή του εγκεφάλου μπορεί κάλλιστα να σημαίνει ότι, στο μεγαλειώδες σχέδιο του εγκεφάλου, οι εμπειρίες ενός παιδιού μπορούν με τα χρόνια να δημιουργήσουν συνδέσεις που διαρκούν στο ρυθμιστικό κύκλωμα του συγκινησιακού εγκεφάλου. Οι βασικές εμπειρίες σχετίζονται με το πόσο αξιόπιστοι και θετικοί είναι οι γονείς προς το παιδί, με τις ευκαιρίες και την καθοδήγηση που του προσφέρουν έτσι ώστε να μάθει να χαλιναγωγεί την στενοχώρια του, να ελέγχει την παρόρμησή του και να εκδηλώνει ενσυναίσθηση. Με τον ίδιο τρόπο η παραμέληση ή η κακοποίηση, η έλλειψη εναρμόνισης από έναν υπεραπασχολημένο ή αδιάφορο γονέα ή η βίαιη συμπεριφορά μπορεί ν’ αφήσουν τα ίχνη τους στο συγκινησιακό κύκλωμα.

Μια μελέτη πάνω σε παιδιά που υπήρξαν θύματα κακής μεταχείρησης αποκάλυψε ότι τα παραμελημένα παιδιά συμπεριφέρονταν χειρότερα απ’ όλα: ήταν τα πιο αγχωτικά, τα πιο απρόσεκτα, τα πιο απαθή, η δε έκδηλη συμπεριφορά τους χαρακτηριζόταν από μια αλληλοδιαδοχή αντιδράσεων επιθετικότητας και απομόνωσης. Τα παιδιά αυτά χρειάστηκε να επαναλάβουν την πρώτη δημοτικού σε ποσοστό 65%.

Βλέποντας πώς, ο ίδιος ο εγκέφαλος, διαπλάθεται από τη βιαιότητα – ή από την αγάπη – μπορούμε να καταλάβουμε γιατί η παιδική ηλικία αντιπροσωπεύει ένα ιδιαίτερο παράθυρο στον κόσμο της συναισθηματικής μάθησης. Η ετοιμότητα ενός παιδιού για το σχολείο εξαρτάται από την πιο ουσιώδη από τις γνώσεις, από το πώς μαθαίνουμε. Τα επτά συστατικά κλειδιά αυτής της κρίσιμης ικανότητας είναι η εμπιστοσύνη, η περιέργεια, η πρόθεση, ο αυτοέλεγχος, η αρμονικότητα, η ικανότητα επικοινωνίας και η συνεργασιμότητα.

Μετεκπαιδεύοντας το συγκινησιακό εγκέφαλο, μπορούν να επέλθουν εγκεφαλικές μεταβολές  και το συγκινησιακό κύκλωμα μπορεί να μπει στη διαδικασία της επαναμάθησης. Το θεατρικό παιχνίδι και η τέχνη είναι από τους τρόπους που μπορούμε να εισχωρήσουμε στην ακινητοποιημένη εικόνα που μοιάζει να έχει παγώσει μέσα στην αμυγδαλή, οι οποίοι είναι από μόνοι τους διάμεσοι του ασυνειδήτου. Τα συναισθηματικά μαθήματα της παιδικής ηλικίας μπορούν να έχουν μια βαθιά επίδραση στην ψυχοσύνθεση είτε διευρύνοντας είτε αποσιωπώντας μια έμφυτη προδιάθεση.

LOVE   IS   AN   OPENINIG   TO   THE   HIGHEST   STATES   OF   CONSCIOUSNESS

…Εάν δεν είναι να κάνουμε πράξη «την προυσία του Θεού» είναι σαν να κάνουμε πράξη την απουσία του Θεού, να συνειδητοποιούμε αυξητική την ασυνειδησία μας ώστε να νιώσουμε σαν τους ανθρώπους που μπορούν να σταθούν δίπλα σ’ ένα καταρράκτη και να μην ακούσουν τίποτα ή σαν τον άνθρωπο μιας ιστορίας που κοιτάζει σ’ έναν καθρέφτη και δε βρίσκει πρόσωπο ή τον άνθρωπο σ’ ένα όνειρο που απλώνει το χέρι του σ’ ένα ορατό αντικείμενο και δεν έχει την αίσθηση της αφής[14]…

Η βασική ελπίδα ενός έθνους στηρίζεται στη σωστή εκπαίδευση της νεολαίας του – EΡΑΣΜΟΣ

   Οι εκπαιδευτικοί, που για πολύ καιρό ένιωθαν δυσαρεστημένοι από τις απογοητευτικές επιδόσεις των παιδιών στην αριθμητική και την ανάγνωση, συνειδητοποιούν σήμερα την ύπαρξη μιας διαφορετικής και περισσότερο ανησυχητικής μειονεξίας: της συναισθηματικής αγραμματοσύνης.

Ο Γεώργιος Δράκος, στο βιβλίο του «Ζητούμενα Ζητήματα», αναφέρεται στην επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων μιας κοινωνίας: «Συχνά ο πομπός λειτουργεί αυτόματα ή τουλάχιστον μη συνειδητά. Αντίθετα ο δέκτης εισπράττει και αποκωδικοποιεί με τις δικές του δυνατότητες, ερμηνεύοντας καταστάσεις του πομπού για τις οποίες αρχικά (ο πομπός) δεν έχει επίγνωση. Παρεμβάλλονται δηλαδή ως παρεμφερείς με το κύριο μήνυμα ασύνειδες εκδηλώσεις. Μόνο με την αντιστροφή των ρόλων τους, δηλαδή εάν ο δέκτης γίνει πομπός με τις συγκεκριμένες ενέργειες και ο πομπός μεταβληθεί σε δέκτη, θα συνειδητοποιήσει (ο πομπός) τις παραπάνω εκδηλώσεις (μορφασμοί, τικς, κ.τ.ό.).

Η αντίδραση του δέκτη δείχνει ότι αυτός δεν είναι πάντοτε σε ετοιμότητα να αποδεχθεί το μήνυμα. Η ετοιμότητα εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Ένα μήνυμα δηλαδή που πέμπεται, δεν εισπράττεται απαραίτητα σύμφωνα με τις προθέσεις του πομπού, αλλά εξαρτάται από την παιδεία, την ευρύτητα σκέψης, τη συναισθηματική ευφυϊα του κάθε δέκτη, την ατομική θέαση των πραγμάτων, τη χρονική στιγμή, το χώρο, την κατάσταση του οργανισμού εκείνη τη στιγμή π.χ. σημεία κοπώσεως κ.ά».[15]

Η αδυνατότητα επικοινωνίας και η κακή συναισθηματική κατάσταση οδηγούν τις μετρήσεις και τις αξιολογήσεις των παιδιών σε ολοένα και χειρότερα συμπεράσματα. Τα παιδιά, κατά μέσο όρο, τα πήγαιναν χειρότερα με τους εξής πολύ συγκεκριμένους τρόπους :

  • Απομόνωση ή κοινωνικά προβλήματα. Τα παιδιά προτιμούσαν να μένουν μόνα. Ήταν μυστικοπαθή. Κατσούφιαζαν πολύ συχνά. Δεν ήταν ενεργητικά. Ένιωθαν δυστυχισμένα. Ήταν υπερβολικά εξαρτημένα.
  • Άγχος και κατάθλιψη: Τα παιδιά αισθάνονταν μοναξιά. Είχαν πολλούς φόβους και ανησυχίες. Ήθελαν να είναι τέλεια. Πίστευαν πως δεν τα αγαπούν. Ένιωθαν νευρικά ή λυπημένα και καταπιεσμένα.
  • Προβλήματα στη συγκέντρωση προσοχής ή στη σκέψη: Δεν ήταν σε θέση να προσέξουν και να μείνουν ακίνητα. Ονειροπολούσαν. Ενεργούσαν χωρίς να σκεφτούν πρώτα. Ήταν υπερβολικά νευρικά για να συγκεντρωθούν. Δεν τα πήγαιναν καλά στο σχολείο. Δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν από μια σκέψη.
  • Εγκληματικότητα και επιθετικότητα: Συναναστρέφονταν με παιδιά πουέμπλεκαν σε φασαρίες. Έλεγαν ψέματα και εξαπατούσαν τους άλλους. Απαιτούσαν την προσοχή. Κατέστρεφαν τα πράγματα των άλλων. Έδειχναν ανυπακοή στο σπίτι και στο σχολείο. Ήταν ξεροκέφαλα και κατσούφικα. Μιλούσαν πάρα πολύ. Κορόιδευαν πάρα πολύ. Ήταν θερμόαιμα.

Ενώ κανένα από αυτά τα προβλήματα μεμονωμένα δεν προκαλεί έκπληξη, αν τα εξετάσουμε όλα μαζί σαν ομάδα, θα διαπιστώσουμε ότι μεταβάλλονται σε βαρόμετρα μιας αναστροφής των συνθηκών, ενός είδους τοξικότητας που διατρέχει και δηλητηριάζει την εμπειρία των παιδικών χρόνων, και που σηματοδοτεί σαρωτικά μειονεκτήματα στις συναισθηματικές ικανότητες των μετέπειτα ενηλίκων.

Ο Γιούρι Μπρονφενμπρένερ, του Πανεπιδτημίου Κορνέλ, ο οποίος παραγματοποίησε μια συγκριτική μελέτη σε παγκόσμιο επίπεδο γύρω από την ευημερία των παιδιών, λέει: «Εφόσον απουσιάζουν τα συστήματα σωστής υποστήριξης, τα εξωτερικά άγχη έχουν τόσο διογκωθεί που ακόμα και οι δυνατές (υγιείς) οικογένειες συντρίβονται. Η αναστάτωση, η αστάθεια και η ασυνέπεια της οικογενειακής καθημερινής ζωής είναι ανεξέλεκτες σε όλα τα τμήματα της κοινωνίας μας, και εδώ συμπεριλαμβάνονται και οι μορφωμένοι και οικονομικά ισχυροί…Στερούμε από τα παιδιά τις ικανότητες και την ηθική ανάπτυξη του χαρακτήρα τους».

Παιδιά που νιώθουν πως δεν έχουν φίλους, στρέφονται σε άλλους κοινωνικά απόβλητους, αφοσιώνονται στην περιθωριακή ομάδα τους και ζουν αψηφώντας το νόμο: είναι πέντε φορές πιο πιθανό να το σκάνε από το σχολείο, να πίνουν και παίρνουν ναρκωτικά, να διαπράττουν παραβάσεις, όπως ληστείες σε καταστήματα, κλοπές και διακίνηση ναρκωτικών ή τρομοκρατικές ενέργειες. Σημαντική διαπίστωση είναι ότι τα αντικοινωνικά κορίτσια στην εφηβεία δεν επιδίδονται στη βία αλλά στο σεξ, με όλες τις ακόλουθες συνέπειες.

Τα τελευταία χρόνια της χιλιετίας μας προαναγγέλλουν την έναρξη του Αιώνα της Μελαγχολίας, όπως ο εικοστός αιώνας ονομάστηκε ο Αιώνας του Άγχους. Η κατάθλιψη της παιδικής ηλικίας, που κάποτε ήταν εντελώα άγνωστη (ή τουλάχιστον δεν αναγνωριζόταν), προβάλλει ως ένα σταθερό στοιχείο στη σκηνή της σύγχρονης ζωής. Ο Μάρτιν Σέλιγκμαν λέει: «Κατά τα τελευταία τριάντα με σαράντα χρόνια, υπήρξαμε μάρτυρες της έντονης διάδοσης του ατομικισμού και της αποδυνάμωσης των ευρύτερων θρησκευτικών πεποιθήσεων και των στηριγμάτων από την πλευρά της κοινωνίας και της διευρυμένης οικογένειας. Αυτό σημαίνει ότι χάνεις τις πηγές από τις οποίες αντλείς δύναμη και οι οποίες σε στηρίζουν στις αποτυχίες και στις ήττες. Αν όμως έχεις έναν ευρύτερο οπτικό ορίζοντα, προσδοκίες όπως, πίστη στο Θεό και στη μετά θάνατο ζωή, και τύχει για παράδειγμα, να χάσεις τη δουλειά σου, το θεωρείς απλώς μια προσωπική ήττα.

Στις ΗΠΑ έχουν εφαρμοστεί προγράμματα όπως ειδικές μετασχολικές τάξεις για μαθητές που παρουσίαζαν ήπια κατάθλιψη. Παρόλο που οι συνεδρίες ήταν μόνο οκτώ, τα μαθήματα έμοιαζαν να έχουν μειώσει κατά το ήμισυ τον κίνδυνο της κατάθλιψης. Αυτό που μαθαίνει ένα παιδί σ’ αυτές τις ειδικές τάξεις είναι ότι οι διαθέσεις όπως το άγχος, η θλίψη και ο θυμός δε σε κατακλύζουν έτσι, χωρίς εσύ να έχεις οποιονδήποτε έλεγχο πάνω τους, αλλά ότι μπορείς, με αυτό που σκέφτεσαι, να αλλάξεις τον τρόπο που νιώθεις.

Σε κάποια άλλη ειδική τάξη, τα παιδιά μάθαιναν να ενεργούν με τρόπους που συναντάμε στα πιο δημοφιλή παιδιά. Για παράδειγμα προτρέπονταν να σκεφτούν εναλλακτικές προτάσεις και συμβιβαστικές λύσεις (αντί να τσακώνονται) αν αδιφωνούσαν με τους κανόνες. Να μην ξεχνούν να πιάνουν κουβέντα και να κλάνουν ερωτήσεις στο άλλο παιδί στη διάρκεια του παιχνιδιού. Να ακούν με προσοχή και να παρακολουθούν το άλλο παιδί για να δουν πώς πηγαίνει. Να κάνουν κάποιο ευγενικό σχόλιο όταν ο άλλος πηγαίνει καλά. Να χαμογελούν και να προσφέρουν τη βοήθειά τους, τις προτάσεις και την ενθάρρυνσή τους.

Αυτός ο μικρός αγώνας δρόμου για να «συγκρωτισθούν» είχε ένα αξιοσημείωτο αποτέλεσμα: ένα χρόνο αργότερα, τα παιδιά που είχαν εξασκηθεί – τα οποία ας σημειωθεί, είχαν επιλεγεί επειδή αξκριβώς ήταν τα λιγότερο αγαπητά στην τάξη τους- ήταν τώρα δημοφιλή, ευρισκόμενα περίπου στο μέσο όρο από άποψη δημοτικότητας. Κανένα τους δε βρισκόταν στο περιθώριο.

Τα παιδιά που είχαν υποβληθεί σε πιο ουσιαστική εκπαίδευση – η οποία περιλάμβανε άσκηση σε συναισθηματικές και κοινωνικές δεξιότητες – ήταν πολύ περισσότερο σε θέση να υπερασπίσουν τον εαυτό τους απέναντι στον κίνδυνο της θυματοποίησης. Ο κατάλογος των βασικών δεξιοτήτων που ομάδα ερευνητών συμπέρανε ότι έπρεπε να καλυφθούν, ανεξάρτητα από το είδος του προβλήματος που έπρεπε ν’ αντιμετωπιστεί, ίδιος με τον κατάλογο των στοιχείων της συναισθηματικής νοημοσύνης.

Οι συναισθηματικές δεξιότητες περιλαμβάνουν αυτοεπίγνωση, αναγνώριση, έκφραση κα χειρισμό συναισθημάτων, έλεγχο της παρόρμησης και υπομονή για την ανταμοιβή και, φυσικά, αντιμετώπιση του άγχους και του στρεςς. Μια βασική ικανότητα που πρέπει να έχει κανείς για να ελέγξει τις παρορμήσεις του, είναι το να μπορεί να διακρίνει τη διαφορά ανάμεσα στα συναισθήματα και στις πράξεις, και να μάθει καλύτερες συναισθηματικές αποφάσεις, πρώτα ελέγχονατς την παρόρμηση για δράση, ύστερα βρίσκοντας εναλλακτικούς τρόπους δράσης και τέλος, σταθμίζοντας τις συνέπειες πριν από την ανάληψη της συγκεκριμένης ενέργειας. Πολλές δεξιότητες αφορούν διαπροσωπικές σχέσεις: το να αναγνωρίζει κανείς τα κοινωνικά και συναισθηματικά σήματα, να ακούει με προσοχή, να είναι σε θέση να αντισταθεί σε αρνητικές επιρροές, να μπαίνει στη θέση των άλλων και να καταλαβαίνει ποια συμπεριφορά είναι αποδεκτή σε κάποια συγκεκριμένη περίσταση.

emotions_negative

Στο   σχολείο   των   συναισθημάτων 

   Ποιες είναι οι βασικές αρχές της διδασκαλίας; «Η σχολική διδασκαλία είναι ένα οργανωμένο σύνολο σκόπιμων και μεθοδικών, άμεσων κι έμμεσων, πνευματικών και συναισθηματικών, ψυχοκινητικών και συμμετοχικών ενεργειών, για την προώθηση και της μόρφωσης των μαθητών με την αυτενεργό συμμετοχή των ιδίων και τη βοήθεια των δασκάλων τους», αναφέρει ο Θανάσης Τριλιανός. [16] Η μάθηση δε λαμβάνει χώρα ανεξάρτητα από τα συναισθήματα του παιδιού. Η συναισθηματική αγωγή είναι εξίσου σημαντική με την εκμάθηση ενός κανόνα στα μαθηματικά ή την ανάγνωση. Το ζήτημα, από την ίδια του τη φύση, απαιτεί τόσο οι δάσκαλοι όσο και οι μαθητές να εστιάσουν την προσοχή τους στη συναισθηματική δομή της ζωής ενός παιδιού, η οποία χωρίς καμιά αμφιβολία αγνοείται σε κάθε τάξη.

Μερικοί, αναφερόμενοι στην ιδέα περί πολλαπλής νοημοσύνης του Χάουαρντ Γκάρντνερ, χρησιμοποιούν τον όρο «προσωπική νοημοσύνη». Το κοινό νήμα που διαπερνάει αυτά τα μαθήματα είναι ο στόχος ν’ ανεβεί το επίπεδο της κοινωνικής και της συναισθηματικής επάρκειας των παιδιών μέσα στα πλαίσια της κανονικής τους εκπαίδευσης – και το οποίο δεν είναι κάτι που απλώς εφαρμόζεται ως θεραπευτική αγωγή σε παιδιά που δεν πηγαίνουν καλά στο σχολείο και χαρακτηρίζονται προβληματικά, αλλά ένα σύνολο ικανοτήτων και αντιλήψεων ουσιωδών για κάθε παιδί.

Τα μαθήματα της συναισθηματικής αγωγής έχουν κάποιες ρίζες στο αμερικάνικο εκπαιδευτικό κίνημα της δεκαετίας του ’60. Το κίνημα της συναισθηματικής παιδείας, όμως, έχει αλλάξει μορφή, προσδίδοντας μια διαφορετική έννοια στον όρο συναισθηματική εκπαίδευση: αντί να χρησιμοποιηθεί το συναίσθημα για να μορφώσει, εκπαιδεύει το ίδιο το συναίσθημα. Πιο άμεσα πολλά από αυτά τα μαθήματα και η ορμή της εξάπλωσής τους προέρχονται από μια συνεχιζόμενη σειρά προγραμμάτων πρόληψης με επίκεντρο τα σχολεία, που το καθένα τους έχει στόχο την αντιμετώπιση ενός ειδικού προβλήματος. Η μελέτη του Ιδρύματος Β.Τ.Γκραντ για τα προγράμματα πρόληψης βρήκε ότι αυτά είναι πολύ πιο αποτελεσματικά όταν διδάσκουν ένα σύνολο συναισθηματικών και κοινωνικών ικανοτήτων, όπως έλεγχο παρορμήσεων, χειρισμό του θυμού και εξεύρεση δημιουργικών λύσεων στα κοινωνικά ζητήματα.

Αυτό το νέο ξεκίνημα για μια συναισθηματική παιδεία στα σχολεία τοποθετεί τα συναισθήματα και την κοινωνική ζωή στο επίκεντρο της προσοχής, αντί να τα θεωρεί παρεμβολές χωρίς σημασία. Ή και ακόμα, όταν οδηγούν σε εκρήξεις, να μην προσπαθεί νατα πατάξει απλώς με περιστασιακά πειθαρχικά μέτρα, όπως είναι μια επίσκεψη στο γραφείο του συμβούλου ή του διευθυντή του σχολείου. Οι τάξεις μέσα στις οποίες διδάσκονται αυτά τα μαθήματα, μπορεί με μια πρώτη ματιά να φαίνονται αναποτελεσματικές, και να μην πείθουν ότι αποτελούν τη λύση στα δραματικά προβλήματα που επιχειρούν ν’ αντιμετωπίσουν. Αυτό ομως οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι, όπως συμβαίνει και με τη σωστή ανατροφή των παιδιών στο σπίτι, τα μαθήματα είναι μικρά αλλά σημαντικά, και παραδίδονται τακτικά και για πολλά χρόνια. Έτσι η συναισθηματική παιδεία γίνεται κτήμα των παιδιών. Καθώς οι εμπειρίες επαναλαμβάνονται αδιάκοπα, ο εγκέφαλος τις μετατρέπει σε σταθερές ατραπούς, σε νευρωνικές αντιδράσεις που μπορούν να εφαρμόζονται σε στιγμές πόνου, απογοήτευσης, θλίψης. Και ενώ το καθημερινό περιεχόμενο των μαθημάτων αυτών μπορεί να φαίνεται κοινότοπο, το αποτέλεσμά τους – δηλαδή η διάπλαση σωστών και ολοκληρωμένων ανθρώπων – είναι περισσότερο παρά ποτέ ζωτικό για το μέλλον μας.

Μια νέα στρατηγική που κερδίζει έδαφος στη συναισθηματική αγωγή, δεν είναι η δημιουργία ενός νέου τμήματος, αλλά η ανάμειξη των μαθημάτων πάνω στα συναισθήματα και στις σχέσεις με άλλα γνωστικά αντικείμενα που ήδη διδάσκονται. Μαθήματα περί συναισθημάτων μπορούν να συνδυαστούν με φυσικό τρόπο με την ανάγνωση και τη γραφή, την φυσική και τη χημεία, τις κοινωνικές επιστήμες και τα άλλα μαθήματα του αναλυτικού προγράμματος.

Αυτή η επικέντρωση στη συναισθηματική παιδεία αναδιαμορφώνει το σχολείο και με έναν άλλον τρόπο: οδηγεί στην οικοδόμηση μιας σχολικής παιδείας που μεταβάλλει το σχολείο σε μια «κοινότητα που νοιάζεται», ένα μέρος όπου οι μαθητές αισθάνονται ότι τους σέβονται, τους φροντίζουν, νιώθουν δεμένοι με τους συμμαθητές, τους δασκάλους τους, ακόμα και με το ίδιο το σχολείο.

Θα ήταν αφελές να πιστεύουμε ότι δε θα προκύψουν δυσκολίες κατά την εφαρμογή τέτοιων προγραμμάτων στα ελληνικά σχολεία. Πολλοί γονείς μπορεί να σκεφτούν ότι το θέμα που από μόνο του είναι ένα πολύ προσωπικό ζήτημα για να εμπλακεί το σχολείο και ότι αυτά τα ζητήματα ανήκουν στην δική τους αρμοδιότητα (ένα επιχείρημα που αποκτά πειστικότητα στο βαθμό που οι γονείς πράγματι ασχολούνται με αυτά τα ζητήματα – και φυσικά χάνει την πειστικότητά του όσο οι γονείς αποτυγχάνουν σε αυτό τον τομέα). Οι δάσκαλοι μπορεί να διστάζουν να παραχωρήσουν κι άλλο ένα κομμάτι της ωφέλιμης διδακτικής ώρας σε ζητήματα που φαίνονται τόσο άσχετα προς τα βασικά στοιχεία της ακαδημαϊκής εκπαίδευσης. Άλλοι εκπαιδευτικοί μπορεί να νιώθουν αμήχανα αντιμετωπίζοντας το ενδεχόμενο να διδάξουν τα θέματα αυτά. Μερικά παιδιά επίσης θα αντισταθούν, ιδιαίτερα στο βαθμό που τα μαθήματα αυτά δε συμβαδίζουν με τις ανησυχίες τους ή νιώθουν ότι υφίστανται μια εισβολή στην προσωπική τους ζωή. Και ο φιλόσοφος Τζων Ντιούι εξέφρασε την άποψη ότι μια εκπαίδευση πάνω στην ηθική είναι πολύ πιο ισυρή όταν διδάσκεται στα παιδιά με αφορμή πραγματικά γεγονότα και όχι με αφηρημένο τρόπο. Αυτή είναι η μέθοδος της συναισθηματικής παιδείας.[17]

Αν η ανάπτυξη του χαρακτήρα είναι ο θεμέλιος λίθος των δημοκρατικών κοινωνιών, το θεμέλιο του χαρακτήρα είναι η αυτοπειθαρχία. Η ενάρετη ζωή , σύμφωνα με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, βασίζεται στην αυτοεπίγνωση και στον αυτοέλεγχο. Έτσι δίνουμε την ικανότητα για κίνητρα και καθοδήγηση στον εαυτό μας.

   Όταν η θρησκεία, η επιστήμη και η ηθική αμφισβητούνται, δεν μπορούμε ν’ αφήνουμε τα παιδιά να αναπτύσσουν προσωπικότητες από σύμπτωση, από λάθος ή απ’ το Θεό μόνο, αλλά ως δάσκαλοι θα μπορούσαμε να βοηθήσουμε στη διάπλαση δημιουργών.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Δράκος Γεώργιος, Ζητούμενα Ζητήματα, – Πλάτων, Φαίδων, -Τριλιανός Θανάσης, Μεθοδολογία της Διδασκαλίας, – Μαραγκουδάκης Γεώργιος, Αναζητώντας τον Σκεπτόμενο Νου, Πετρουλάκης Νικόλαος, Προγράμματα, Εκπαιδευτικοί Στόχοι, Μεθοδολογία – Goleman Daniel, Συναισθηματική Νοημοσύνη, -Clark Barbara, Growing Up Gifted, – Gardner Howard, Multiple Intelligences in Practice, – Frith Uta, Αυτισμός, – Donna Williams, Κανείς στο πουθενά, – Lewis C. S., The Four Loves.   ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ: Experiment, Millennium, New Scientist, Scientific American, Time και το Internet.

Copyright Niki Lampropoulou 1999


[1] Scientific American, Joseph, E. LeDoux, σελ. 75

[2] Scientific American, David J. Chalmers, σελ. 36

[3] Scientific American, σελ. 33

O Francis Crick είναι καθηγητής στο Kieckhefer Distinguished Research στο Salk Institute για βιολογικές μελέτες στο San Diego

O Christof Koch είναι καθηγητής στον υπολογισμό και τα νευρωνικά συστήματα στο California Institute of Technology

[4] Συναισθημετική Νοημοσύνη, σελ. 60 – 62

[5] Growing Up Gifted, σελ. 149

[6] The Four Loves, C. S. Lewis, p. 7

[7] Συναισθηματική Νοημοσύνη, σελ. 83 – 95, 123-124

[8] Συναισθημετική Νοημοσύνη, σελ. 125 – 147

[9] Growing Up Gifted, p. 62

[10] Scientific American, Special Issue, Ιανουάριος 1997, σελ. 95

[11] Συναισθηματική Νοημοσύνη, σελ. 148 – 159

[12] Αυτισμός, σελ. 176

[13] Συναισθηματική  Νοημοσύνη, σελ. 169 – 184

[14] The Four Loves, C.S.Lewis, p. 128

 [15] Ζητούμενα Ζητήματα, σελ. 39-40

[16] Μεθοδολογία της Διδασκαλίας Ι, σελ. 90


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

6 CommentsLeave a comment

Leave a Reply