Η Ελλάδα που άφησε πίσω του ο Καζαντζάκης


Αφού η Ελλάδα δεν τον καταδεχόταν, ο Καζαντζάκης έκανε τη Γαλλία δεύτερη πατρίδα του και την Αντίπολη ύστατο σπιτικό του.

Τι άφησε πίσω του;

Άφησε μια Ελλάδα που σπαρασσόταν από τον Εμφύλιο και τις συνέπειές του, όταν τέλειωσε. Από το 1946 μέχρι το 1955, οι κυβερνήσεις διαδέχονταν η μια την άλλη. Η ανεργία βρισκόταν στα ύψη και όσοι αναζητούσαν δουλειά έτρεμαν στην ιδέα ότι ο εργοδότης μπορεί να έβρισκε κάτι επιλήψιμο στα πολιτικά τους φρονήματα.

Οι πολιτικές δολοφονίες ήταν στην ημερήσια διάταξη. Ο πρώτος που δολοφονήθηκε ήταν ο Γιάννης Ζέβγος, ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ, στις 20 Μαρτίου ’47, ενώ βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη για να παρακολουθήσει το έργο της διεθνούς επιτροπής του ΟΗΕ. Δολοφόνος του ήταν ένας κρεοπώλης που δούλευε για την ΕΣΑ και την αντικατασκοπία.

Οι υπουργοί της Ελληνικής κυβέρνησης, Γιάννης Ζεύγος και Θεμιστοκλής Τσάτσος στα Φουρνά

Τον Ζέβγο ακολούθησε ο υπουργός Δικαιοσύνης Χρήστος Λαδάς, την Πρωτομαγιά του ’48,  την ώρα που έβγαινε από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου Καρύτση. Ως αντίποινα για τη δολοφονία του εκτελέστηκαν εκατόν πενήντα οπαδοί του ΚΚΕ, εκτός από τον δολοφόνο του Λαδά, που επέδειξε ειλικρινή μεταμέλεια και άρχισε να καταδίδει τους πάντες.

Τρίτος στη σειρά ήταν ο Αμερικανός δημοσιογράφος Τζορτζ Πολκ, το πτώμα του οποίου βρέθηκε να επιπλέει στα νερά του Θερμαϊκού τον Μάιο του ’48. Δράστες ήταν Άγγλοι πράκτορες που υπηρετούσαν στο προξενείο της Μεγάλης Βρετανίας στη Θεσσαλονίκη, εκτελώντας εντολές της Ιντέλιτζενς Σέρβις, μια και ο Πολκ είχε αρχίσει να χώνει τη μύτη του παντού.

Ζώντας στην Αντίπολη, ο Καζαντζάκης άφησε πίσω του πολιτικούς που κινούνταν μεταξύ σφύρας και άκμονος, ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή.


Σαν τον Ντίνο Τσαλδάρη και τον Νίκο Ζαχαριάδη.

Ο Ντίνος Τσαλδάρης εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής το 1926 με το κόμμα του Ιωάννη Μεταξά. Δυο χρόνια αργότερα προσχώρησε στο Λαϊκό Κόμμα επειδή αρχηγός ήταν ο θείος του Παναγής Τσαλδάρης και είχε περισσότερες πιθανότητες ανέλιξης.

«Δεν ήταν ιδιαιτέρως μορφωμένος», είπε γι’ αυτόν ο Σπύρος Μαρκεζίνης. «Ήταν απίθανο πόσο ανορθόδοξα μιλούσε, όταν διάβαζε κείμενα».

Ούτε και ιδιαίτερα ικανός ήταν, ώστε να εκπονήσει μια λιγότερο μοιρολατρική πολιτική για τη χώρα του. Αυτό ήταν το τελευταίο που τον απασχολούσε. Είχε δίπλα του μια γυναίκα που συγκέντρωνε πάνω της όλα τα βλέμματα, την Ναντίν, που οι φήμες έλεγαν ότι την είχε γνωρίσει ως χορεύτρια σε καφέ σαντάν της Πάτρας. Σπιρτόζα και καπάτσα η Ναντίν έκλεβε την παράσταση από τον άχρωμο σύζυγό της στους χορούς και τις βεγγέρες της καλής κοινωνίας, με τις κακές γλώσσες να λένε πως συνέχιζε να κάνει τη ζωή της φλερτάροντας ασύστολα. Τις κινήσεις του Ντίνου Τσαλδάρη διακωμωδούσε συχνά στην εφημερίδα «Τα Νέα» ο γελοιογράφος Φωκίων Δημητριάδης με τη φράση «θα γελάσει και το παρδαλό κατσίκι».

Φωκίων Δημητριάδης

Κι όμως, αυτός ο πολιτικός άνδρας διαδέχτηκε τον θείο του στο Λαϊκό Κόμμα και έγινε Πρωθυπουργός της Ελλάδας, και μάλιστα δυο φορές, σε δυο κρίσιμες χρονικές περιόδους, ανάμεσα στο 1946 και το 1947. Με αυτή την ιδιότητα, ως Πρωθυπουργός της χώρας, ο Ντίνος Τσαλδάρης ταξίδεψε στην Ουάσιγκτον τον Δεκέμβριο του ’46 και ζήτησε επίσημα από τον Πρόεδρο Χάρυ Τρούμαν οικονομική και στρατιωτική βοήθεια.

Ήταν μια ιστορικής σημασίας επίσκεψη, αφού μέχρι τότε οι Αμερικανοί δεν έδειχναν διάθεση να εμπλακούν σε μόνιμη βάση στα ελληνικά πράγματα. Κάποιοι δικαιολόγησαν τον Τσαλδάρη γι’ αυτή την απόφαση, καθώς η κατάσταση σε όλη τη χώρα ήταν τραγική. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι εκπαιδευτικός από τη Βόρεια Ελλάδα κατέφυγε για βοήθεια στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, λέγοντας πως οι μαθητές του σχολείου του αδυνατούσαν να παρακολουθήσουν τα μαθήματα επειδή είχαν γίνει σκελετοί από την πείνα.

Ουδείς αντιλέγει πως η κατάσταση ήταν δύσκολη. Όταν όμως ζητάς βοήθεια χωρίς να προσφέρεις ανταλλάγματα, τότε πρέπει να ξέρεις πως το αντάλλαγμα που αποσιωπάται είναι και το χειρότερο: η εκχώρηση της εθνικής σου κυριαρχίας. Αυτό έκαναν οι Αμερικανοί μετά από την επίσκεψη του Ντίνου Τσαλδάρη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Παραμέρισαν τους Άγγλους και μέσω του δόγματος Τρούμαν ανέλαβαν ενεργό ρόλο στα ελληνικά πράγματα – έναν ρόλο που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο διατηρούν μέχρι σήμερα.

Η οικονομική βοήθεια που πρόσφερε ο Τρούμαν στην Ελλάδα αποδείχτηκε ανεπαρκής για τη βιομηχανική και γεωργική ανάπτυξη, καθώς το μεγαλύτερο μέρος από το υγιές και παραγωγικό δυναμικό της χώρας είχε εξοντωθεί, εκτοπιστεί ή μεταναστεύσει. Τα χρήματα κατέληξαν στις τσέπες κάποιων επιτήδειων, που δρούσαν στην Κατοχή ως μαυραγορίτες. Έτσι, ενώ η υπόλοιπη Ευρώπη αναπτυσσόταν βιομηχανικά, η Ελλάδα ζούσε τα πέτρινα χρόνια της.

Όσο για τον Νίκο Ζαχαριάδη… 

Με ένα παρελθόν που αν γινόταν ταινία, θα είχε τουλάχιστον τρίωρη διάρκεια, γεμάτο διώξεις από το μεταξικό καθεστώς, φυλάκιση για πέντε χρόνια στο κάτεργο της Κέρκυρας και παραμονή για τέσσερα χρόνια στο κολαστήριο του Νταχάου, αλλά και στιγμές δόξας, όταν ως μέλος του μπολσεβίκικου κόμματος συμμετείχε στο τιμητικό άγημα για την κηδεία του Λένιν, ο Ζαχαριάδης δίχασε και σημάδεψε με τις αποφάσεις του το αριστερό κίνημα της χώρας.

Παράνομος από τα γεννοφάσκια του, με έξι αποδράσεις στο ενεργητικό του και τη φήμη του «ασύλληπτου» να τον συνοδεύει, ο Ζαχαριάδης δεν άργησε να αναρριχηθεί στην ιεραρχία του ΚΚΕ και να γίνει γενικός γραμματέας με τις ευλογίες της Μόσχας. Εγωπαθής και απρόβλεπτος χαρακτήρας, σχιζοφρενής για κάποιους, εμβληματικός ηγέτης για κάποιους άλλους, δε δίστασε να αποκηρύξει τον θρυλικό οπλαρχηγό του ΕΛΑΣ Άρη Βελουχιώτη τον Ιούνιο του ’45, όταν εκείνος διαφώνησε με την κατάθεση των αντάρτικων όπλων μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Τα όπλα αυτά χρειάστηκαν στον ίδιο τον Ζαχαριάδη ένα χρόνο αργότερα για να ξεκινήσει τον Εμφύλιο που αιματοκύλησε την Ελλάδα.

Για ανθρώπους σαν τον Ζαχαριάδη, ο Εμφύλιος ήταν μια καθημερινή κατάσταση, φυσική συνέπεια του ρήγματος που υπήρχε μέσα του και τοποθετούσε τους πάντες σε αντίθετες όχθες: στη μια όχθη ήταν οι σύντροφοι στις κομματικές οργανώσεις, οι αγωνιστές, η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα, ενώ στην άλλη όχθη ήταν οι αντιδραστικοί, οι χαφιέδες, οι δωσίλογοι, οι οπορτουνιστές, οι ρεβιζιονιστές, οι αποστάτες και πήγαινε λέγοντας – ο κατάλογος ήταν μακρύς. Οι λέξεις «συμβιβασμός», «συμφιλίωση» και «σύνθεση διαφορετικών απόψεων» ήταν άγνωστες στο λεξιλόγιό του, που χαρακτηριζόταν από πολεμική ρητορική και διασπορά του μίσους. Η έννοια της αυτοκριτικής, παντελώς απούσα. Για όλα έφταιγαν οι άλλοι∙ ποτέ ο ίδιος. Σε γράμμα που έστειλε ένα μήνα πριν αυτοκτονήσει από τη Σιβηρία, όπου τον είχε εξοριστεί το σοβιετικό καθεστώς για τα ολέθρια σφάλματά του, έγραψε:

 «Κληροδοτώ το κουφάρι μου στους Μπρέζνιεφ, Κολιγιάννη, Φλωράκη και Σια. Χαλάλι τους».

Ως αρχηγός του Λαϊκού Κόμματος, ο Τσαλδάρης κρυβόταν πίσω από όλες σχεδόν τις αντιδημοκρατικές εκτροπές της εποχής του. Επιχείρησε την εκκαθάριση του κράτους, του στρατού και της αστυνομίας από όσους είχαν δημοκρατικά φρονήματα, κατηγορώντας τους είτε ως βενιζελικούς είτε ως αριστερούς. Εκμεταλλευόμενος το πολιτικό κενό που άφησε ο θάνατος του Βενιζέλου, έκανε ό.τι περνούσε από το χέρι του για την παλινόρθωση της μοναρχίας και την εγκαθίδρυση της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου.

Ως αρχηγός του Κομμουνιστικού Κόμματος, ο Ζαχαριάδης διέπραττε το ένα λάθος μετά το άλλο. Χειρότερο όλων, όσον αφορά τις συνέπειές του σε ανθρώπινες ζωές, ήταν η ανακαίνιση του «Μακεδονικού» προκειμένου να ενισχύσει το ΕΑΜ με το σλαβόφωνο πληθυσμό από τις παραμεθόριες περιοχές. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να χαθεί η ζωή χιλιάδων μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού, που καταδικάζονταν σε θάνατο επί εσχάτη προδοσία.

Λίγοι γνωρίζουν ότι υπήρξε μια στιγμή που οι δυο αυτοί άνδρες θα μπορούσαν να είχαν γράψει την Ιστορία με διαφορετικό τρόπο. Τον Ιανουάριο του ’47, εν μέσω του Εμφυλίου, ο Ντίνος Τσαλδάρης έστειλε κρυφά άνθρωπό του στο βουνό με σκοπό να συναντήσει τον Νίκο Ζαχαριάδη και να του επιδώσει πρόταση ειρήνευσης και σταδιακής αμνηστίας. Για την πρόταση αυτή ο Ζαχαριάδης ενημέρωσε μετά από έξι μήνες το υψηλόβαθμο στέλεχος του σοβιετικού καθεστώτος Αντρέι Ζντάνοφ, όταν ήταν πλέον αργά.

«Μου εγγυήθηκε μάλιστα και εκατό βουλευτές για το ΕΑΜ-ΚΚΕ στις επόμενες εκλογές, που θα γίνονταν σύντομα, ο γελοίος», είπε γελώντας ο Ζαχαριάδης. «Τόσο στημένες θα ’ταν κι αυτές οι εκλογές, σαν τις άλλες του ’46. Φυσικά, την απορρίψαμε».

 Τα ντοκουμέντα αυτά διασώζονται στο Αρχείο Ζντάνοφ αλλά και στο Αρχείο Τσαλδάρη, που διατηρείται στο Ίδρυμα Καραμανλή. Όταν το 2008 ο Λεωνίδας Κύρκος τα πληροφορήθηκε, τράνταξε με τις γροθιές του το γραφείο του και άρχισε να φωνάζει:

«Εκατό βουλευτές και απάντησε όχι;» είπε ανάμεσα σε βρισιές και κατάρες. «Ποιος να το πει τώρα στις μανάδες και τους πατεράδες που είδαν τα παιδιά τους να σκοτώνονται στα βουνά και να εκτελούνται στα αποσπάσματα».  

Ζώντας μόνιμα στην Αντίπολη, ο Καζαντζάκης άφησε πίσω του ξερονήσια σαν τη Μακρόνησο, τόπο βίας και τρόμου, έτσι όπως τον περιέγραψε ο Μενέλαος Λουντέμης στο μυθιστόρημά του Οδός Αβύσσου αριθμός 0.

Κώστας Αρκουδέας – Το χαμένο Νόμπελ

Εκδόσεις Καστανιώτη (απόσπασμα από το 4ο μέρος – Αντίπολη )

by Αντικλείδι , https://antikleidi.com

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -