Σιμόν ντε Μπoβουάρ – Η γυναίκα, ένα και το άλλο


Γραμμένο σε ένα ιστορικό πλαίσιο το οποίο διατρέχεται από τις συζητήσεις πάνω στον ρόλο της γυναίκας και πάνω στην ομοιότητα των φύλων, “Το δεύτερο φύλο” αποκαλύπτει στην πραγματικότητα πως οι ρίζες της γυναικείας διάκρισης είναι Βαθιά ριζωμένες στην ιστορία του πολιτισμού και στις ανθρωπολογικές μεθόδους: η γυναίκα εμφανίζεται ως ένα «Άλλο» ασύλληπτο χωρίς την αναφορά στο «Ένα» το οποίο εκπροσωπείται από τον άντρα.

Ένας άντρας δεν θα σκεφτόταν ποτέ να γράψει ένα βιβλίο πάνω στη χαρακτηριστική θέση που οι άντρες έχουν στην ανθρωπότητα. Αν θέλω να ορίσω τον εαυτό μου, είμαι αναγκασμένη πρώτα απ’ όλα να διακηρύξω: «Είμαι μία γυναίκα»· αυτή η αλήθεια συνιστά το υπόβαθρο πάνω στο οποίο αγκυροβολεί κάθε άλλος ισχυρισμός.

Ένας άντρας δεν ξεκινά ποτέ κατηγοριοποιώντας τον εαυτό του ως ένα άτομο ενός συγκεκριμένου φύλου: το ότι είναι άντρας, υπονοείται. Είναι απλή τυπικότητα παρά ευρετήρια: αρσενικά, θηλυκά παρουσιάζονται συμμετρικά στα μητρώα των δημαρχείων και τα πιστοποιητικά ταυτότητας.

Η σχέση των δυο φύλων δεν είναι εκείνη δύο ηλεκτρονίων, δύο πόλων: ο άντρας αντιπροσωπεύει μαζί το θετικό και το αρνητικό σε βαθμό που λέμε «οι άνθρωποι» για να εκφράσουμε το ανθρώπινο είδος, την ιδιαίτερη έννοια της λέξης άνθρωπος η οποία αναφέρεται στη γενική έννοια του ανθρώπινου είδους.

Η γυναίκα, αντίθετα, εμφανίζεται ως ο αρνητικός πόλος, σε σημείο που κάθε προσδιορισμός της καταλογίζεται στην έννοια του περιορισμού, χωρίς αμοιβαιότητα, θύμωσα μερικές φορές, κατά τη διάρκεια συζητήσεων, όταν άκουγα να μου αντιτίθεται οι άντρες συνομιλητές: «σκέφτεστε αυτό γιατί είστε γυναίκα»· αλλά ήξερα ότι η μόνη μου υπεράσπιση ήταν να απαντήσω «το σκέφτομαι γιατί είναι αλήθεια», αφανίζοντας με αυτό την υποκειμενικότητά μου· δεν έπρεπε να απαντήσω «και εσείς σκέφτεστε το αντίθετο γιατί είστε άντρας», γιατί υπονοείται ότι το γεγονός ότι είναι άντρας δεν είναι καθόλου περίεργο.

Ο άντρας έχει δίκιο επειδή είναι άντρας, η γυναίκα άδικο. Πρακτικά, με τον ίδιο τρόπο που για τους αρχαίους υπήρχε μία απόλυτη κάθετη σε σχέση με την οποία προσδιοριζόταν η διαγώνιος, υπάρχει ένας απόλυτος τύπος ανθρώπου, που είναι ο αρσενικός τύπος.


Η γυναίκα έχει ωοθήκες, μια μήτρα- ορίστε οι ιδιαίτερες συνθήκες που την περικλείουν στην υποκειμενικότητά της: πρόθυμα λέγεται ότι «σκέφτεται με τους αδένες της». Ο άντρας ξεχνά ιδιαιτέρως ότι έχει ανατομία, η οποία περιλαμβάνει ορμόνες και όρχεις. Νοεί το σώμα του ως μία σχέση, άμεση και συνηθισμένη με τον κόσμο που πιστεύει ότι αιχμαλωτίζει στην αντικειμενικότητα του, ενώ θεωρεί ότι το σώμα της γυναίκας επιβαρύνεται απ’ όλα αυτά που το κάνουν να ξεχωρίζει: ένα εμπόδιο, μια φυλακή.

«Η γυναίκα είναι γυναίκα δυνάμει μιας συγκεκριμένης απουσίας ποιότητας»,

έλεγε ο Αριστοτέλης.

«Πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τον χαρακτήρα των γυναικών ως φυσικά ελαττωματικό και ελλιπή»·

και ο Θωμάς Ακινάτης ομοίως ορίζει ότι η γυναίκα είναι «ένας ελλιπής άντρας», ένα «συμπτωματικό» ον.

Ακριβώς αυτό θέλει να συμβολίσει η ιστορία της Γένεσης στην οποία η Εύα εμφανίζεται ως δημιουργημένη, όπως λέει ο Μποσυέ από ένα «κόκαλο που περίσσευε στον Αδάμ». Η ανθρωπότητα είναι αντρική και ο άντρας ορίζει τη γυναίκα ως τέτοια αλλά σε σχέση με τον εαυτό του· δεν θεωρείται αυτόνομο ον. «Η γυναίκα, το σχετικό ον…» γράφει ο Μισελέ. Και αυτό ισχυρίζεται ο Μπέντα στο Rapport d’Uriel:

«Το σώμα του άντρα έχει καθαυτό μία έννοια, ξεκινώντας από αυτή της γυναίκας, ενώ η τελευταία φαίνεται ελλιπής αν δεν αναφέρεται στο αρσενικό… Ο άντρας μπορεί να σκεφτεί χωρίς τη γυναίκα: αυτή δεν μπορεί να σκεφτεί χωρίς τον άντρα».

Αυτή είναι μόνο αυτό που ο άντρας αποφασίζει ότι είναι· έτσι αξιολογείται «το φύλο», με την έννοια ότι η γυναίκα φαίνεται και ουσία στον άντρα ένα σεξουαλικό ον: η γυναίκα για τον ίδιο είναι φύλο, επομένως είναι με την απόλυτη έννοια. Η γυναίκα καθορίζεται και διαφοροποιείται σε σχέση με τον άντρα, όχι ο άντρας σε σχέση με αυτήν- είναι το επουσιώδες μπροστά στο ουσιώδες. Αυτός είναι το Υποκείμενο, το Απόλυτο: αυτή είναι το Άλλο.[·..]

Οι γυναίκες -πέρα από μερικές συγκεντρώσεις που παραμένουν αφηρημένες εκδηλώσεις- δεν λένε «εμείς»- οι άντρες λένε «οι γυναίκες» και οι γυναίκες περιγράφονται με αυτή την ίδια λέξη, αλλά δεν διακηρύσσονται αυθεντικά ως υποκείμενα.

Οι προλετάριοι έκαναν την επανάσταση στη Ρωσία, οι Νέγροι στην Αϊτή, οι Ινδοκινέζοι αγωνίστηκαν στην Ινδοκίνα: η ενέργεια των γυναικών δεν ήταν ποτέ τίποτε άλλο παρά ένα συμβολικό κίνημα: πέτυχαν αυτό που οι άνθρωποι καταδέχτηκαν να εκχωρήσουν και τίποτα παραπάνω, δεν πήραν τίποτα, έλαβαν. Το γεγονός είναι ότι δεν έχουν τα κατάλληλα μέσα για να συγκεντρωθούν σε μία ενότητα ικανή να εδραιωθεί μέσα από την αντίσταση.

Οι γυναίκες δεν έχουν παρελθόν, ιστορία, θρησκεία, δεν έχουν όπως οι προλετάριοι μία αλληλεγγύη δουλειάς και συμφερόντων, μεταξύ αυτών δεν υπάρχει ούτε εκείνος ο συγχρωτισμός στον χώρο που έκανε τους Νέγρους της Αμερικής, τους Εβραίους στο γκέτο, τους εργάτες του Σαιν-Ντενί ή των γραφείων της Ρενώ μία κοινότητα. Οι γυναίκες διασκορπίστηκαν μέσα από τους άντρες, καθώς ήταν δεμένες με μερικούς άντρες -πατέρα ή σύζυγο- πιο στενά απ’ ό,τι με άλλες γυναίκες- και αυτό εξαιτίας των εμποδίων που δημιουργήθηκαν από το σπίτι, τη δουλειά, τα οικονομικά συμφέροντα, την κοινωνική κατάσταση.

Οι αστές είναι αφοσιωμένες στους αστούς και όχι στις γυναίκες προλετάριες· οι λευκές στους λευκούς άντρες και όχι στις νέγρες γυναίκες. Το προλεταριάτο μπορεί να επιδιώκει τη σφαγή των ανώτερων τάξεων ένας φανατικός Εβραίος, ένας Νέγρος θα μπορούσαν να ονειρευτούν να κλέψουν το μυστικό της ατομικής βόμβας και να κάνουν μια εξ ολοκλήρου εβραϊκή ή νέγρικη ανθρωπότητα: ούτε σε όνειρο η γυναίκα δεν μπορεί να αφανίσει τους άντρες. Ο δεσμός που τις ενώνει με τους καταπιεστές της δεν μπορεί να συγκριθεί με κανέναν άλλον.

Ο διαχωρισμός των φύλων είναι βιολογικό στοιχείο, όχι μια στιγμή της ανθρώπινης ιστορίας. Η αντίθεσή τους περιγράφεται σε ένα αρχικό mitsein [«είναι μαζί»] το οποίο δεν ανατρέπεται. Το ζευγάρι είναι μια θεμελιώδης ενότητα, τα μισά του οποίου συνδέονται άρρηκτα το ένα με το άλλο. Δεν είναι δυνατόν κανένα σπάσιμο της κοινωνίας σε φύλα. Ορίστε αυτό που ουσιαστικά ορίζει τη γυναίκα: αυτή είναι το Άλλο στο πλαίσιο μιας ολότητας, τα δύο όρια της οποίας είναι απαραίτητα το ένα στο άλλο. […]

Αν αρνηθούν ότι είναι το Άλλο, αν αρνηθούν τη συνέργεια με τον άντρα, αυτό θα σήμαινε γι’ αυτές ότι απαρνιούνται όλα τα πλεονεκτήματα που επιφέρει η συμμαχία με την ανώτερη τάξη. Ο άντρας ηγεμόνας θα προστατεύει υλικά την υποτελή γυναίκα και θα μπορεί να δικαιολογήσει την ύπαρξή της· χωρίς να δίνει σημασία στον οικονομικό κίνδυνο, αποφεύγει τον μεταφυσικό κίνδυνο μιας ελευθερίας που πρέπει να έχει δικούς της σκοπούς χωρίς τη βοήθεια άλλων.

Στην πραγματικότητα, κάθε άτομο, πέρα από την ανάγκη να εδραιωθεί ως υποκείμενο, κάτι που συνιστά ηθική ανάγκη, φέρει μέσα του τον πειρασμό να δραπετεύσει από την ελευθερία του και να μετατραπεί σε πράγμα· είναι μια φαύλη πορεία, παθητική, αποξενωμένη, χαμένη, στην οποία το άτομο μπαίνει στο παιχνίδι ξένων βουλήσεων, ξεκόβει από την υπεροχή του και ξεγυμνώνεται από κάθε αξία. Αλλά είναι μια εύκολη πορεία· αποφεύγεται έτσι η αγωνία και η ένταση μιας αυθεντικά βιωμένης ύπαρξης.

Όταν ο άντρας θεωρεί τη γυναίκα ως Άλλο, βρίσκει σε αυτή μια βαθιά πολυπλοκότητα. Έτσι, η γυναίκα δεν αξιώνει τον εαυτό της ως υποκείμενο γιατί δεν έχει τα απτά μέσα, γιατί βιώνει τον απαραίτητο δεσμό με τον άντρα χωρίς αμοιβαιότητα και γιατί συχνά τέρπεται με τον ρόλο του Άλλου. Αλλά θα πρέπει να διατυπωθεί ευθέως ένα ερώτημα: πώς ξεκίνησε αυτή η ιστορία; Γίνεται κατανοητό ότι η δυαδικότητα των φύλων, όπως κάθε δυαδικότητα, μεταφράστηκε σε σύγκρουση.

Δεν είναι εξίσου σαφές γιατί ο άντρας νίκησε εξαρχής. Πράγματι, φαίνεται ότι η μάχη θα μπορούσε να κερδηθεί από τις γυναίκες ή το αποτέλεσμα να ήταν αιωνίως μετέωρο. Γιατί όμως ο κόσμος ανέκαθεν ανήκε στους άντρες, και μόλις σήμερα τα πράγματα αρχίζουν να αλλάζουν; Αυτή η αλλαγή είναι κάτι καλό; θα οδηγήσει ή όχι σε έναν ίσο καταμερισμό του κόσμου ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες; Αυτά τα ερωτήματα δεν είναι καινούργια: έχουν λάβει ήδη αρκετές απαντήσεις· αλλά ακριβώς το γεγονός ότι η γυναίκα είναι Άλλο αποποιείται κάθε αξία στις εξηγήσεις των αντρών, οι οποίες είναι εξαιρετικά σαφές ότι υπαγορεύονται από το συμφέρον τους. […]

Γυναίκα δεν γεννιέσαι, γίνεσαι. Κανένα βιολογικό, ψυχικό, οικονομικό πεπρωμένο δεν ορίζει την όψη που αποκτά μπροστά στην κοινωνία το θηλυκό του ανθρώπου· είναι το σύνολο της ιστορίας και του πολιτισμού που επεξεργάζεται αυτό το ενδιάμεσο προϊόν ανάμεσα στον άντρα και τον ευνούχο που ονομάζουμε γυναίκα. Μόνο η διαμεσολάβηση άλλων μπορεί να προσδώσει σε ένα άτομο το μέρος του Άλλου. Ως δημιούργημα που υπάρχει καθαυτό, το παιδί δεν θα θεωρείτο ποτέ σεξουαλική διαφοροποίηση.

Τόσο στα θηλυκά όσο και στα αρσενικά, το σώμα είναι πρώτα απ’ όλα η διάδοση μιας υποκειμενικότητας, το αναπόφευκτο εργαλείο για να μάθει κανείς τον κόσμο: μαθαίνουμε, αιχμαλωτίζουμε το σύμπαν με τα μάτια και τα χέρια, όχι με τα σεξουαλικά όργανα.

Το δράμα της γέννησης, του απογαλακτισμού πραγματοποιούνται με τον ίδιο τρόπο για τα δύο φύλα– το ένα και το άλλο έχουν τα ίδια ενδιαφέροντα, τις ίδιες απολαύσεις· στην αρχή, η πηγή των πιο ευχάριστων εμπειριών τους είναι το βύζαγμα· έπειτα, περνούν μία τελική φάση στην οποία αντλούν τη μεγαλύτερη ικανοποίηση από τις απεκκριτικές λειτουργίες, οι οποίες είναι όμοιες και για τα δύο· ανάλογη είναι και η ανάπτυξη των γεννητικών οργάνων ανακαλύπτουν το σώμα τους με την ίδια αδιάφορη περιέργεια· από το πέος και την κλειτορίδα γεννιούνται ίδιες, αβέβαιες απολαύσεις· και, καθώς η ευαισθησία τους έχει ήδη την τάση να ανατίθεται, κατευθύνεται προς τη μητέρα· το γυναικείο σώμα, γλυκό, απαλό, ελαστικό, προξενεί στα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, σεξουαλικά ερεθίσματα, τα οποία μεταφράζονται στην επιθυμία να πάρουν, να αιχμαλωτίσουν- είναι επιθετικός ο τρόπος με τον οποίο το κορίτσι, όπως το αγόρι, αγκαλιάζει τη μητέρα του, την αγγίζει, τη χαϊδεύει· νιώθουν την ίδια ζήλια όταν γεννιέται ένα άλλο παιδί και την εκφράζουν με ανάλογους τρόπους: θυμός, κακή διάθεση, ουρικές διαταραχές· ανατρέχουν στις ίδιες ιδιοτροπίες για να κατακτήσουν τη στοργή των ενηλίκων.

Μέχρι τα δώδεκα χρόνια η νεαρή κοπέλα είναι το ίδιο δυνατή με τα αδέλφια της και επιδεικνύει τις ίδιες διανοητικές ικανότητες· δεν υπάρχουν ζώνες που της απαγορεύεται να ανταγωνιστεί μαζί τους. Και, αν πολύ πριν την εφηβεία, ή μερικές φορές μάλιστα στις αρχές της παιδικής ηλικίας, μας φαίνεται ότι έχει ήδη διαφοροποιηθεί σεξουαλικά, δεν θα πρέπει να ανατρέξουμε σε μυστηριώδη ένστικτα που είναι γραφτό να την κάνουν ένα παθητικό, φιλάρεσκο και μητρικό δημιούργημα, αλλά θα πρέπει να θυμόμαστε ότι η παρέμβαση άλλων στην παιδική ηλικία είναι σχεδόν πρωταρχική και ότι εξαρχής ο προορισμός της, της επιβάλλεται δεσποτικά. […]

Στην ιδέα ότι ο άντρας και η γυναίκα κάνουν έρωτα, αντιλαμβάνεται κανείς τη διαφορετικότητα της κατάσταση τους. Το άτομο που είναι υποκείμενο, που είναι ο εαυτός του, αν έχει τη γενναιόδωρη γεύση της υπέροχης αγωνίζεται να διευρύνει τη θέση του στον κόσμο: είναι φιλόδοξο, δρα. Αλλά ένα μη ουσιώδες ον δεν μπορεί να ανακαλύψει το απόλυτο μπροστά στην υποκειμενικότητα του- ένα ον αφιερωμένο στην εμμένεια δεν θα μπορούσε να υλοποιηθεί μέσα από πράξεις.

Κλεισμένη στη σφαίρα του σχετικού, προορισμένη για το αρσενικό από τη γέννησή της, συνηθισμένη να βλέπει σε αυτόν έναν ηγεμόνα με τον οποίο δεν της επιτρέπεται να είναι ίση, η γυναίκα δεν απαρνιέται την αξίωσή της να είναι άνθρωπος, ονειρεύεται να ξεπεράσει το Είναι της προς ένα από εκείνα τα ανώτερα Είναι, να ενωθεί, να γίνει ένα με το ηγεμονικό υποκείμενο· δεν υπάρχει άλλη διέξοδος παρά μόνο να χαθεί, ψυχή τε και σώματι, σε αυτόν που της παρουσιάζεται ως το απόλυτο, το ουσιώδες.

Καθώς είναι με κάθε τρόπο καταδικασμένη να εξαρτάται, παρά να υπακούει στους τυράννους -γονείς, σύζυγος, προστάτης- προτιμά να υπηρετεί έναν θεό: θέλει τόσο έντονα τη σκλαβιά της που αυτή της φαίνεται ως έκφραση της ελευθερίας της· αγωνίζεται να ξεπεράσει την κατάστασή της ως αντικείμενο χωρίς ουσία με το να την αποδεχτεί ριζικά· μέσα από το σώμα της, τα συναισθήματά της, τη στάση της, εξυμνεί ακραία τον αγαπημένο, τον αντιμετωπίζει ως την ύψιστη αξία και πραγματικότητα· εκμηδενίζεται μπροστά του. Η αγάπη γίνεται γι’ αυτή, θρησκεία.

***

Simon de Beauvoir, IIsecondosesso, μτφρ. R. Cantini και M. Andreose, II Saggiatore, Milano – 2002

Μaurizιο Bettini – «Η Ιστορία της Φιλοσοφίας» του Ουμπέρτο Εκο.

Αντικλείδι , https://antikleidi.com

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -