Τα 500 εκατομμύρια της Μπεγκούμ – μια σημείωση στην λειτουργία της μνήμης και της λογικής


… μια άλλη έρευνα, στα αβυθομέτρητα βάθη της μνήμης – όπου, βέβαια, ο βυθός διαγράφεται χονδρικά με σχετική ακρίβεια στο σόναρ – βλέπεις αβύσσους, υποβρύχια όρη, ναυάγια ακουμπισμένα στο βάθος της θαλάσσης και κήτη που κυκλοφορούν –

 – αυτό το κομμάτι, που ίδιο ή παρόμοιό του έχω ξαναδιαβάσει στην εφηβική μου ηλικία – πολύ πριν, προφανώς, από την πρόσφατη ανάγνωση στα «500 εκατομμύρια της Μπεγκούμ»[1] – και το αντιγράφω εδώ από τα «500 εκατομμύρια της Μπεγκούμ».

Το σκηνικό: ο ήρωας, Αλσατός μηχανικός Μαρσέλ έχει διεισδύσει στο άντρο του κακού Γερμανού δόκτορα Σούλτς. Εκεί, συλλαμβάνεται αιχμάλωτος, και προορίζεται για έναν γρήγορο θάνατο, σε άγνωστο χρόνο στο αμέσως προσεχές μέλλον.

Ο προβληματισμός που ακολουθεί είναι του Αλσατού μηχανικού:

«… στην ελάχιστη κίνηση ανυπακοής ή διαφυγής, ήταν βέβαιος πως θα του φύτευαν δυο σφαίρες στο κεφάλι. Και αν ακόμα υποτεθεί ότι οι σφαίρες θα αποτύχαιναν, βρισκόταν μέσα σε κέντρο τριπλής οχυρωμένης γραμμής, που επιτηρούσε τριπλή σειρά από φρουρούς.

Όπως το συνήθιζε, άρχισε να σκέφτεται το πρόβλημά του με μαθηματικό τρόπο:

– Ας υποθέσουμε ότι κάποιος άνθρωπος επιτηρείται από αυστηρούς φύλακες πιο δυνατούς απ’ αυτόν, και που είναι οπλισμένοι μέχρι τα δόντια. Ο άνθρωπος αυτός θέλει να το σκάσει από τους φύλακές του. Ακόμα κι αν το κατορθώσει αυτό, του μένει να δραπετεύσει και από το φρούριο, που και αυτό φρουρείται αυστηρά.

Εκατό φορές ο Μαρσέλ μελέτησε αυτό το διπλό πρόβλημα και άλλες εκατό φορές δεν βρήκε λύση.

Τελικά, η πολύ δύσκολη θέση του έκανε το μυαλό του να δουλέψει, ή μήπως η τύχη του έφερε τη λύση; Είναι δύσκολο να απαντηθεί αυτό».

*  *  *

Να μια περίπτωση– ή μια «πλαστογραφία», που δεν έχει τόση μεγάλη διαφορά, εν τέλει – Βερνικής μεθοδολογίας, που …

… εδώ ας σταθούμε –
– κι ας δούμε κι εμείς το πράγμα λίγο:

Φαίνεται μήπως – η Βερνική μέθοδος- ως αποθέωση του ορθολογισμού; Κι όμως, με τα σημερινά δεδομένα, ο τρόπος που παρατίθεται το πρόβλημα θα μπορούσε να προσεγγιστεί και μέσω διαφορετικών φιλοσοφιών και μεθόδων.

Μπορεί να «τοποθετηθεί», πρώτα-πρώτα, σ’ ένα περιβάλλον «συστημικής αναπαράστασης», κατά Μπερτ Χέλλινγκερ: αναγνωρίζεις το αδιέξοδο, και αφήνεσαι στη ροή των πραγμάτων, η οποία θα σε οδηγήσει κάπου: η ιδέα που κυριαρχεί, εδώ, είναι ενός «ποταμού της ζωής», Ηρακλείτειου, στον οποίο δεν μπορείς να μπεις δυο φορές. Μπαίνεις, και σε παρασέρνει – και την άλλη φορά θα είναι διαφορετικός – κι αυτό θα γίνει, γιατί ο Μάρκελος θα το σκάσει μέσα από ένα ποτάμι, πέφτοντας στα νερά του, με την βοήθεια μάσκας και αναπνευστήρα.

Το ίδιο, η ίδια λογική μπορεί να «τοποθετηθεί» και σε κάπως πιο Απωανατολίτικο, Ινδουϊστικό/βουδιστικό (εκσυγχρονισμένο, όμως) περιβάλλον, οι σκεπτομορφές έρχονται από πάνω προς τα κάτω, λ.χ. από τον «ανώτερο εαυτό». Αυτό που πρέπει να κάνεις, να είσαι ανοιχτός και ταπεινός, να δεχτείς την ευλογία (όπως είναι ο Αλσατός μηχανικός Μαρσέλ: αντίθετα, ο «κακός» Γερμανός Σουλτς είναι τυφλωμένος από την περηφάνια του, και δεν «νογάει»).


Αλλά – και αυτό ενδιαφέρει εδώ: υπάρχει και η ορθολογική εκδοχή – ή όψη, η οποία μπορεί να καλύψει τα πάντα – οπότε, entia non sunt multiplicanda praeter necessitatem.

Από ορθολογική άποψη, λοιπόν: το πρόβλημα, όπως ετίθετο, ήταν πρόβλημα «χωρίς λύση», δηλαδή μια κατάστρωση η οποία need more information. Όσο ο ήρως μηχανικός Μαρσέλ το δούλευε – «100 φορές», δηλαδή «πολλές», κατά το κινέζικο σύστημα μέτρησης – τόσο έβλεπε ότι το πρόβλημα ήταν χωρίς λύση.

Όμως, αυτό που είχε ετοιμάσει, είναι η «δομή» της λύσης, στα βασικά της (που, ενδεχομένως, ούτε αυτά ήταν σίγουρα!).

H more information – οι επιπρόσθετες πληροφορίες, όταν ήρθαν, έδωσαν την λύση –

– αυτό σήμαινε, μεταξύ άλλων: συλλογή πληροφοριών.

Η κάθε πληροφορία, καθώς προστίθεται στο «πρόβλημα», το αναδιατάσσει, το συμπληρώνει, το ολοκληρώνει – και εκεί που το πρόβλημα είναι «ανοιχτό», μπορεί να ξεπροβάλει μια «λύση».

Ως μεθοδολογία, όμως, έχει κι ένα δεύτερο βήμα: την «πλάγια σκέψη».

Τώρα, αν διαβάσετε τη συνέχεια του μυθιστορήματος, θα δείτε ότι οι διαφυγές του «μηχανικού Μαρσέλ είναι της τάξεως της «πλάγιας σκέψης».

Είναι, μάλιστα, της τάξεως του «σκαψίματος» για την λύση μέσα στα ίδια τα πρόσωπα που έχουν δημιουργήσει το πρόβλημα[2] – δηλαδή στα πρόσωπα των ίδιων των ανθρώπων που τον κρατούνε (φυλάκων και Γερμανού villain):

– για τους δύο φύλακες, βρίσκει στον κήπο όπου προαυλίζεται ένα ναρκωτικό, το χρησιμοποιεί στην πίπα του – ο ίδιος δεν το καπνίζει, αλλά τους βάζει στον πειρασμό να το καπνίσουν – και μετά κάθεται να καπνίσει μπροστά τους (κι αυτοί είναι μανιώδεις καπνιστές) και καπνίζουν το ναρκωτικό μπροστά του, και κοιμούνται, οπότε αυτός το σκάει.

-για τον villain Σουλτς – για να φύγει από το παλάτι – το κάστρο του – ανάβει φωτιά στο εργαστήρι με τα σχέδια, αναλαμβάνει να σώσει αυτός ένα σχέδιο – παίρνει, έτσι, έναν αναπνευστήρα, περνάει μέσα από το φλεγόμενο εργαστήρι, και πέφτει στο ποτάμι – που έχει εντοπίσει εκ των προτέρων – έχοντας φορέσει τον αναπνευστήρα – ενώ πίσω του το φλεγόμενο εργαστήρι γκρεμίζεται.

Τρεις σημειώσεις, συνεπώς, Βέρνειας – ή ψευδο-Βέρνειας – λογικής:

(α) Υπάρχει μια πλήρης «λογική/ορθολογιστική» μεθοδολογία, η οποία, όμως, δεν είναι ευθύγραμμη. Περιλαμβάνει:

– Κατάστρωση του προβλήματος

– Συλλογή πληροφοριών

– Δυνατότητα πλάγιας (δηλαδή απρόβλεπτης) σκέψης.

(β) Όποιος νομίζει ότι αυτά είναι αποκλειστικά ορθολογικά, να το ξανασκεφτεί:

– Προηγείται κάποια «χάρη» που δίνει ο Γερμανός ιδιοφυής villain Σουλτς στον υιοθετημένο μηχανικό Μαρσέλ – τον επαναστάτη: δεν τον σκοτώνουν αμέσως, του δίνουν ευχέρεια κινήσεως … δηλαδή τον χώρο-χρόνο να λύσει το πρόβλημά του.

– «Απευθύνεται», τρόπον τινά, στους υπευθύνους των προβλημάτων του, και αποσπά από μέσα τους αυτό που θα τον σώσει – το πρόβλημα δίνει και την λύση, ή «όμοιο ομοίω ιάται»», υπάρχει μια λανθάνουσα «ομοιοπαθητική» εδώ, η οποία μπορεί να θεωρηθεί χαρακτηριστικό της «πλάγιας σκέψης» – όμως θέτει το ζήτημα κατά πόσο τα πρόσωπα που απειλούσαν τον θάνατό του τον «ήθελαν» πράγματι νεκρό: ιδίως, μεταξύ μηχανικού Μαρσέλ και ιδιοφυίας του κακού Σουλτς έχει λειτουργήσει, στα προηγούμενα κεφάλαια, ένα μοτίβο υιοθεσίας.

– Όλο αυτό στέκει κάτω από την αφανή σκέπη της Θείας Πρόνοιας – η οποία, τελικά, θα δώσει και την τελική λύση, σκοτώνοντας τον Σουλτς με την ίδια την εφεύρεσή του – πίσω από την façade του ορθολογισμού, κινεί τα νήματα ένας από μηχανής Θεός (με κεφαλαίο).

(γ) Τελικά (και αρχικά) δεν πρέπει να ξεχνά κανείς ότι «δεν είναι παρά ένα μυθιστόρημα».

Εδώ, στην τεχνική του πράγματος, ο ξυγγραφέας πρώτα βρίσκει τη λύση (την ελέγχει για λειτουργικότητα, αληθοφάνεια κ.τ.λ.) και μετά διατυπώνει το πρόβλημα – έτσι που να μπορεί να το λύσει λειτουργικά, αληθοφανώς κ.τ.λ.

Και πάλι, όμως, η μυθιστορηματική πλοκή – σ’ αυτού του είδους την συγγραφή – δεν κάνει παρά να προσομοιώνει την πραγματικότητα. Είναι συγγραφείς που έχουν πέσει θύματα της ίδιας τους της μεθοδολογίας. Τυπικό – και κλασικό – παράδειγμα, ο Κόναν Ντόυλ, ο δημιουργός του Σέρλοκ Χολμς, στον οποίο επιδείχθηκαν κολάζ φωτογραφιών που έδειχναν ένα κοριτσάκι να κοιτάει ένα νεραϊδάκι – και πίστεψε, για μια στιγμή, στην ύπαρξη των νεράιδων.

Σε όλο αυτό υπάρχει μια διελκυστίνδα γραμμικής και κυκλικής μεθοδολογίας.

Η προϋπόθεση του αξιώματος του Χάιντεγγερ: «κάθε αναζήτηση λαμβάνει καθοδήγηση από το αναζητούμενο» (από το Είναι και Χρόνος) θέλει την έρευνα και τον προγραμματισμό της, κι αυτή!

Το ορθολογικό πλαίσιο, συνεπώς, συνυπάρχει τόσο στενά με άλλα, που λες ότι δεν θα υπήρχε χωρίς αυτά.

Όσο για το Βέρνειο πρόβλημα «έστω μηχανικός στην τάδε κατάσταση» το’ χω ξαναδιαβάσει σε άλλο μυθιστόρημα του Βερν; –

– γιατί το θυμάμαι, αορίστως, σε νησί, μύριζε θάλασσα – ενώ εδώ μυρίζει φωτιά, κάρβουνο και ατσάλι – κι εκεί ο ήρωας το σκέφτηκε ως εξής:

«… έστω μηχανικός», ενώ εδώ δεν βρίσκω την έκφραση … τι να πω … φαίνεται να έχει μείνει μόνο αυτό από το συγκεκριμένο μυθιστόρημα – ούτε καν αν ήταν, τελικά, τα «500 εκατομμύρια της Μπεγκούμ» ή όχι, αλλά, όσο θυμάμαι αυτή τη φράση, αυτό το κομμάτι … απ’ αυτό το σχήμα …

– τι έρχεται; Η αύρα του, να μυρίζει θάλασσα. Μήπως και κάποια δέντρα;

Κάποια – ίσως σπηλιά; Αν το βρω κάπου, θα το σημειώσω. Γιατί το θυμόμουν – και το ανέφερα – πολύ καιρό. Από μικρός. Μ’ είχε εντυπωσιάσει.

***

Βασιλικό Χαλκίδας, Ιούνιος 2018

Κωστής Δεμερτζής

[1] Πρώτη έκδοση, με την υπογραφή του Ιουλίου Βερν (1828-1905), στη σειρά των «θαυμαστών ταξιδιών» (Πέτρος-Ιούλιος Χετζέλ), το 1979 (ανάμεσα στον «Δεκαπενταετή πλοίαρχο», του 1978, και τι «Περιπέτειες Κινέζου στη Κίνα», του 1979 επίσης. Εκ των υστέρων προέκυψε ότι επρόκειτο για έργο του Πασκάλ Γκρουσσέ (1844-1909), ο οποίος ήταν απαγορευμένος συγγραφέας, λόγω συμμετοχής του στην Κομμούνα του Παρισιού (1871-1872) και δημοσίευε με διάφορα ψευδώνυμα, ή, όπως εν προκειμένω, μέσα από την «βιτρίνα» που του προσέφερε ο Ιούλιος Βερν. Στην σειρά «Θαυμαστά Ταξίδια» έργο επίσης του Πασκάλ Γκρουσσέ είναι και «το Αστέρι του Νότου» (κατ’ άλλη απόδοση: «Ο Μεσημβρινός Αστήρ»), που κυκλοφόρησε στην ίδια σειρά το 1884). Και στις δύο περιπτώσεις, ο Γκρουσσέ (18 χρόνια νεότερος από τον Βερν) μιμείται πολύ πειστικά την φόρμα του Βερν, ώστε το μυθιστόρημά του μπορεί να περάσει για έργο της «βιτρίνας». Ο Βερν, πριν υπογράψει το μυθιστόρημα, το επεξεργάστηκε, αλλά δεν τα πήγε καλά με το «πολιτικό» κομμάτι του μυθιστορήματος, που του ήταν σχετικά ξένο. Η ιστορία με τα «γνήσια» ή τα «νόθα» έργα του Βερν έχει τεράστιο ενδιαφέρον, γιατί μας θέτει προ των ορίων μιας δημιουργίας ως «μυθολογίας», της οποίας η επεξεργασία είναι κατά πολύ «συλλογική». Εδώ το θέμα αυτό απλώς θίγεται.

[2] Στη γνωστή ιστορία με την κρίση του Σολομώντα, ο βασιλιάς αυτό έκανε: «έψαξε» μέσα στην ψυχή των δύο πορνών, για να αντλήσει από εκεί την γνώση – που είχαν οι ίδιες – για το ποιας από τις δύο, τελικά, είναι το παιδί. Το ίδιο κάναν λαϊκοί δικαστές σ’ όλη την ιστορία, από τον Ναστραντίν Χότζα μέχρι τον Σάντο Πάντσα.

Αντικλείδι , https://antikleidi.com

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -