Η Καταπράσινη κοιλάδα


Η ΑΣΤΡΑΠΗ ΧΤΥΠΗΣΕ με υπόκωφο κρότο πάνω στο βράχο, πετάχτηκε παράμερα και χώθηκε μέσα στο καταπράσινο χώμα. 0 βράχος ήταν πολύ σκληρός και η αστραπή δεν μπορούσε να τον χτυπήσει δυνατά, παρά μόνο του ’βγάλε ξυστά δυο-τρία μικρά κομματάκια από το κορμί του.

Το καταπράσινο χώμα κάτω από το βράχο ήταν ο τάφος όλων των αστραπών, που χτυπούσαν πάνω σ’ αυτή την κοιλάδα. Όλες οι αστραπές, ανοιξιάτικες και καλοκαιρινές, έμειναν για πάντα θαμμένες κάτω απ’ αυτό το βράχο, και η μεγάλη βελανιδιά με τις χοντρές απλωμένες ρίζες της σε κάθε χτύπημα της αστραπής με τη βελανιδένια γλώσσα της ευχαριστούσε το βράχο που συνέχεια, εδώ και πάνω από εκατό χρόνια προτάσσει τα στήθη του στο γερό χτύπημα της αστραπής, την αναμερίζει και τη διώχνει στην κοιλάδα, και έτσι γλιτώνει τη βελανιδιά από το βέβαιο θάνατο.

Όταν ακόμα η αστραπή στριφογύριζε στον ουρανό και συλλογιζόταν πότε να ριχτεί πάνω στο βράχο, τώρα αμέσως ή λίγο αργότερα, η μητέρα του πουλαριού με απαλό χλιμίντρισμα το κάλε-σε κοντά της. Η μητέρα ήξερε ότι ο ουρανός αυτή τη στιγμή θα βροντήξει και ο κρότος του θα φοβίσει το πουλαράκι της, μα το πουλαράκι συλλογίστηκε ότι η μητέρα του θέλει να του δώσει γάλα, αφουγκράστηκε για να βεβαιωθεί αν θέλει γάλα ή όχι, πράγμα που δεν το επιθυμούσε και τόσο πολύ, αυτή τη στιγμή ήθελε καλύτερα να μυρίζει τα λουλούδια και τα χορτάρια και να τα νιώσει — και ξαφνικά χτύπησε η αστραπή. Το πουλαράκι πετάχτηκε ξαφνιασμένο από τη θέση του και έτρεξε προς το μέρος της μητέρας του. Τόσο πολύ φοβήθηκε, που δεν είδε τη μητέρα του και έτρεξε προς την άλλη μεριά. Η μητέρα πήγε κοντά του σιγά σιγά για να μην το φοβίσει περισσότερο, όμως το σχοινί που είχε στο λαιμό της την κρατούσε, δεν την άφηνε. Και η μητέρα το χαλούσε κοντά της με ένα απαλό χλιμίντρισμα.

Επτά λευκά άλογα – Eyvind Earle

Το πουλαράκι μόλις είχε κλείσει ένα μήνα και στη σύντομη ζωή του ήταν η πρώτη αστραπή που άκουγε. Χώθηκε κάτω από την κοιλιά της μητέρας του και στήνοντας αυτί, άκουγε αδύνατα πως η βροχή χτυπούσε πάνω στα φύλλα της βελανιδιάς σαν τύμπανο. Ύστερα κοίταξε και είδε το βράχο, την αγριοτριανταφυλλιά και τη βελανιδιά, ανοιγόκλεισε τα μάτια και ξέχασε, ότι είχε φοβηθεί από την αστραπή, του φάνηκε ότι πήγε στη μητέρα του, γιατί ήθελε γάλα. Κουνώντας τη μαύρη άκρη της ουράς του, πάλι χώθηκε κάτω από την κοιλιά της μητέρας του. Η γριά φοράδα άνοιξε τα πόδια της και άφησε ελεύθερο το σώμα της για να μπορεί το πουλαράκι να βυζάξει ευκολότερα.

Το πουλαράκι ήταν πολύ όμορφο — ήταν γεμάτο από μικρά αστεράκια σαν να βγήκε μέσα από την πάχνη. Οι οπλές του ήταν λεπτές και ψηλές. Το δεξί πισινό πόδι του ήταν το μισό άσπρο σαν να ’ταν ντυμένο με άσπρη κάλτσα — σαν να ήταν ολόκληρο μέσα στην πάχνη και το πόδι του στο χιόνι. Ο λαιμός του λεπτός και μακρύς. Το κεφάλι του μικρό και στο μέτωπό του υπήρχε μια στρογγυλή άσπρη κηλίδα που ’μοιάζε κι αυτή σαν αστεράκι. Σ’ αυτή την κοιλάδα πήγαιναν να πιουν νερό θηλυκά ελάφια και κατσικάκια, προβατίνες με τ’ αρνάκια και ακόμα αυτή η φοράδα που στον αιώνα της είχε γεννήσει πολλά πουλαράκια, όμως ένα τόσο όμορφο σαν αυτό δεν είχε κάνει ποτέ. Αυτό το πουλαράκι ήταν το ομορφότερο πλάσμα της καταπράσινης κοιλάδας. Η χαίτη και η ουρά του ήταν μαύρες. Εμείς δεν ξέραμε τι χρώμα είχαν τα μάτια του, γιατί πηδούσε δυνατά και δεν μπορούσαμε να το πλησιάσουμε τόσο κοντά που να διακρίνουμε τα μάτια του. Όμως στα σίγουρα τα μάτια του ήταν πολύ όμορφα, γιατί όλα τα άλογα έχουν όμορφα μάτια: σ’ αυτά συνήθως αντικατοπτρίζεται όλη η τριγύρω τους τοποθεσία. Και τα μάτια αυτού του πουλαριού απεικόνιζαν τη βελανιδιά, τα λουλούδια, την αγριοτριανταφυλλιά, την όμορφη μητέρα του και όλη την καταπράσινη κοιλάδα.

Το πουλαράκι αυτό ήταν πολύ χαζό, γιατί ήταν πολύ μικρό. Μόλις έπεφτε μια σταγόνα βροχής πάνω στο πόδι του, τιναζόταν, πηδούσε και έφευγε τρέχοντας από τη μητέρα του. Η μητέρα του το άφηνε ελεύθερο. Η βροχή σταμάτησε, οι αστραπές κατά πάσα πιθανότητα δε θα επαναληφθούν και ο ήλιος άρχισε να λάμπει στον ουρανό και στη γη.


Η καταπράσινη κοιλάδα έλαμπε πλημμυρισμένη από τον ήλιο. Τα φύλλα της βελανιδιάς βρεγμένα από τη βροχή έλαμπαν κι αυτά. Κι ο θάμνος της τριανταφυλλιάς έλαμπε. Και η υγρή πλάτη της φοράδας έλαμπε. Και η πλάτη του πουλαριού έλαμπε. Και το ρυάκι που έβγαινε από τον γκριζωπό βράχο και διέσχιζε όλη την καταπράσινη κοιλάδα. Όμως το ρυάκι μύριζε αστραπή και το πουλαράκι το απόφευγε. Και ο θάμνος της τριανταφυλλιάς μύριζε αστραπή — το πουλαράκι έτρεξε λίγο, ύστερα σταμάτησε, κοίταξε μακριά και κάνοντας μικρά βηματάκια πλησίασε να τον μυρίσει μια φορά ακόμη.

Η γριά φοράδα γνώριζε όλα τα αρώματα και τις μυρωδιές της κοιλάδας. Γνώριζε τις μυρωδιές και τα αρώματα όλων των γειτονικών κοιλάδων και λόφων, όμως τις μυρωδιές αυτής της κοιλάδας τις γνώριζε καλύτερα, γιατί συνήθως την έδεναν σ’ αυτή την κοιλάδα. Η μυρωδιά της αστραπής πρέπει αυτή τη στιγμή να εξαφανιστεί, ο ήλιος πρέπει να τη στεγνώσει μαζί με τη δροσιά. Η μυρωδιά του θυμαριού επίσης δεν ήταν η σταθερή μυρωδιά αυτής της κοιλάδας, τη μυρωδιά του θυμαριού την έφερνε ο αέρας από τους λόφους μαζί με τη μυρωδιά των υγρών μαλλιών των προβάτων. Η φοράδα έβοσκε και συλλογιζόταν ότι στην άλλη μεριά των λόφων βόσκουν τα πρόβατα, μια και ο αέρας φέρνει από κείνη τη μεριά τη μυρωδιά των υγρών μαλλιών των προβάτων, που πάει να πει ότι εκεί βρίσκονται και σκυλιά και τσοπάνος.

Στην άλλη μεριά των λόφων βόσκουν τα πρόβατα, το υγρό χορτάρι της κοιλάδας είναι νόστιμο, το νερό στο ρυάκι γλυκό, συλλογιζόταν η γριά φοράδα, ζεσταίνει ο ήλιος και το πουλαράκι φοβάται και μεγαλώνει μέσα στη φιλόξενη και θερμή ηρεμία αυτής της θαυμάσιας κοιλάδας.

Η φοράδα σήκωσε το κεφάλι της: η βελανιδιά στεκόταν ήσυχη, αποκαμωμένη από τον ήλιο, λαγοκοιμόταν ο γκριζωπός βράχος και το πουλαράκι μύριζε την αγριοτριανταφυλλιά. Έκαιγε ο ήλιος και το χορτάρι ύστερα από τη βροχή ήταν νόστιμο, έπρεπε να βοσκήσει. Κατέβασε το κεφάλι της, ξερίζωσε δυο-τρεις αγκαλιές χορτάρια, όμως κάτι την ανησυχούσε και σήκωσε ξανά το κεφάλι.

Η κόκκινη φοράδα, όρθια καταμεσής στην καταπράσινη κοιλάδα, με τεντωμένο το κεφάλι άκουγε για πολλή ώρα την ησυχία της κοιλάδας. Δεν έπαιρνε τα μάτια της από την κοιλάδα. Όλα τριγύρω της ήταν ήσυχα, ήρεμα, όπως ένα λεπτό πριν: ήσυχα στεκόταν η βελανιδιά, απαλά λαγοκοιμόταν ο βράχος και το πουλαράκι πηδούσε και γύριζε γύρω στο θάμνο της τριανταφυλλιάς. Και σαν να ‘ταν κατάλληλη η στιγμή να σκύψει και να βοσκήσει ήσυχα, όμως η κόκκινη φοράδα ούτε καν χαμήλωσε τη μουσούδα της στο χώμα, πέταξε απότομα προς τα πίσω το κεφάλι της και πάγωσε, όταν αφουγκράστηκε τις υπόκωφες και μυστηριώδεις φωνές της κοιλάδας. ‘Υστέρα άνοιξε τα ρουθούνια της και πάλι αφουγκράστηκε, για να απολαύσει καλύτερα αυτούς τους μυστηριώδεις και ακαταλαβίστικους ήχους της κοιλάδας.

Ελαφρά πετούσαν οι πεταλούδες, βούιζαν οι μέλισσες, σφύριζε το ρυάκι, και το πουλαράκι έτρεχε να πιάσει τις πεταλούδες που πετούσαν από πάνω του, η γριά φοράδα όμως δεν ήθελε ν’ ακούσει αυτές τις φωνές και δεν ήθελε να δει αυτές τις εικόνες. Στην κοιλάδα ήταν κρυμμένος κάποιος κίνδυνος. Στον ορίζοντα δε φαινόταν ο κίνδυνος αυτός. Ο αέρας δεν προειδοποιούσε με το σφύριγμά του. Ο κίνδυνος αυτός δε φαινόταν και ο αέρας δεν έφερνε τη μυρωδιά του, μα η γριά φοράδα δεν μπορούσε πια ήσυχα να βοσκήσει.

Η γριά κόκκινη φοράδα άρχισε να θυμώνει. Και θύμωσε, γιατί στην κοιλάδα υπήρχε εχθρός, εχθρός που δε φαινόταν, που δεν ακουγόταν και ούτε ήξερε από πού θα εμφανιστεί. Ήξερε όμως πολύ καλά ότι υπήρχε εχθρός και από ώρα σε ώρα και από στιγμή σε στιγμή θα κάνει την παρουσία του.

Όρθιος καταμεσής στην καταπράσινη κοιλάδα κοιτούσα με ολάνοιχτα μάτια την ησυχία της κοιλάδας: τον γκριζωπό βράχο, τη θεόρατη βελανιδιά, τη φοράδα και την αγριοτριανταφυλλιά.

Για το βράχο στην καταπράσινη κοιλάδα δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος, γιατί η αστραπή σταμάτησε να τον χτυπάει. Για τη βελανιδιά επίσης, γιατί ο βράχος την προστάτευε από την αστραπή, εξάλλου και ο ήλιος έκαιγε χαϊδευτικά. Και για την τριανταφυλλιά ήταν ήσυχα, γιατί το πουλαράκι δεν μπορούσε να τεντωθεί και να φθάσει τα δυο ακρινά της άσπρα λουλούδια που λαμποκοπούσαν. Η γριά φοράδα όμως είχε πλημμυρίσει από τον ιδρώτα και την αναμονή.

Η κοιλάδα πρόδωσε τη φοράδα: στην κοιλάδα κρυβόταν ο κίνδυνος, αλλά η κοιλάδα δεν παρουσίαζε αυτό τον εχθρό, δεν του έκανε φανερή ούτε τη φωνή του ούτε τη μυρωδιά του. Η κόκκινη γριά φοράδα δεν αποφάσιζε να πάει κοντά στο πουλαράκι — φοβόταν μήπως από τα βήματά της δεν ακουστεί ο μυστικός βηματισμός του εχθρού. Η κόκκινη γριά φοράδα δεν τολμούσε ν ανασάνει — φοβόταν μήπως δεν ακούσει τον ψίθυρο από την αναπνοή του εχθρού. Η κόκκινη γριά φοράδα δεν ανοιγόκλεινε τα μάτια της — φοβόταν μήπως αυτή τη στιγμή, που θα ’χει κλειστά τα μάτια της, ο εχθρός θα τιναχτεί από τη θέση του και δε θα προφθάσει να τον αντιληφθεί.

Έτσι στέκονταν ακίνητα στην κοιλάδα ο βράχος, η βελανιδιά, ο θάμνος της τριανταφυλλιάς και η φοράδα. Ο βράχος λαγοκοιμόταν. Τα βελανίδια στη βελανιδιά με γερό προστατευτικό κάλυμμα πλημμύριζαν από χυμό και η βελανιδιά χαιρόταν, που τόσο καλά και ήσυχα ήταν στην κοιλάδα, χωρίς κανένα κίνδυνο. Η αγριοτριανταφυλλιά τέντωνε τα κλαδιά με τα λουλούδια της στον ήλιο και ρουφούσε τη θερμότητά του, ενώ η κόκκινη γριά φοράδα έτρεμε από την οργή της. Καμιά φορά δεν την πρόδωσε έτσι η κοιλάδα. Μπορεί η μυρωδιά της αστραπής να εμπόδιζε τη φοράδα να νιώσει αυτή την άλλη μυρωδιά, τη μυρωδιά του εχθρού, που ήταν πολύ σιμά, ολότελα σιμά — η φοράδα άνοιξε ξανά τα ρουθούνια της και μύρισε με ένταση και προσοχή, μα η μυρωδιά του εχθρού ήταν χωμένη μέσα στη μυρωδιά του οξυγόνου, που είχε μείνει ύστερα από την αστραπή.

Το πουλαράκι κοίταζε κάπου αφηρημένα, ύστερα έριξε μια ματιά στη μητέρα του. Ξανακοίταξε κάπου αφηρημένα και πάλι κοίταξε προς το μέρος της μητέρας του. Η μητέρα του όμως δεν κοίταζε προς το μέρος που κοίταζε το πουλαράκι. Δε φαινόταν από κει που στεκόταν η μητέρα του. Το πουλαράκι κοίταζε, ύστερα γύρισε το κεφάλι του προς τη μητέρα του: η μητέρα στεκόταν ακίνητη, με τεντωμένο το κεφάλι και με ολάνοιχτα τα σπινθηροβόλα μάτια της.

Το πουλαράκι ξανακοίταξε τη μητέρα του και τράβηξε προς το μέρος που κοίταζε με τόση περιέργεια. Και τη στιγμή ακριβώς αυτή η μητέρα ένιωσε την ανυπόφορη και αηδιαστική μυρωδιά του λύκου. Η μητέρα χλιμίντρισε δυνατά, ρίχτηκε προς το πουλαράκι και είδε με πόσο ελαφρό και μακρύ πήδημα αποσπάστηκε από το χώμα και ρίχτηκε πάνω στο πουλαράκι ο λύκος.

Στην άλλη μεριά των λόφων τα τσοπανόσκυλα που φύλαγαν πρόβατα, άκουσαν το ρυθμικό εξαγριωμένο χλιμίντρισμα της φοράδας. Τα σκυλιά αναστατώθηκαν, τέντωσαν τ’ αυτιά τους και αφουγκράστηκαν, όμως σε λίγο επικράτησε ηρεμία και καθησύχασαν.

Η κόκκινη φοράδα ρίχτηκε πάνω στο πουλαράκι, ρίχτηκε με όλη τη δύναμή της και έπεσε. Ήταν γερασμένη φοράδα, στην πολύχρονη ζωή της έτυχε πολλές φορές να πέσει, όμως τώρα το πέσιμό της ήταν ολότελα ξαφνικό. Έπεσε και ξανασηκώθηκε. Έπεσε γιατί ήταν πεδικλωμένη και γιατί ρίχτηκε πάνω στο πουλαράκι με όλη της τη δύναμη. Το σχοινί την έπνιγε, δεν την άφηνε να πάει στο πουλαράκι της.

Το πουλαράκι ήθελε τη μητέρα του, ήθελε να πάει κοντά της, έκανε ένα μεγάλο κύκλο για να πλησιάσει κοντά στη μητέρα- του, όμως ο λύκος του εμπόδιζε το δρόμο και το πουλαράκι απομακρυνόταν από τη μητέρα του όλο και πιο πολύ. Το σχοινί έπνιγε τη μητέρα του. Τελικά το πουλαράκι συλλογίστηκε τι πρέπει να κάνει: πρέπει να πηδήξει πάνω από το λύκο. Έτσι και έκανε, ο λύκος όμως το άρπαξε από το πόδι και το πουλαράκι έπεσε. Το πουλαράκι χλιμίντρισε δυνατά και τινάχτηκε.

Στην άλλη μεριά των λόφων ακουγόταν το δυνατό χλιμίντρισμα του πουλαριού και τα τσοπανόσκυλα τέντωναν τ’ αυτιά τους και ιδιαίτερα ανήσυχος ήταν ο σκύλος Τοπούς.

Το πουλαράκι φώναζε και πηδούσε και για μια στιγμή η μητέρα του κάθισε πάνω στα πισινά της πόδια, τέντωσε το κορμί της και με όλη τη δύναμή της σύρθηκε προς το λύκο και προς το πουλαράκι και το σχοινί που την κρατούσε κόπηκε και τη μαστίγωσε στα πόδια της. Και η μητέρα προσπαθούσε να φτάσει το λύκο με όλη της τη δύναμη, με όλη την ορμή και την οργή της και με όλη την αγάπη της προς το πουλαράκι της. Ήταν πολύ γρήγορη στις κινήσεις της φοράδα, όμως ποτέ στη ζωή της δεν πήδηξε τόσο δυνατά και γρήγορα.

Στην άλλη μεριά των λόφων ακούστηκε ο υπόκωφος κρότος από τα πέταλά της. ‘Υστέρα στην άλλη μεριά των λόφων όλες οι φωνές της κοιλάδας καταλάγιασαν ξανά και τα σκυλιά και το τσοπανόπουλο καθησύχασαν και πάλι.

Ο λύκος άφησε το πουλαράκι και απόφευγε, κουλουριάζοντας στα χτυπήματα από τις οπλές της φοράδας. Η φοράδα τον στρίμωξε, ο λύκος απομακρύνθηκε λίγα βήματα. Η φοράδα συνέχιζε να επιτίθεται. Και ο λύκος επίσης συνέχιζε να απομακρύνεται, αποφεύγοντας τα χτυπήματα. Η φοράδα με χαμηλωμένη σχεδόν μέχρι το χώμα τη μουσούδα της πλησίαζε το λύκο αργά και απειλητικά, αλλά και ο λύκος ξαπλωμένος φαρδιά-πλατιά πάνω στο χώμα προετοιμαζόταν να πηδήξει και να την αρπάξει από τα ρουθούνια. Τότε η φοράδα γύρισε τα πισινά της προς το λύκο.

Η φοράδα γύρισε τα πισινά της και ο λύκος δεν πήδηξε, έκανε όμως κύκλο και βρέθηκε μπροστά στη μουσούδα της φοράδας. Η φοράδα έβαλε το πουλαράκι της κάτω από την κοιλιά και ξαναγύρισε τα πισινά της προς το λύκο και ο λύκος πάλι απόφυγε το χτύπημα και βρέθηκε μπροστά στη μουσούδα της. Η φοράδα πρόφτασε και τον χτύπησε, όχι τόσο δυνατά που να τον ζαλίσει. Με ένα μεγάλο πήδημα ο λύκος βρέθηκε ξανά μπροστά στη μουσούδα της, η φοράδα δεν πρόφτασε αυτή τη φορά να γυρίσει το κεφάλι της, ο λύκος γαντζώθηκε από τα ρουθούνια της, αλλά η φοράδα κατάφερε να τον χτυπήσει με τα μπροστινά της πόδια.

Ο λύκος όμως δεν κινήθηκε, κάθισε και κοίταζε τη φοράδα. Και η φοράδα επίσης κοίταζε το λύκο. Κι ο λύκος κατάλαβε ότι η φοράδα θα υπερασπιστεί το πουλαράκι της ως το τέλος και η φοράδα κατάλαβε ότι ο λύκος δε θα υποχωρήσει τόσο, εύκολα. Η φοράδα είχε πλημμυρίσει από τον ιδρώτα, αλλά και ο λύκος άρχισε να κουράζεται. Ο λύκος ξαφνικά πήδηξε και συνέχεια πηδούσε, προσπαθώντας ν’ αρπάξει τη φοράδα από τα ρουθούνια της, και η φοράδα στριφογύριζε συνέχεια, χωρίς να αφήνει το πουλαράκι κάτω από την κοιλιά της. Σκοτείνιασε ολότελα, οι κινήσεις τους έγιναν αργές, ο λύκος κουλουριάστηκε γύρω από τη φοράδα, μόλις κουνούσε τα πόδια του, και η φοράδα επίσης στριφογύριζε σιγά σιγά, καμιά φορά παραπατώντας, με δυσκολία κρατούσε το κορμί της, για να μη σωριαστεί. Τα μάτια τους σκοτείνιασαν, μόλις διέκρινε ο ένας τον άλλο. Από την κούραση και οι δυο τους απόκαμαν.

Το τσοπανόπουλο ανέβηκε στην κορυφή του λόφου και κοίταζε το ηλιοβασίλεμα. Το ηλιοβασίλεμα ήταν κόκκινο και στο φως του μαύριζε όμορφα η μοναδική βελανιδιά στην κοιλάδα… Όμως αυτό που είδε το τσοπανόπουλο ήταν τόσο απαίσιο, που πνίγηκε από το θυμό του: εκεί, στα χαμηλώματα, στην κοιλάδα ο λύκος γαντζώθηκε από τη μουσούδα της γριάς κόκκινης φοράδας και η γριά κόκκινη φοράδα δεν μπορούσε να ποδοπατήσει το λύκο, η κόκκινη φοράδα μόλις και μετά βίας κρατιόταν για να μη σωριαστεί πάνω στο χώμα.

— Ε, ποιος είναι εκεί, ε, —ακούστηκε από τους λόφους, που χώριζαν από την άλλη μεριά την κοιλάδα — ο λύκος πνίγει τη φοράδα, να, τώρα θα την πνίξει, ε, πού είναι τα σκυλιά, αφήστε τα σκυλιά, ε…

Το τσοπανόπουλο άνοιξε το στόμα του για να φωνάξει, όμως δεν μπόρεσε, έχασε τη φωνή του. Κουνούσε απλώς τα χέρια του και δεν μπορούσε να προφέρει ούτε μια λέξη. Τα σκυλιά τέντωσαν τ’ αυτιά και κοιτούσαν προς τα κάτω, προς την κοιλάδα. Μόλις είδαν το θέαμα, αυτό ρίχτηκαν προς τα κάτω με όλη την ορμή τους.

Ο Τοπούς, ο Μπομπ, ο Σέβο, ο Μπογκάρ, ο Τσαλάκ, ο Τσαμπάρ… Ο Τοπούς με τη μαύρη μουσούδα ήταν το πιο έμπειρο τσοπανόσκυλο, ριχνόταν σιωπηλά πάνω στο λύκο και σιωπηλά τον έπνιγε. Και τώρα σιωπηλά έτρεχε μπροστά από τ’ άλλα σκυλιά. Ο Μπογκάρ, το μικρότερο από τ’ άλλα σκυλιά, φοβόταν λίγο τους λύκους και γι’ αυτό γάβγιζε από μακριά, για να το ακούσουν και να φύγουν, προτού αρχίσει ο καβγάς ανάμεσα στους λύκους και στα σκυλιά. Και τούτη τη στιγμή ο Μπογκάρ έτρεχε και γάβγιζε, ξεπερνούσε τον Τοπούς, όμως δίσταζε να τρέξει πολύ μπροστά από τ’ άλλα σκυλιά. Σταματούσε και περίμενε τον Τοπούς, για ένα διάστημα έτρεχε πλάι του, τον ξεπερνούσε και πάλι τον περίμενε.

Όταν η φοράδα είχε αποκάμει ολότελα και σε λίγο θα ’πεφτε πάνω στο χώμα, ο λύκος, σαν να ονειρευόταν, άκουσε το σκυλίσιο γάβγισμα. Δεν ήθελε να πιστέψει ότι τα σκυλιά γαβγίζουν γι’ αυτόν — δεν μπορούσε να ’χει τέτοια κακή τύχη, να πάει άδικα ολόκληρη μέρα έντονης προσπάθειας και μόχθου. Στ’ αλήθεια, ήταν καταδικασμένος να γυρίσει στα λυκόπουλά του πεινασμένος και χωρίς τροφή;

Όταν όλες οι δυνάμεις της την εγκατέλειπαν πια και ο πόνος στα ρουθούνια της μετριάστηκε, τα μάτια της είχαν σκοτεινιάσει και τ’ αυτιά της σαν να ’ταν βουλωμένα με βαμβάκι, η μητέρα φοράδα άκουσε το μακρινό σκυλίσιο γάβγισμα και πίστεψε, ότι τα σκυλιά γαβγίζουν για το πουλαράκι της. Η γριά φοράδα ήξερε ότι έπρεπε λίγο ακόμα να κρατηθεί ώσπου να φθάσουν τα σκυλιά. Όμως πόσο δύσκολη έγινε η αναπνοή της, πόσο βαριά έγινε η ζωή της!

Το σκυλίσιο γάβγισμα αντήχησε κοντά στ’ αυτιά του λύκου, όμως ο λύκος εξακολουθούσε να πιστεύει ότι δεν μπορεί μια τέτοια προσπάθεια να έχει τέτοιο τέλος. Στη φωλιά τους τα λυκόπουλα είναι πεινασμένα, και τώρα τι θα κάνει, στο σβέρκο του κάτι τον δάγκωσε δυνατά, του πόνεσε τ’ αυτί και ο λύκος άφησε τη φοράδα, Το μαλλιαρό του πόδι είχε σφηνωθεί πάνω στο χώμα, Για να το απελευθερώσει χρειάζονταν δυνάμεις, πού όμως να τις βρει, ο λύκος ήθελε να κοιμηθεί, να κοιμηθεί και να μην ξανασηκωθεί.

Ο λύκος ήθελε να πεθάνει, να ψοφήσει και να μην ξαναδεί τη ζωή. Ο λύκος ξάπλωσε πάνω στο χώμα — εκείνο που έπρεπε τώρα να κάνει ήταν να προστατέψει το σβέρκο του, για να μην μπορέσουν να γαντζωθούν τα σκυλιά, Τα σκυλιά γαντζώθηκαν από την πλάτη του, άρχισαν να τον δαγκώνουν στο σβέρκο και στ’ αυτιά και ο λύκος προστάτευε μόνο το λαιμό του και συγκέντρωνε δυνάμεις και ξεκουραζόταν κάτω από τα στήθη των σκυλιών.

Δάγκωσε κάποιο σκυλίσιο πόδι και ένα από τα σκυλιά τινάχτηκε και γάβγισε δυνατά. Ο λύκος σηκώθηκε και τα σκυλιά τον περικύκλωσαν και περίμεναν να δουν τι θα κάνει. Ο λύκος έριξε μια γρήγορη ματιά — τα σκυλιά ήταν πάρα πολλά και ήταν δύσκολο, ήταν αδύνατο να τους ξεφύγει και να φτάσει στη φωλιά του, τα σκυλιά τον κοίταζαν κι αυτά, κοίταζαν το ένα το άλλο και ο λύκος δεν ήξερε τι πρέπει να κάνει, και τα σκυλιά δεν ήξεραν τι πρέπει να κάνουν. Ένα από τα σκυλιά γάβγισε δυνατά και ρίχτηκε πάνω στο λύκο. Ο λύκος στάθηκε στα πόδια του και συλλογίστηκε ότι το πιο επικίνδυνο σκυλί είναι αυτό με τη μαύρη μουσούδα.

— Ε, παλικάρι, ε… Ποιος είναι εκεί… Τρέξε, βοήθησε τα σκυλιά, τρέξε, βοήθησέ τα να πνίξουν το λύκο, ε — φώναζαν το μικρό από τον αντικρινό λόφο.

Η φοράδα μόλις κρατιόταν στα πόδια της. Το κεφάλι της έγινε βαρύ και κρεμάστηκε προς τα κάτω. Ένιωθε ότι το πουλαράκι τη βυζαίνει και δεν μπορούσε να αισθανθεί καμιά ευχαρίστηση. Το κεφάλι της έπεσε, τα μπροστινά της πόδια λύγισαν και το πουλαράκι εξακολουθούσε να βυζαίνει τη μητέρα του. Η φοράδα σωριάστηκε στο χώμα. Το πουλαράκι στεκόταν πλάι της και περίμενε τη μητέρα του να σηκωθεί, όμως η μητέρα του δε σηκωνόταν.

Το πουλαράκι σκούντησε ελαφρά με τη μουσούδα του την κοιλιά της μητέρας του, όμως η μητέρα του δε σηκώθηκε, ούτε καν κουνήθηκε. Το πουλαράκι κάθισε πάνω στο χώμα πλάι στη μητέρα του — μάζεψε τα πισινά του πόδια με δυσκολία και άρχισε να βυζαίνει. Κι η μητέρα του έδινε ακόμα γάλα, για τελευταία φορά έδινε το γάλα της στο ορφανεμένο πουλαράκι της, το ομορφότερο απ’ όλα τα πουλαράκια της, στο μικρό πουλαράκι, που ήταν σκεπασμένο ολόκληρο με αστεράκια και που η χαίτη και η ουρά του ήταν μαύρες και σγουρές, το ένα πόδι του άσπρο, στο μέτωπό του υπήρχε ένα αστεράκι και που ήταν λίγο χαζούλικο, και ήταν λίγο χαζούλικο γιατί ήταν μικρό.

Κι ο λύκος — ο λύκος κατάφερε τελικά να ξεφύγει. Αν όμως δε θα κατάφερνε να ξεφύγει, τα λυκόπουλά του θα έμεναν ορφανά και ολότελα ανήμπορα και θα ψοφούσαν οπωσδήποτε. Κι ο λύκος κατάφερε να ξεφύγει. Να το βάλει στα πόδια. Ήταν μια πολυμήχανη υποχώρηση, βήμα με βήμα, πήδημα με πήδημα. Όταν τα σκυλιά έφτασαν κοντά του και ετοιμάζονταν να τον κομματιάσουν με τα δαγκώματά τους, ο λύκος αναποδογύρισε το κορμί του, έβγαλε τα σουβλερά του δόντια και σήκωσε τις τρίχες του, τα σκυλιά σταμάτησαν, ο λύκος βρήκε την ευκαιρία και απομακρύνθηκε δυο-τρία βήματα.

Το τσοπανόσκυλο με τη μαυριδερή μουσούδα του τελικά δεν μπόρεσε ν’ αρπάξει το λύκο από το σβέρκο και ο λύκος δεν μπόρεσε να το δαγκώσει και να το φοβίσει — το τσοπανόσκυλο με τη μαυριδερή μουσούδα του δεν κυνήγησε το λύκο, γιατί κατάπιε μια τούφα από τις τρίχες του λύκου και μένοντας πίσω έβηχε, πνιγόταν και με αηδία καθάριζε το λαιμό του. Το τσοπανόσκυλο με τη μαυριδερή μουσούδα του δεν κυνήγησε το λύκο, ενώ τα άλλα τσοπανόσκυλα δεν ήταν και τόσο επικίνδυνα, γιατί δεν ήταν τεχνίτες και έμπειροι, όπως το τσοπανόσκυλο με τη μαυριδερή μουσούδα.

Τα σκυλιά άφησαν το λύκο, έχασαν τα ίχνη του, όμως για πολλή ώρα στριφογύριζαν και γάβγιζαν στην καταπράσινη κοιλάδα, όπου είχε ολότελα μαυρίσει ο βράχος, όπου ήσυχα στεκόταν η βελανιδιά, όπου η δροσιά είχε πέσει πάνω στα δυο ανθισμένα κλωναράκια της αγριοτριανταφυλλιάς και όπου ήταν ξαπλωμένη πάνω στο χώμα η κόκκινη γριά φοράδα.

Το πουλαράκι στεκόταν πλάι στη μητέρα του και λίγο ανησυχούσε σαν κάτι να καταλάβαινε ότι συνέβη.

Οι ακτίνες του ηλιοβασιλέματος για τελευταία φορά φώτισαν λαμπερά την καταπράσινη κοιλάδα και ήταν μαύρος, πολύ μαύρος ο κύκλος της γης πλάι στη γριά κόκκινη φοράδα. Το σώμα της ήταν ξαπλωμένο πάνω σ’ αυτό τον άδειο κύκλο. Ο κύκλος ήταν ο χώρος της μονομαχίας της φοράδας και του λύκου, τον μαύρο αυτό κύκλο τον ποδοπάτησε η φοράδα. Και κοιτάζοντας αυτό τον ποδοπατημένο μαύρο κύκλο μπορούσες εύκολα να καταλάβεις, πόση πολλή ώρα στριφογύριζε εκεί η γριά φοράδα και ανάγκαζε και τον λύκο να γυρίζει γύρω της.

Αυτός ο μαύρος κύκλος έμεινε μαύρος ολόκληρα τρία χρόνια. Σ’ αυτό το μέρος μέσα σ’ αυτά τα τρία χρόνια τίποτα δε φύτρωσε και ο άσπρος σκελετός της γριάς φοράδας μας απομονωμένος και πεταγμένος στη μέση της καταπράσινης κοιλάδας έμεινε σ’ αυτό τον κύκλο τρία ολόκληρα χρόνια. ‘Ύστερα άρχισε να φυτρώνει το χορτάρι — στην αρχή από τα πλευρά του σκελετού φύτρωσαν ορισμένα αδύνατα χορταράκια και πέταξαν λουλουδάκια, ύστερα ξεπετάχτηκε ορμητικά ένα πυκνό χορτάρι και η καταπράσινη κοιλάδα έγινε και πάλι ολότελα καταπράσινη χωρίς το μαύρο κύκλο στην καρδιά της που χάλαγε το στολίδι της.

Όταν την κοιτάζεις από την κορυφή του λόφου η καταπράσινη κοιλάδα έχει γίνει καταπράσινη και θριαμβευτικά στέκει η βελανιδιά πλάι στο βράχο και ο βράχος αφουγκράζεται μέσα από τον ύπνο του την περιστροφική κίνηση που κάνουν τα σύννεφα, η αγριοτριανταφυλλιά λίγο πιο πέρα χουζουρεύει, βάζοντας κάτω από τις ακτίνες του ήλιου τα άσπρα της- λουλούδια, και βόσκει στην καταπράσινη κοιλάδα το άλογο, γεμάτο με αστεράκια, το πισινό δεξί του πόδι κάτω από το γόνατο άσπρο, τα πόδια μακριά, ο λαιμός μακρύς, η χαίτη και η ουρά του μαύρες και στο μέτωπό του ένα μικρό άσπρο αστεράκι. Όταν κάνει το πρώτο βήμα το δεξί πισινό του πόδι λίγο τεντώνεται και τρέμει, γιατί υπάρχει η παλιά πληγή από το δάγκωμα του λύκου.

Το άλογο σηκώνει το όμορφο κεφάλι με τ’ αστεράκι στο μέτωπο και στα μάτια του αντικατοπτρίζεται ο βράχος, η βελανιδιά, η ανθισμένη αγριοτριανταφυλλιά, η καταπράσινη κοιλάδα και τ’ άσπρα σύννεφα στο γαλάζιο ουρανό…

— Αυτό είναι όλο;

— Αυτό.

— Όχι.

— Γιατί «όχι»;

—Έστω, όμως η μητέρα δεν πεθαίνει.

— Πώς μπορώ να σου πω, ότι η μητέρα φοράδα δεν πέθανε; Η μητέρα φοράδα ήταν πια πεθαμένη και το πουλαράκι στεκόταν λυπημένο πλάι στη μητέρα του. Όταν αυτός ο τσοπάνος, που φώναζε «ε, παλικάρι, ε», όταν αυτός ο τσοπάνος κατέβηκε από τον αντικρινό λόφο, η μητέρα φοράδα ήταν πια κρύα και ο γεροτσοπάνος και το μικρό τσοπανόπουλο κάθονταν πλάι στο νεκρό σώμα της κόκκινης φοράδας και συλλογίζονταν, πώς να αναθρέφουν τώρα το πουλαράκι χωρίς τη μητέρα του.

— Και πώς το ανάθρεφαν;

— Το ανάθρεφαν. Με γάλα άλλης φοράδας.

—Όχι, η μητέρα δεν πεθαίνει, δεν πρέπει να πεθαίνει.

— Πώς μπορώ να πω, ότι η μητέρα δεν πέθανε, αφού όλο το καλοκαίρι έτρεφα το ορφανεμένο πουλαράκι με γάλα άλλων φοράδων;

— Θέλεις να σου πω πώς έγινε;

— Να μου πεις.

— Το τσοπανόπουλο ανέβηκε νωρίτερα στην κορυφή του λόφου και είδε αμέσως το λύκο.

— Το τσοπανόπουλο ανέβηκε στην κορυφή του λόφου αργότερα, που δεν ήταν πια σε θέση να βοηθήσει.

— Τότε γιατί πέθανε η φοράδα;

— Όταν ο γέρο-τσοπάνος και το τσοπανόπουλο κάθονταν πλάι στο νεκρό σώμα της κόκκινης φοράδας, ο γέρο-τσοπάνος είπε στο τσοπανόπουλο, ότι η καρδιά της φοράδας έσκασε από το φόβο για το πουλαράκι της κι ακόμα από την οργή και την αηδία.

— Αηδία προς το λύκο;

— Και βέβαια, προς το λύκο.

— Εγώ θέλω να πιστεύω ότι τα σκυλιά έπνιξαν το λύκο.

— Όχι, δεν μπορώ να σου πω, ότι τα σκυλιά έπνιξαν το λύκο, γιατί ο Τοπούς, ο δικός μας σκύλος με τη μαύρη μουσούδα, κατάπιε μια τούφα λυκότριχες και παραλίγο να τα τινάξει.

—  Εσύ ήσουν το τσοπανόπουλο;

—  Εγώ, και η φοράδα ήταν δική μας, και το πουλαράκι ήταν πουλαράκι της φοράδας μας.

—  Και τώρα το πουλαράκι μεγάλωσε και είναι δεμένο στην καταπράσινη κοιλάδα;

—  Και θυμάται την όμορφη μητέρα του;

—  Μπορεί και να τη θυμάται, γιατί τα άλογα έχουν μνήμη.

— Λοιπόν, διηγήσου, όλα από την αρχή.

— Η αστραπή με υπόκωφο κρότο χτύπησε πάνω στο βράχοι, πετάχτηκε παράμερα και χώθηκε μέσα στο καταπράσινο χώμα. Ο βράχος ήταν πολύ σκληρός και η αστραπή δεν μπορούσε να τον χτυπήσει δυνατά, παρά μόνο του ’βγάζε ξυστά δυο-τρία μικρά κομματάκια από το κορμί του. Η γειτονική βελανιδιά, αλήθεια, φοβήθηκε λιγάκι, γιατί συνήθως οι αστραπές χτυπάνε τη βελανιδιά και την καίνε. Φοβήθηκε λιγάκι η βελανιδιά και φοβήθηκε λιγάκι και το πουλαράκι με τα μακριά πόδια και σκεπασμένο με μικρά αστεράκια. Τόσο φοβήθηκε, που έτρεξε κοντά στη μητέρα του, από το φόβο του δεν έβλεπε τίποτα και γι’ αυτό δεν έτρεξε προς τη μητέρα του, αλλά ολότελα στην άλλη μεριά, και η γριά κόκκινη φοράδα με απαλό χλιμίντρισμα το καλούσε κοντά της.

***

Η καταπράσινη κοιλάδα – Γκραντ Ματεβοσιάν –  Ανθολογία σοβιετικού διηγήματος – 1972  Μόσχα, «Λογοτεχνικές εκδόσεις» 1982

Αντικλείδι , https://antikleidi.com

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -