Λουκιανός: Επίκουρος – Η ευδαιμονία δεν βρίσκεται μέσα στον πόνο


Τον λόγο έχει ο Επίκουρος, συνήγορος της Ηδονής.

Επίκουρος: 
Δεν θα σας ειπώ πολλά, ω άνδρες δικασταί, γιατί και δεν μου χρειάζονται πολλά. Αν ήταν αλήθεια ότι η Ηδονή, με ξόρκια και με φάρμακα, κατάφερε τον Διονύσιο, που τον λέει η Στοά δικό της εραστή, να την αφήσει και να γίνει δικός της, θα πει πως θα ήταν μάγισσα, και θα την είχαν δικάσει τα δικαστήρια για φαρμακεία και για μαγγανείες.

Αν όμως ένας ελεύθερος άνθρωπος, που ζει σε μια ελεύθερη πόλη και ξέρει τί επιτρέπουν και τί απαγορεύουν οι νόμοι της, σιχαθεί την αηδία αυτής εδώ και θεωρήσει ως ανοησίες αυτά που λέει, ότι δηλαδή η ευδαιμονία βρίσκεται μέσα στον πόνο, κι αποφασίσει ν᾽ απομακρυνθεί πια από τα μπερδεμένα κι όμοια με λαβύρινθους λόγια της και τρέξει με λαχτάρα προς την ηδονή, σα να ᾽σπασε τα δεσμά και τα δίχτυα των λόγων, με την πολύ σωστή πεποίθηση ότι ο πόνος είναι πικρός κι η ηδονή γλυκιά — τι θα ᾽πρεπε, σας παρακαλώ, να κάμουμε;

Να τον διώξουμε τον άνθρωπον αυτό, που μοιάζει με ναυαγό που πλησιάζει σε λιμάνι και λαχταρά για τη γαλήνη, να τον ρίξουμε πάλι στον πόνο και στις αγωνίες, ενώ έρχεται στην Ηδονή και πέφτει στα πόδια ωσάν μπροστά στον βωμό της Συμπόνιας;

Να τον αφήσουμε ν᾽ ανεβαίνει ιδροκοπώντας τον ανήφορο για να ιδεί την Αρετή, και να βασανιστεί σ᾽ όλη του τη ζωή, για να γνωρίσει την ευτυχία, όταν θά ᾽ρθει πια ο θάνατος;

Άλλωστε, ποιός μπορεί να είναι δικαιότερος κριτής απ᾽ αυτόν τον ίδιο, που ενώ ήξερε τις συνήθειες της Στοάς καλύτερα από κάθε άλλον κι ενώ, ως τώρα, ενόμιζε ότι καλό είναι μόνον η Αρετή, άλλαξε ύστερα μόνος του γνώμη, και βλέποντας ότι ο πόνος είναι σκληρός, διάλεξε ύστερ᾽ από τη δοκιμή, το καλύτερ᾽ από τα δυο;


Γιατί μου φαίνεται πως έβλεπε και τους άλλους που έλεγαν ένα σωρό εγκώμια για τους πόνους και την καρτερικότητα, να περιποιούνται στα κρυφά την Ηδονή, στα λόγια να είναι γεμάτοι θάρρος, αλλά στο σπίτι τους να ζουν σύμφωνα με τους νόμους της Ηδονής και να ντρέπονται μη φανούν πως προδίδουν τις αρχές τους, να ᾽χουν πάθει την τιμωρία του Ταντάλου, κι όπου καταλάβουν πως μπορούν να παρανομήσουν, χωρίς να τους μυριστεί κανένας, εκεί να πέφτουν με τα μούτρα στις απολαύσεις.

Αν τους έδινε κανείς το δαχτυλίδι του Γύγη ή την περικεφαλαία του Πλούτωνος, να τη φορούν και να γίνονται αόρατοι, είμαι βέβαιος ότι θ᾽ άφηναν γεια στους πόνους και θα ᾽τρεχαν στην Ηδονή, απαράλλαχτα όπως έκαμε κι αυτός ο Διονύσιος.

Ως την ημέρα που αρρώστησε, θαρρούσε ο κακόμοιρος ότι θα ᾽βρισκε κάποια ωφέλεια απ᾽ όσα του ᾽λεγαν για την καρτερία και τη στωικότητα. Όταν όμως αρρώστησε και πόνεσε, κι αισθάνθηκε ότι ο πόνος είναι περισσότερο πραγματικός από τα λόγια, κι είδε ότι το σώμα του το ίδιο φιλοσοφούσε αντίθετα από τη Στοά, πίστεψε ο άνθρωπος περισσότερο το σώμα του παρά αυτούς τους κυρίους, και κατάλαβε ότι είναι άνθρωπος, κι έχει ανθρώπινο κορμί, κι ότι δεν πρέπει να το μεταχειρίζεται σαν άγαλμα.

Κι όποιος λέει πως έχει αντίθετη γνώμη και κατηγορεί την ηδονή, να ξέρετε ότι «με λόγια χορταίνει, τον νου του όμως τον έχει πάντα εκεί». Αυτά είχα να πω. Δεν έχετε παρά να ψηφίσετε.

ΣΤΟΑ
Όχι, σας παρακαλώ να μου επιτρέψετε να κάμω μερικές ερωτήσεις.

Επίκουρος:
Κάμε και θα σου απαντήσω.

ΣΤΟΑ
Νομίζεις ότι ο πόνος είναι κάτι κακό;

Επίκουρος:
Ναι.

ΣΤΟΑ
Κι η ηδονή κάτι καλό;

Επίκουρος:
Μάλιστα.

ΣΤΟΑ
Ξέρεις τί είναι «διάφορον» και τί «αδιάφορον», τί είναι «προηγμένον» και τί «αποπροηγμένον»;

Επίκουρος:
Ξέρω.

ΕΡΜΗΣ
Στάσου, Στοά. Οι δικασταί λεν ότι δεν καταλαβαίνουν γρι απ᾽ αυτά τα διφορούμενα ερωτήματα. Καθίστε λοιπόν κάτω, γιατί τώρα θα ψηφίσουν.

ΣΤΟΑ
Θα νικούσα, αν έκανα μια ερώτηση με το τρίτο από τ᾽ αναπόδεικτα σχήματα.

ΔΙΚΗ
Ποιός νίκησε;

ΕΡΜΗΣ
Η Ηδονή με παμψηφία.

ΣΤΟΑ
Κάνω έφεση στον Δία.

ΔΙΚΗ
Όπως θέλεις. Φώναξε άλλους.

***

Ένα φανταστικό πορτραίτο του Λουκιανού του 17ου αιώνα.

Απόσπασμα από τον σατιρικό διάλογο του Λουκιανού “Δις κατηγορούμενος” (Bis accussatus)
Σάτιρα ή επιδεικτικός λόγος σε μορφή διαλόγου

Μτφρ. Μ.Δ. Στασινόπουλος. 1989. Λουκιανός, “Δις Κατηγορούμενος ή Δικαστήρια”. Πρώτη δημοσίευση: Νέα Εστία τεύχος 150 (1933) σελ 299-308. 

Ο Πολέμων, νέος ακόλαστος, μπήκε μια μέρα μεθυσμένος στην Ακαδημία, όπου δίδασκε τότε ο Ξενοκράτης ο Χαλκηδόνιος. Ο φιλόσοφος, χωρίς να ταραχθεί από την αυθάδεια του νέου, μίλησε για την εγκράτεια με τόση πειστικότητα, ώστε ο Πολέμων έγινε μαθητής κι ύστερα διάδοχος του Ξενοκράτη.

Αντικλείδι , https://antikleidi.com

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -