Προσωπικά δεδομένα στο facebook

Άρθρα σχετικά με την νομοθεσία ιnternet

 Αριθμός απόφασης: 16790/2009 ΜΠΡ ΘΕΣΣΑΛ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ: (ΔΙΜΕΕ 2009/400) Προστασία προσωπικών δεδομένων. Ειδικότερα η προστασία μέσω ασφαλιστικών μέτρων. Νομοθετικό καθεστώς που διέπει την προστασία αυτήν. Ανάρτηση στο facebook εγγράφων που είχε δώσει η αιτούσα χωρίς την άδεια και συναίνεσή της. Αρνητικά σχόλια με σκοπό να πληγεί επαγγελματικά. Η συγκεκριμένη πράξη συνιστά παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων και προσβολή προσωπικότητας. (Βλ. Σημ. Λ. Μήτρου, ΔΙΜΕΕ 2009/403).

 ΜΠρθεσ 16790/2009 (Ασφαλιστικά μέτρα)

 Πρόεδρος: Γ. Ευστρατιάδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών Δικηγόροι: Ι. Ιγγλεζάκης, Β. Σωτηρόπουλος, Χ. Αποστολίδης

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 του Ν 2472/1997 για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 18 παρ. 2 του Ν 3741/2006:

“Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: α) Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων. Δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δε μπορούν πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων… δ) Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (“επεξεργασία”), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται, από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώρηση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (“αρχείο”), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια”.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του ιδίου νόμου “επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του”. Ομως η ανωτέρω προϋπόθεση (για τη νομιμότητα) της επεξεργασίας και οι συνέπειες που η παραβίαση της επισύρει κατά τα άρθρα 13 (δικαίωμα αντιρρήσεως του υποκειμένου), 14 (δικαίωμα προσωρινής δικαστικής προστασίας), 21 (διοικητικές κυρώσεις), 22 παρ. 6, 8 (ποινικές κυρώσεις) και 23 (αστική ευθύνη) δεν εφαρμόζονται ανεξαιρέτως σε κάθε δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα, αλλά μόνο σε εκείνα που περιλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμογής του Ν 2472/1997, όπως αυτά προσδιορίζονται στο άρθρο 3 αυτού. Σύμφωνα δε με την παρ. 1 του εν λόγω άρθρου, “οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο”, όπως η έννοια του τελευταίου αποσαφηνίζεται στο άρθρο 2 εδ. ε` του νόμου αυτού. Επομένως, όσον αφορά τη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία, καλύπτονται μόνο τα αρχεία και όχι τα μη διορθωμένα στοιχεία. Το περιεχόμενο ενός αρχείου πρέπει να είναι διαρθρωμένο σύμφωνα με ειδικά κριτήρια, ώστε να επιτρέπεται η ευχερής πρόσβαση των ατόμων στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Τα διάφορα κριτήρια για τον καθορισμό των στοιχείων ενός διαρθρωμένου συνόλου δεδομένων και τα διάφορα κριτήρια που διέπουν την πρόσβαση στο σύνολο αυτό μπορούν να θεσπίζονται από κάθε μέλος-κράτος (βλ. Οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που αποτελεί τη ratio της ψηφίσεως του Ν 2472/1997 άρθρο 32 της Οδηγίας). Ετσι καθίσταται σαφές ότι, όταν γίνεται επεξεργασία αυτοματοποιημένη, δηλαδή με τη χρήση ηλεκτρονικών και άλλων τεχνικών μηχανικών συστημάτων επεξεργασίας, τότε οι διατάξεις του Ν 2472/1997 εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση. Αν όμως η επεξεργασία είναι μη αυτοματοποιημένη, τότε εφαρμόζονται μόνον όταν τα δεδομένα περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο (ΜΠρΑΘ 2925/2008, ΝΟΜΟΣ, Αποστολάκης, Μελέτη εις Αρμ 2000,869-874).

Ειδικώς δε επί αναρτήσεως προσωπικών δεδομένων σε δημόσια προσβάσιμη ιστοσελίδα του διαδικτύου έχει κριθεί από το ΔΕΚ (υπόθεση C-101/2001 Bodil- Linqvist) ότι: “1) Η εργασία που συνίσταται στην αναφορά, επί ιστοσελίδας του Διαδικτύου, σε διάφορα πρόσωπα και στον προσδιορισμό τους είτε με το όνομα τους είτε με άλλα μέσα, για παράδειγμα με τον αριθμό τηλεφώνου τους ή με στοιχεία σχετικά με τις συνθήκες εργασίας τους και τις ασχολίες τους κατά τον ελεύθερο χρόνο, συνιστά αυτοματοποιημένη, εν όλω ή εν μέρει, επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 3, παρ. 1, της Οδηγίας 95/46 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών” και “2) Μια τέτοια επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν εμπίπτει σε καμία από τις εξαιρέσεις του άρθρου 3, παρ. 2, της Οδηγίας 95/46” (ήτοι όταν πρόκειται για επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα η οποία πραγματοποιείται στο πλαίσιο δραστηριοτήτων που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, όπως οι δραστηριότητες που προβλέπονται στις διατάξεις των τίτλων V και VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ενωση και, εν πάση περιπτώσει, στην επεξεργασία δεδομένων που αφορά τη δημόσια ασφάλεια, την εθνική άμυνα, την ασφάλεια του κράτους και τις δραστηριότητες αυτού σε τομείς του ποινικού δικαίου, καθώς και κάθε επεξεργασία που πραγματοποιείται από φυσικό πρόσωπο στο πλαίσιο αποκλειστικώς προσωπικών ή οικιακών δραστηριοτήτων).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 ΑΚ συνάγεται ότι στην προσωπικότητα περιλαμβάνονται όλα τα αγαθά που είναι αναποσπάστως συνδεδεμένα με το πρόσωπο, στο οποίο ανήκουν ως έχον σωματική, ψυχική, πνευματική και κοινωνική ατομικότητα. Σε περίπτωση δε παρανόμου προσβολής της προσωπικότητος και ειδικότερα της τιμής ή της υπολήψεως του προσώπου, πλην των άλλων, με εξύβριση ή συκοφαντική δυσφήμηση, ο προσβληθείς έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον (ΑΠ 854/2002, ΝΟΜΟΣ), εάν δε συντρέχει επείγουσα περίπτωση ή επικείμενος κίνδυνος μπορεί να ζητήσει προσωρινή προστασία με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων στα πλαίσια της προσωρινής ρυθμίσεως της καταστάσεως, να ζητήσει δηλαδή να υποχρεωθεί προσωρινώς ο προσβολέας να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον, υπό την προϋπόθεση επικείμενης προσβολής στο μέλλον (ΕφΛαρ 431/2000 Αρμ 2001,457 = ΕλλΔνη 42,502 = ΝοΒ 2001,264) και δη με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κρατήσεως (ΜΠρΡοδ 816/2001, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΔΣΑ). Και τούτο διότι, σε περίπτωση προσβολής ενός απολύτου δικαιώματος (όπως του δικαιώματος στην προσωπικότητα), η αξίωση προς παράλειψη μελλοντικών προσβολών έχει διάρκεια όσο και η διάρκεια του απολύτου δικαιώματος και συνεπώς η, ως άνω, αξίωση μπορεί να τεθεί σε προσωρινή λειτουργία, εφόσον αποτελεί μία διαρκή έννομη σχέση (ΜΠρΑΘ 2925/2008, ό.π., Μπέης, ΠολΔικ στο άρθρο 692 σελ. 153-154), το δε Δικαστήριο έχει την εξουσία να διατάξει προσωρινώς την παράλειψη πράξεων που προσβάλλουν απόλυτα δικαιώματα, χωρίς να κινδυνεύει να ματαιωθεί ο πρακτικός σκοπός της κύριας δίκης, εφ` όσον σε περίπτωση που ο καθ` ου τυχόν δικαιωθεί στην κύρια δίκη, θα δικαιούται στο μέλλον να επαναλάβει τις πράξεις που κρίθηκαν σε προσωρινό στάδιο αθέμιτες (ΜΠρΚοζ 363/1998, ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΧαλκ 585/1991 Δ 23,264).

Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, η αιτούσα στην κρινόμενη αίτηση, όπως παραδεκτώς διορθώθηκε και περιορίστηκε το αίτημα της με προφορική δήλωση των πληρεξουσίων της δικηγόρων στο ακροατήριο, εκθέτει ότι ο καθ` ου, χωρίς την άδεια της, ανήρτησε στο διαδίκτυο τα, λεπτομερώς αναφερόμενα στο δικόγραφο, έγγραφα που αφορούν την εργασία της και την επαγγελματική της εξέλιξη, τα οποία η ίδια του είχε παραδώσει προς ενημέρωση του, πλαισιώνοντας μ` αυτά προγενέστερες αναρτήσεις συκοφαντικού εις βάρος της περιεχομένου, αποσκοπώντας να την πλήξει επαγγελματικώς, ως συνυποψήφιος της για την προκηρυχθείσα θέση μέλους του διδακτικού επιστημονικού προσωπικού του τμήματος δημοσιογραφίας και μέσων μαζικής επικοινωνίας του ΑΠΘ.

Οτι, με την ανωτέρω ενέργεια του προσέβαλε και την προσωπικότητα της, επίκειται δε άμεσος κίνδυνος να αναρτήσει, πλαισιώνοντας τις εις βάρος της συκοφαντικές αναρτήσεις και άλλα έγγραφα που έχει στην κατοχή του. Ενόψει τούτων ζητά να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα προκειμένου να ρυθμιστεί προσωρινώς η κατάσταση, ειδικότερα δε να απαγορευθεί προσωρινώς στον καθ` ου η χρήση κάθε δεδομένου προσωπικού χαρακτήρα που του χορηγήθηκε απ` αυτήν ιδίως η περαιτέρω διάθεση του μέσω αναρτήσεων σε ιστοσελίδες του διαδικτύου ή μέσω αποστολής ομαδικών μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των, αναφερομένων στο δικόγραφο (όπως περιορίσθηκε το αίτημα της) εγγράφων, με απειλή εις βάρος του καθ` ου χρηματικής ποινής 1.000.000 € για κάθε παράβαση της αποφάσεως που θα εκδοθεί.

Επίσης ζητά να καταδικαστεί ο τελευταίος στα δικαστικά της έξοδα […] Επειδή, […] πιθανολογήθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα εξής πραγματικά περιστατικά για την υπόθεση αυτή: Η αιτούσα είναι διδάσκουσα στο τμήμα δημοσιογραφίας και μέσων μαζικής επικοινωνίας του … Πανεπιστημίου είναι δε και υποψήφια για μια θέση μέλους του διδακτικού επιστημονικού προσωπικού, στη βαθμίδα επίκουρου καθηγητή ή λέκτορα στο γνωστικό αντικείμενο “Δημοσιογραφία: κοινωνικό και πολιτισμικό ρεπορτάζ” που έχει προκηρυχθεί στο ίδιο τμήμα. Η εν λόγω θέση είχε αρχικώς προκηρυχθεί στα τέλη του 2005, οπότε η αιτούσα είχε υποβάλει πλήρη φάκελο υποψηφιότητος (υπ` αρ. πρωτ. …/19.12.2005), που περιείχε όλα τα έγγραφα τα αναφερόμενα στην ακαδημαϊκή, δημοσιογραφική και επαγγελματική της πορεία. Τελικά η διαδικασία απέβη άγονη και η θέση προκηρύχθηκε εκ νέου το έτος 2008. Εκκρεμούσης της νέας προκηρύξεως, την 19.10.2008 αναρτήθηκαν στην ιστοσελίδα “facebook.com” σε ειδικό χώρο που δημιουργήθηκε από άγνωστο χρήστη με το ψευδώνυμο “P.P.” και υπό τον τίτλο “Η.Π. και όλη η παρέα” διάφορα κείμενα στα οποία ο άγνωστος συντάκτης χρησιμοποιούσε καταφρονητικά σχόλια για την αιτούσα, αποκαλώντας την “καπάτσα”, αμφισβητούσε τους τίτλους της (πτυχίο και διδακτορικό) αποκαλώντας τους “κωλόχαρτα”, και την παρουσίαζε ως “ενεργούμενο” και “παρέα” της επίκουρης καθηγήτριας του τμήματος Π., η οποία θα την προωθούσε (κατά τους ισχυρισμούς του άγνωστου συντάκτη) παρανόμως στην προκηρυχθείσα, ως άνω, θέση. Στη συνέχεια ακολούθησε η ανάρτηση νέων συκοφαντικών για την αιτούσα κειμένων […], τα οποία απεστάλησαν και ως ηλεκτρονικά μηνύματα σε λίστα τριακοσίων (300) περίπου ηλεκτρονικών διευθύνσεων πολιτών από τον ακαδημαϊκό, πολιτικό και δημοσιογραφικό χώρο.

Ο καθ` ου εξάλλου, που είναι επίκουρος καθηγητής του Ανωτάτου ΤΕΙ Σ. και συνυποψήφιος για την ανωτέρω θέση, την 10.11.2008 υπέβαλε στη γραμματεία του τμήματος δημοσιογραφίας του … Πανεπιστημίου την υπ` αρ. εισερχομένου πρωτοκόλλου …/10.11.2008 αίτηση του, με την οποία, επικαλούμενος ποικιλία δημοσιευμάτων στο διαδίκτυο “με καταγγελίες εις βάρος της αντιπάλου μου” (εννοεί την αιτούσα) για τη θέση σε βαθμίδα λέκτορα -επίκουρου καθηγητή, ζητούσε να του χορηγηθούν, το συντομότερο δυνατό, φωτοαντίγραφα: 1. Ολων των τίτλων σπουδών της που έχει υποβάλει στη γραμματεία του τμήματος, 2. όλων των βεβαιώσεων του Διαπανεπιστημιακού Κέντρου Αναγνωρίσεως Τίτλων Σπουδών της Αλλοδαπής (εφεξής: “ΔΙΚΑΤΣΑ”) περί αναγνωρίσεως αυτών των τίτλων, 3. όλων των βεβαιώσεων της επαγγελματικής της απασχολήσεως, 4. του διδακτορικού της διπλώματος, 5. των διδακτικών σημειώσεων της με τίτλο “Γ…” και 6. του κειμένου της διαλέξεώς της στο Harvard University. Για τη χορήγηση των, ως άνω, φωτοαντιγράφων επικαλέσθηκε έννομο συμφέρον ως συνυποψήφιος της αιτούσας για την προκηρυχθείσα θέση, ενώ στο τέλος της αιτήσεως σημείωνε: “Στο ενδεχόμενο που η αντίπαλος μου αιτηθεί χορήγηση φωτοαντιγράφου οιουδήποτε στοιχείου του φακέλου υποψηφιότητας μου, παρακαλώ να το πράξετε άμεσα και τάχιστα όπως οι νόμοι ορίζουν”.

Την ίδια ημέρα με την υπ` αρ. εισερχομένου πρωτοκόλλου …/1Ο.11.2008 αίτησή του προς τον Πρύτανη του …Πανεπιστημίου διαμαρτυρήθηκε διότι η προϊσταμένη της γραμματείας του τμήματος δημοσιογραφίας του … Πανεπιστημίου αρνήθηκε να του χορηγήσει τα αιτούμενα έγγραφα, ισχυριζόμενη ότι προηγουμένως θα έπρεπε να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με τον αντιπρόεδρο ή την πρόεδρο του τμήματος, πράγμα ανέφικτο κατ` εκείνη την ημέρα. Μάλιστα έκανε λόγο για “μεθόδευση” σκόπιμη και παράνομη. Η αιτούσα πληροφορηθείσα την αίτηση του καθ` ου αποφάσισε να του χορηγήσει η ίδια όλα τα έγγραφα που ζητούσε. Ετσι την 14.11.2008 ανέθεσε στην τελειόφοιτη φοιτήτρια του τμήματος δημοσιογραφίας του … Πανεπιστημίου Μ.Σ., να παραδώσει ένα πακέτο εγγράφων στον υπάλληλο της γραμματείας, Α.Γ., προκειμένου ο τελευταίος να τα παραδώσει στον καθ` ου από τον οποίο να ζητήσει ενυπόγραφη απόδειξη παραλαβής των εγγράφων. Προτού παραδοθούν τα έγγραφα στον καθ` ου, οι προμνησθέντες (Μ.Σ. και Α.Γ.) συνέταξαν το αποδεικτικό παραλαβής με τη σχετική λίστα των, υπό παράδοση, εγγράφων. Η εν λόγω λίστα περιείχε τα εξής έγγραφα: […] ενώ δεν πιθανολογήθηκε ότι περιείχε και το παράρτημα με τις επιστημονικές δημοσιεύσεις της αιτούσας, για το οποίο η τελευταία κάνει λόγο στην αίτηση […]. Ολα τα ανωτέρω έγγραφα ήταν στον φάκελο των δικαιολογητικών που η αιτούσα υπέβαλε το έτος 2005 για την υποψηφιότητα της στην προκηρυχθείσα θέση […], εκτός από τα τελευταία (υπό στοιχ. Ιβ) τέσσερα (4) έγγραφα του τμήματος ιταλικής φιλολογίας και γλώσσας του ΑΠΘ, τα οποία η αιτούσα φωτοτύπησε από το προσωπικό της αρχείο. Ειδικότερα, τα έγγραφα αυτά ήταν: ί. Εγγραφο με ημερομηνία 9.2.1988 και με θέμα “ορισμός συμβουλευτικής επιτροπής για την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής από την κ. Β.” (αιτούσα), ϋ. Εγγραφο με ημερομηνία 7.6.1988 και με θέμα “γνωστοποίηση θέματος διδακτορικής διατριβής από τα μέλη της τριμελούς συμβουλευτικής επιτροπής προς τον πρόεδρο του τμήματος”, iii. Εγγραφο με ημερομηνία 18.10.1994 και με θέμα “ανακοίνωση ολοκλήρωσης πρώτης φάσης της έρευνας και συλλογής υλικού της διδακτορικής διατριβής, από τα μέλη της τριμελούς επιτροπής προς τον πρόεδρο του τμήματος” και iv. Εγγραφο με ημερομηνία 21.5.2003 και με θέμα “ορισμός επταμελούς επιτροπής για την κρίση της διδακτορικής διατριβής της Β.”, με παράθεση των επτά (7) ονομάτων των μελών της επιτροπής. Μετά τη σύνταξη της λίστας εμφανίσθηκε στη γραμματεία του τμήματος δημοσιογραφίας και μέσων μαζικής επικοινωνίας του … Πανεπιστημίου ο καθ` ου, στον οποίο ο προμνησθείς υπάλληλος Α.Γ. παρέδωσε τα έγγραφα μέσα σε κλειστό φάκελο και του ζήτησε να υπογράψει το αποδεικτικό παραλαβής με τη λίστα των παραδοθέντων εγγράφων. Ο καθ` ου όμως, μολονότι παρέλαβε τον φάκελο, αρνήθηκε να υπογράψει και αποχώρησε.

Ο ίδιος ο καθ` ου συνομολογεί ότι ο προμνησθείς Α.Γ. του παρέδωσε ένα κλειστό φάκελο λέγοντας του ότι τον στέλνει η απούσα και ότι ο φάκελος αυτός περιείχε μόνο τέσσερα (4) έγγραφα, ήτοι […]. Επίσης ισχυρίζεται ότι αμέσως μετά την παράδοση του φακέλου ο Α.Γ. απομακρύνθηκε […]. Ομως πιθανολογήθηκε ότι ο φάκελος περιείχε όλα τα προαναφερθέντα έγγραφα και ότι εκείνος που απομακρύνθηκε αρνούμενος να υπογράψει την απόδειξη παραλαβής ήταν ο καθ` ου. Περαιτέρω πιθανολογήθηκε ότι την ίδια ημέρα (14.11.2008) στην ιστοσελίδα που προαναφέρθηκε αναρτήθηκαν πληροφορίες που δεν υπήρχαν στον φάκελο του 2005, αλλά μόνο στο ανωτέρω, υπό στοιχ. iv έγγραφο που παραδόθηκε στον καθ` ου από την αιτούσα από το προσωπικό της αρχείο, ειδικότερα δε αναρτήθηκε ο κατάλογος των ονομάτων των επτά (7) μελών της επιτροπής αξιολογήσεως του διδακτορικού της αιτούσας. Την 21.11.2008 αναρτήθηκαν τα κάτωθι έγγραφα που περιέχονται στον φάκελο του 2005 και τα οποία η απούσα παρέδωσε στον καθ` ου, ήτοι:

[…]. Μαζί μ` αυτά τα έγγραφα αναρτήθηκαν και τα προαναφερόμενα τέσσερα (4) έγγραφα που, όπως προαναφέρθηκε, δεν υπήρχαν στο φάκελο υποψηφιότητος του έτους 2005, όμως παραδόθηκαν από την αιτούσα στον καθ` ου. Την 24.11.2008 αναρτήθηκαν άλλα εννέα (9) έγγραφα, από τον φάκελο του 2005, ενώ την 25.11.2008 σε ομαδικό e-mail προς την προαναφερόμενη ομάδα των τριακοσίων (300) αποδεκτών, που απέστειλε ο άγνωστος P.P. με τίτλο “ορίστε και οι ελληνικές συστάσεις για τη Β. μας (αιτούσα)”, περιλαμβάνονταν οι συστατικές επιστολές που προαναφέρθηκαν, μεταξύ των οποίων […]. Την 1.12.2008, τέλος, αναρτήθηκαν στην ίδια ιστοσελίδα οι πανεπιστημιακές σημειώσεις της αιτούσας με τίτλο “Γραφή και έκφραση στη δημοσιογραφία”, οι οποίες ουδέποτε είχαν δημοσιοποιηθεί ούτε είχαν διανεμηθεί στους φοιτητές, περιλαμβάνονταν δε μόνο στο αρχείο τπς και σε ένα αντίγραφο στον φάκελο υποψηφιότητος 2005. Σημειώνεται ότι κανένας πολίτης δεν εξεδήλωσε ενδιαφέρον για να του δοθούν αντίγραφα των προαναφερομένων τεσσάρων (4) εγγράφων του τμήματος ιταλικής φιλολογίας και γλώσσας του … Πανεπιστημίου […]. Επομένως ο μόνος που τα κατείχε, μαζί με τα άλλα έγγραφα που προαναφέρθηκαν, ήταν ο καθ` ου, ο οποίος πιθανολογείται ότι προέβη στις επίμαχες αναρτήσεις όλων των εγγράφων που αφορούσαν τις συνθήκες εργασίας και την επαγγελματική εξέλιξη της αιτούσας, χωρίς τη συναίνεση της τελευταίας, η οποία τα παρέδωσε στον καθ` ου μόνο προς ενημέρωση του, ως συνυποψήφιου της. Μάλιστα οι εν λόγω αναρτήσεις, που πλαισίωναν τη συγκεκριμένη ιστοσελίδα, με δυνατότητα προσβάσεως σε οιονδήποτε (ιδίως με τη χρήση μηχανής αναζητήσεως στην οποία μπορεί ν` αναγραφεί το ονοματεπώνυμο της αιτούσας και να οδηγηθεί αυτομάτως ο χρήστης στην ιστοσελίδα αυτή), συνιστούν ταυτοχρόνως και προσβολή της προσωπικότητας της αιτούσας, διότι συνοδευόταν από απαξιωτικές φράσεις (λ.χ. “ορίστε και οι ελληνικές συστάσεις για τη Β. μας”) και έδιναν την εντύπωση ότι ήταν πειστήρια για το ότι οι τίτλοι σπουδών της αιτούσας ήταν παράνομοι, αλλά και για το ότι έχει διασυνδέσεις με πολιτικά πρόσωπα, που την βοηθούν. Βέβαια ο καθ` ου ισχυρίζεται -και πιθανολογείται- ότι δεν κατέχει τις απαραίτητες τεχνικές γνώσεις για να προβεί ο ίδιος στις ανωτέρω ενέργειες, όμως το Δικαστήριο κρίνει ότι οι αναρτήσεις έγιναν από τον ίδιο με τη χρησιμοποίηση προσώπου κατέχοντος τεχνικές γνώσεις. Σημειώνεται ότι ο καθ` ου, ενώ έλαβε τον φάκελο των εγγράφων για προσωπική του μόνο χρήση, τα επέδειξε τουλάχιστον στον μάρτυρα που κατέθεσε στο ακροατήριο με επιμέλεια του.

Τέλος, πιθανολογήθηκε ότι η διαδικασία για την κάλυψη της προκηρυχθείσας θέσεως δεν έχει περατωθεί ακόμη, υφίσταται δε άμεσος κίνδυνος να εξακολουθήσει ο καθ` ου την ανάρτηση των εγγράφων που του παρέδωσε η αιτούσα και τα οποία ακόμη δεν έχουν αναρτηθεί στο διαδίκτυο, ήτοι: […]. Για το λόγο αυτό η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ` ουσίαν βάσιμη και να διαταχθεί το διαλαμβανόμενο στο διατακτικό ασφαλιστικό μέτρο, το οποίο κατά την κρίση του Δικαστηρίου αρμόζει εν προκειμένω (άρθρο 692 παρ. 1 ΚΠολΔ). […].

[Δέχεται εν μέρει την αίτηση]

Ν.Σ.

Άρθρα σχετικά με την νομοθεσία ιnternet

Leave a Reply

%d bloggers like this: