Το τέλος της μικρής μας πόλης


Μεγαλωμένος σε οικογένεια λογίων στα Γιάννινα, με παράδοση στην τυπογραφεία, ο Δημήτρης Χατζής τέλειωσε το Γυμνάσιο στη Ζωσιμαία Σχολή και φοίτησε στη Νομική Αθηνών, χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του καθώς αντιμετώπισε οικονομικά προβλήματα.

Στο μεσοπόλεμο, συνελήφθη από τα όργανα του μεταξικού καθεστώτος για συμμετοχή στο Κομμουνιστικό Κόμμα και εξορίστηκε στο νησί της Φολεγάνδρου. Στη διάρκεια της Κατοχής, πήρε μέρος στην Αντίσταση λειτουργώντας το παράνομο τυπογραφείο του ΕΑΜ στην Καλλιθέα και κατόπιν το τυπογραφείο του βουνού. Τρία χρόνια μετά την απελευθέρωση, το ’47, εξορίστηκε από την τότε ελληνική κυβέρνηση στο νησί της Ικαρίας. Λόγω της ένταξής του στον Δημοκρατικό Στρατό, κρίθηκε λιποτάκτης και καταδικάστηκε από το Έκτακτο Στρατοδικείο δις εις θάνατον.

«Πάντα αγαπούσα την Ιστορία», συνήθιζε να λέει. «Αυτή ήταν ο ένας μου δάσκαλος. Ο άλλος ήταν η λύπη». 

Ο Χατζής έφυγε κρυφά στο εξωτερικό και έζησε ως πολιτικός εξόριστος στην Ουγγαρία, την Ανατολική Γερμανία και τη Ρουμανία σχεδόν τριάντα χρόνια. Τον περισσότερο καιρό διέμενε στη Βουδαπέστη, όπου σπούδασε βυζαντινή Ιστορία και λογοτεχνία. Παρά τις επανειλημμένες προτάσεις που του έγιναν να αποκτήσει ουγγρική υπηκοότητα, αρνήθηκε, παραμένοντας μέχρι το τέλος της ζωής του άπατρις.

Η βίαιη καταστολή της ουγγρικής εξέγερσης από τα σοβιετικά τανκς τον Νοέμβριο του ’56 τον έκαναν να αμφισβητήσει το σταλινικό δόγμα – αλλά και τα δόγματα γενικότερα – και να στρέψει το ενδιαφέρον του στους μηχανισμούς που δένουν τις κοινωνίες με αόρατα δεσμά. Επέστρεψε στην Ελλάδα μετά την πτώση της απριλιανής χούντας, αλλά δεν ένιωσε ότι ξαναβρήκε τις ρίζες του. Δεν έπαυε να λέει ότι θεωρούσε τη διάσπαση του Κομμουνιστικού Κόμματος το ’68 ως την πιο σημαντική ενέργεια του υγιέστερου τμήματος της ελληνικής Αριστεράς.

«Άστεγος, ανέστιος, ηττημένος και μόνος», έλεγε, «έχω τουλάχιστον την αίσθηση ότι βρίσκομαι κοντύτερα στο αίσθημα και την πίκρα του λαού μας, ένας από τους πολλούς».

Το τέλος της μικρής μας πόλης πρωτοεκδόθηκε στη Ρουμανία το ’53 από τον εκδοτικό οίκο «Νέα Ελλάδα». Περιείχε μόλις πέντε διηγήματα. Δυο ακόμα διηγήματα, «Ο τάφος» και «Ο ντετέκτιβ», προστέθηκαν αργότερα. Η συλλογή διηγημάτων του Χατζή έχει ενιαίο θεματικό άξονα που τους επιτρέπει να διαβάζονται ως ένα έργο. Μέσα από αυτό παρουσιάζεται ένας κόσμος που φθίνει και σιγά σιγά χάνεται, αφού μεταβάλλονται οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που τον αποτελούν.


Οι ήρωες των διηγημάτων συγκρούονται με τις παλιές αξίες και υποχρεώνονται να αλλάξουν τον τρόπο που βλέπουν τα πράγματα. Στην πραγματικότητα, είναι ο χαρακτήρας της επαρχιακής πόλης των Ιωαννίνων που αλλοτριώνεται και πασχίζει να εκσυγχρονιστεί. Είναι το τέλος της μικρής κοινότητας και η αρχή της ανωνυμίας, γεμάτη ανθρώπους που δε χωρούν πουθενά.

Με γλώσσα φυσική και άμεση, χωρίς να καταφεύγει στην εσωστρέφεια, ισορροπώντας αντιθετικά στοιχεία στη γραφή του, ορθολογιστής και παραμυθάς συνάμα, ο Χατζής υπήρξε ένας από τους πρώτους Έλληνες πεζογράφους που αμφισβήτησε ανοιχτά την ανάγκη για πρόοδο, εστιάζοντας την προσοχή του στις αγωνίες όσων ζούσαν στο λυκόφως της κοινωνίας.

Στην κριτική του για το βιβλίο, ο Δημήτρης Ραυτόπουλος υπογράμμισε:

«Με “Το τέλος της μικρής μας πόλης” έχουμε ένα πυκνότατο και γλαφυρότατο διάγραμμα της κοινωνικής μας περιπέτειας από εκεί που την άφησαν οι γενιές του Μεσοπολέμου ως εκεί που την παραλαμβάνει η γενιά της Αντίστασης. Ο Χατζής έφερε σε πέρας αυτή τη δύσκολη αποστολή, που έπρεπε να καλύψει ένα μεγάλο ρήγμα στο νεοελληνικό μύθο. Δε θα μπορούσε να το κατορθώσει, αν δεν διέθετε μεγάλο ταλέντο και γνώση που του επέτρεψαν να αφομοιώσει την παράδοση ολόκληρης της νεοελληνικής πεζογραφίας».

Την άποψη αυτή ήρθε να συμπληρώσει ο ποιητής Τίτος Πατρίκιος, λέγοντας:

«Ένας μεγάλος συγγραφέας, όπως είναι ο Χατζής, εμβαθύνοντας σε μια μικρή κοινωνία, μπορεί να συλλάβει και να αποδώσει συγκρούσεις, αντιθέσεις, υπερβάσεις οι οποίες αποκτούν οικουμενικό χαρακτήρα και απευθύνονται σε όλους μας».

Πέντε ιστορίες, πέντε μονάχα, κι όμως ένας ολόκληρος κόσμος. Ο Χατζής μιλάει για την ταπείνωση του Σιούλα του ταμπάκου, για το δράμα του Σαμπεθάι Καμπιλή, για την προδοσία της θείας Αγγελικής, για τη διαθήκη του καθηγητή. Μιλάει επίσης και για το τέλος της Μαργαρίτας Περδικάρη.

Όταν οι Γερμανοί την τουφέκισαν, στις αρχές του καλοκαιριού του 1944, λίγο πριν την απελευθέρωση, η Μαργαρίτα δεν είχε πατήσει ακόμα τα είκοσι χρόνια της. Το λιγνό κορμί της βάσταξε μ’ απίστευτη αντοχή όλες τις κακουχίες της φυλακής, το στόμα της έμεινε κλεισμένο σ’ όλα τα μαρτύρια που μαθεύτηκε πως της κάνανε. Και στάθηκε μπροστά στο απόσπασμα χαμογελώντας το πικρό χαμόγελο της οικογένειας των Περδικάρηδων. Αυτό το τελευταίο για το χαμόγελο το ’πε ο παπάς, που, με την απαραίτητη παρουσία του στις θανατικές εκτελέσεις, επικυρώνει, στ’ όνομα του Καίσαρος, την απόδοση της ψυχής στο θεό. Ο ίδιος είπε πως, όταν σήκωσαν τα ντουφέκια, η μικρή Μαργαρίτα κούνησε το χέρι της κ’ είπε ένα ακατανόητο καληνύχτα, μάλιστα δεν είπε καληνύχτα, είπε ακριβώς – «καληνύχτα ντε…».

Ήταν η πρώτη γυναίκα στη δική μας πόλη που πέθαινε με τέτοιον τρόπο. (Δημήτρης Χατζής, Το τέλος της μικρής μας πόλης, Κείμενα, 1979)

***

Κώστας Αρκουδέας – Το χαμένο Νόμπελ

Εκδόσεις Καστανιώτη (απόσπασμα από το 4ο μέρος – Αντίπολη )

by Αντικλείδι , https://antikleidi.com

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -