Ο Λιαντίνης για την Ελένη του Σεφέρη


Η Ελένη είναι το κατ’ εξοχήν φιλοσοφικό ποίημα του Σεφέρη. Χωρίς νά ’χει την αυστηρή διάταξη του Ο βασιλιάς της Ασίνης, ή του Ένας γέροντας στην ακροποταμιά. Εν τούτοις αγγίζει εκείνο το αμίαντο σχήμα που, για το ζωντανό πνεύμα της Ελλάδας μέσα στην κατεβασιά των χιλιετιών της, υπήρξε ο άρραφος χιτώνας της.

Οι ποιητές την Ελένη της Σπάρτης και στην αρχαία και στη νέα γραμματεία μας την αντίκρισαν με διπλή όψη. Άλλοτε είναι η αθωότητα που κατηγορείται, και άλλοτε είναι η τύψη που δικάζει. Την πρώτη την έπλασε ο Όμηρος με το έπος του, τη δεύτερη ο Στησίχορος με την ωδή και την παλινωδία του.

Στους νεοέλληνες, με εξαίρεση το Σεφέρη, κρατεί η ομηρική γραμμή. Η γυναίκα που μπερδεύτηκε στην έριδα του μήλου είναι η δαιμονισμένη στο πτολίεθρο των αγγέλων. Η Ελένη του Σολωμού οδηγεί το κοπάδι των αστραπών που πλάθουν απάνω στα κύματα το σώμα της Φεγγαροντυμένης από ήλεκτρο και από σκοτάδι. Μόλις ο Σολωμός αισθάνεται πως τη χάνει, αισθάνεται ταυτόχρονα να υποχωρεί το στερέωμα κάτω από τα πόδια του:

Kαι την Ελένη αστόχησα κι έλεγα «μνήστητί μου».

ROSETTI – “HELEN OF TROY”, 1863

Για το Σικελιανό και τον Καζαντζάκη η Ελένη είναι η ορεινή νηρηίδα, που πλανιέται στην ξετραχηλισμένη Ελλάδα της φαντασίας τους. Στον Καβάφη, για λόγους ειδικούς, την αντικαθιστά το ασύγκριτο ερωτικό ζευγάρι των Μυρμιδόνων στους Τρώες, στην Απιστία, στην Κηδεία τον Σαρπηδόνος, στα Αλογα του Αχιλλέως. Στον Ελύτη οι πολλαπλές εμφανίσεις της έδεσαν το Ελ- με το y graecum και την κατάληξη -της και έπλασαν το όνομά του:

Πόρπη ασημένια Ελένη.

Η Ελένη του Σεφέρη αποτελεί το αναμενόμενο δείγμα της αιρετικής ιδιοσυγκρασίας του. Η πηγή του δεν είναι ο Όμηρος, αλλά ο Στησίχορος μέσω της ομώνυμης τραγωδίας του Ευριπίδη. Αυτό δε, σημαίνει ότι τον συγκινεί λιγότερο η αχειροποίητη εικόνα της εμορφιάς της που μας άφηκε ο Όμηρος. Το θαύμα της Ελένης δεν ξεπαρθενεύει την έκπληξη ποτέ:

Με το βαθύ στηθόδεσμο, τον ήλιο στα μαλλιά, κι αυτό το ανάστημα…

ίσκιοι και χαμόγελα παντού.

Όσο δύσκολα και να δοκιμάζεται, είναι ωστόσο εύκολο να ανακοινωθεί μια τέτοια συγκίνηση. Το δύσκολα δύσκολο είναι τόσο το να βιωθεί όσο και το να εκφρασθεί η Ελένη της Σπάρτης σα σύμβολο οντολογικό. Και ο Σεφέρης αυτό είναι που προσπάθησε.


1898 Evelyn de Morgan

Ποια πλάνη! Να πολεμάμε για την Ελένη δέκα χρόνους στην Τροία, κι εκείνη ανίδεη να μας περιμένει στην Αίγυπτο. Ποιά τρέλα! Να παίρνουμε για τρελούς τους τρελούς, γιατί η τρέλα τους μας εμποδίζει να σκεφθούμε πως οι τρελοί είμαστε εμείς. Ποιο αίνιγμα σαχλό στο σεργιάνι του κάβουρα που περπατάει ανάποδα! Φτάνουμε στην Αμερική με βία, και φωνάζουμε ξέπνοοι, Χαίρε Ινδία!

Και πόσα άλλα δε μπορεί να σημαίνει η Ελένη. Πως αν το σύμπαν δεν κρεμότανε σε μια τρίχα, ο ουρανός και η γη θά ’ταν χωρίς κερκέλια. Πώς δε θα γκρεμιστείς στο στέρεο, μόνο εάν πατήσεις στο κενό. Πως δεν έχουμε άλλο τόπο, παρά την ουτοπία. Είτε το θέλουμε είτε όχι.

Με την Ελένη του ο Σεφέρης πιάστηκε να δουλέψει το ερώτημα των ερωτημάτων. Το πρόβλημα αυτό οι φιλόσοφοι απο τον παλαιό καιρό το ονόμασαν «γιγαντομαχία περί της ουσίας». Την αρχαϊκή του σύλληψη και διατύπωση μας την έδωκε ο προσωκρατικός Παρμενίδης με τις έννοιες του «μή είναι» και του «είναι».

Αυτός ο συμπλοηγός στο ποτάμι του Ηράκλειτου αλλά με ανάδρομη φορά, περιγράφει την απουσία της Ελένης εκεί που εμείς την ζητούμε, και για χάρη της ρίχνουμε τις ψυχές μας στις μυλόπετρες σαν τα σταρόσπυρα, με τον ακόλουθο τρόπο. «Η μεν όπως έστιν τε καί ώς ούκ έστι μή είναι, ή δ ως ουκ εστιν τε και ως χρεών εστι μή είναι». (Ο ένας δρομος είναι, οτι το «είναι» είναι και οτι το «μη είναι» δεν είναι. Ο άλλος δρόμος όμως είναι, ότι το «μη είναι» είναι και ότι αναγκαία πρέπει να είναι το «μη είναι».)

Gaston Bussiere (1862-1929)
Helen of Troy

Ο Σεφέρης στην Ελένη του ακολουθεί κατά πόδι τον Ευριπίδη. Αντί για τις έννοιες «είναι» και «μη είναι» χρησιμοποιεί τις έννοιες «θεός» και «μη θεός». Το αθεοβάδιστο σημείο της σύγκρουσης το ονομάζει «αναμεσο τους»:

τ’ είναι θεός; τι μη θεός; και τι τ’ αναμεσό τους;

Από τούτες τις μαύρες Συμπληγάδες κανένα περιστέρι δεν πέρασε. Στο ανθρωποβόρο ερώτημα, τι θα κάνουμε; σ’ ένα πρώιμο ποίημά του ο Σεφέρης έσκυψε μέσα του και ρώτησε. Πήρε την ίδια απάντηση:

– Έτσι ζεις; -Nαι! Tι θες να κάνω.

Τώρα με τη βασιλική πείρα του άντρα, και οδηγημένος από το στιβαρό χέρι του Ευριπίδη, του τραγικού με τις απρόσμενες λύσεις τους από μηχανής θεούς και τους ειδικούς γεφυροποιούς για τα ακατόρθωτα περάσματα, φαίνεται ότι οδηγείται σε κάποια διέξοδο. Έτσι πρέπει να εξηγήσουμε εκείνο το περίφημο «αναμεσο τους».

Ανάμεσα δηλαδή στο «θεό» και στο «μη θεό» υπάρχει κάτι ελάχιστο. Από τον ανθρώπινο τρόπο εξαρτάται να κάνει κανείς αυτό το ελάχιστο μέγιστο. Πώς; θα ρωτήσει κάποιος. Να πώς: Καθώς στέκεσαι και κοιτάς τις Συμπληγάδες, και καθώς γνωρίζεις πως δεν γίνεται να τις περάσεις, να μην το βάλεις στα πόδια, «θεός», ούτε ν’ αρχίσεις να συρομαδιέσαι και να βλαστημάς, «μη θεός». Αλλά να σταθείς περήφανα και απελπισμένα μπροστά στο φοβερό χασμα που χάσκει και φρικιά απο κάτω σου, μελετώντας την έξοδο. Την ιδική σου έξοδο. Και έτσι να ζήσεις, να περάσεις τη ζωή σου. Ως την τελευταία σου στιγμή.

Salvador Dalí – Helen of Troy

Το νόημα της Ελένης του Σεφέρη το βρίσκω στη φιλοσοφική προβληματική της. Εδώ ο Σεφέρης θίγει ένα πρόβλημα βαθύτατα φιλοσοφικό. Μήπως όλοι οι άνθρωποι μοιάζουμε με τους έλληνες, που πολέμησαν δέκα χρόνους στην Τροία για ένα σκοπό που δεν υπήρχε εκεί; Μήπως η κάθε πράξη μας είναι μάταιη, γιατί πίσω της δεν υπάρχει κανένας σκοπός;

Τον πολιτικό, και κατά προέκταση τον ηθικό υπαινιγμό του ποιήματος, την κατοχή δηλαδή της Κύπρου από τους άγγλους και τη μοίρα της, δεν τα ψηλαφώ. Πάνω στο πρόβλημα τούτο ο Σεφέρης έγραψε την περίφημη Σαλαμίνα της Κύπρος.

Να κυνηγήσεις τα ηθικά προβλήματα είναι σα να κυνηγάς ωραίες παρθένες. Να κυνηγήσεις όμως την οντολογική διάσταση της Ελένης είναι σα να κυνηγάς εκείνη τη μία Παρθένο με τον Στάχυ της (Spica), που βγαίνει και σεργιανίζει κάθε Σεπτέμβριο στον ουρανό. Και τέτοιο κορίτσι είναι έσχατα δύσκολο να μπορέσεις να το κοιμηθείς.

Κανείς ποιητής δεν επλάγιασε την ωραία Ελένη του Μενελάου. Ούτε κι ο Σεφέρης. Γιατί το μόνο που πέτυχε ήταν ότι μια νύχτα κοιμήθηκε στο ξενοδοχείο «Μενελάειον» της Σπάρτης.

Η Ελένη του όμως φανερώνει ότι η καταγωγή και η ελληνοτροπία του τον προστάτεψαν από τη μαύρη μαυρίλα της ευρωπαϊκής ποίησης. Φανερώνει ότι στα μελαγχολικά του μάτια ολοζωής πετάριζε εκείνος ο χαρούμενος πεσσιμισμός, που μόνο την Ελλάδα μπορεί νά ’χει μήτρα και μνήμα.

***

Δημήτρης Λιαντίνης: «Ο νηφομανής. Η ποιητική του Σεφέρη»

by Αντικλείδι , https://antikleidi.com

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -