Κ. Αξελός – Ποιος είναι λοιπόν ο πλανητικός Άνθρωπος;


Το τέλος της ιστορίας και το τέλος του ανθρώπου — σαν προορισμός και εξάντληση — που με τόση ένταση διακήρυξαν ο Χέγκελ, ο Ρεμπώ κι ο Νίτσε, ζουν σήμερα τις επιγονικές τους υποτροπές: επιστημολογικές και πανεπιστημιακές, επιφυλλιδογραφικές και δημοσιογραφικές.

Αυτός ο άνθρωπος, ο προορισμένος να κυβερνήσει τον πλανήτη γη, είναι ο «πλανητικός άνθρωπος», ο καθολικός και περιπλανώμενος πάνω σ’ έναν αστέρα ενοποιημένο και πλάνητα. Η πορεία προς το τέλος του ανθρώπου, του εκμηδενιστή, εκμηδενιζόμενου κι εκμηδενισμένου μέσα και από τα θετικά του έργα που συνεπάγονται την αρνητικότητα, του ανθρώπου που δεν έχει άστρο-οδηγό σαν ξεκινά για την κατάχτηση των άστρων, πρόκειται να διαρκέσει πολύ, να γνωρίσει σωρό θανάτους κι επιμέρους αναγεννήσεις, να περάσει μέσα από πολλούς αγώνες στο θέατρο της ποικιλίας του κόσμου.

Ο άνθρωπος εξακολουθεί να βρίσκεται σφιγμένος στη μέγγενη της ανθρωπολογίας και του ανθρωπισμού. Ακόμα κι αυτοί που κάτι διακρίνουν από την πλανητική μοίρα – δηλαδή από το μέρος – που μας φανερώθηκε, παραμένουν σαν άνθρωποι γατζωμένοι στον άνθρωπο, λες και δεν μπορεί ακόμα να γίνει διαφορετικά. Είναι ανθρώπινο: αντιλαμβάνονται αυτό που φοβούνται.

Το κάλεσμα της πλανητικής σκέψης παραμένει για την ώρα ανήκουστο μέσα σ’ έναν αιώνα που έχει άλλα ολοκληρωτικά ή επιμέρους θέματα να ασχοληθεί. Ο άνθρωπος, στο μεταξύ, — με ολη του την απέραντη ικανότητα να βαυκαλίζεται, να απωθεί και να μην αναγνωρίζει — διαβλέπει όσο πάει τον περιπλανώμενο κι αποσπασματικό χαρακτήρα του· είναι ένα απόσπασμα της αποσπασματικής και διασπασμένης κοσμικής ολότητας, με τη γνώση και τη δράση του – που τις περισσότερες φορές βασίζονται σε αντιφάσεις και παραποιήσεις, αιχμάλωτες του παιχνιδιού των τμημάτων του τεμαχισμένου χρόνου.

Κάθε θεωρία και κάθε πρακτική παραμένει, κατά συνέπεια, υπό γωνία· προσβλέπει στην ολότητα αλλα μένει καρφωμένη στη γωνία που της προορίστηκε. Πιεσμένος να τελειώνει πια με το πρόβλημα της ελευθερίας (του), εκλεγμένος παρά εκλέγων – αν και με μεγάλη δυσκολία το παραδέχεται —, ο πλανητικός άνθρωπος (είτε το θέλει, είτε όχι) δοκιμάζει την αλήθεια σαν το θριαμβικό πρόσωπο της περιπλάνησης, που αντιστοιχεί στην περιπλάνηση, χωρίς όμως ν’ αναγνωρίζει αυτό που συμβαίνει. Δεν ξέρει λοιπόν τι να σκεφτεί και τι να χάνει με τη γοητεία, τη γοητεία που εξασκεί ο άνθρωπος στον άνθρωπο.

Ο πλανητικός άνθρωπος, έχοντας εξαντλήσει τόσο το ego όσο και το cogito, το υποκείμενο και τη σκέψη – αποτελειώνοντας το μοντερνισμό και γενικεύοντάς τον κι ενώ πρέπει ταυτόχρονα ν’ ανοιχτεί στη σχεδόν καινούργια πλανητική εποχή – βρίσκεται ριγμένος στον τεθλασμένο αγώνα δρόμου που τον οδηγεί προς το συλλογικό και την πράξη. Η συλλογικότητα όμως δεν είναι παρά μία γενίκευση της υποκειμενικότητας και δεν μπορεί να λύσει τα προβλήματα που άφησε εκκρεμή η τελευταία. Κι ακόμα περισσότερο, η πράξη – φαίνεται — δεν μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς σκέψη – χωρίς σκέψη κι όχι χωρίς φιλοσοφία, η διαλογισμό, η θεωρητική δραστηριότητα και τεχνοεπιστημονική πρακτική – και η σκέψη παραμένει το ένα μισό όσο είναι διαζευγμένη από τη δράση.


Έτσι στην καρδιά της προβληματικης ενότητας – της πλανητικής ενότητας -προβάλλει η διαφορά και μαζί της τα προβλήματα της πολλαπλότητας, της πολυμορφίας, της διαφορετικότητας και της ποικιλίας. Στον κόσμο σαν ολότητα πολυδιάστατη κι αποσπασματική, ανοιχτή στο παιχνίδι του χρόνου, αντιστοιχεί, χωρίς ν’ αντιστοιχεί απόλυτα, η πολύκεντρη κι αποσπασματική ολότητα που είναι ο άνθρωπος, προσηλωμένος — μέσα απο τη ρωγμή και το άνοιγμα, την πληγή και το κλείσιμο – στη ζωή και κυριως στην επιβίωση της ανθρωπότητας, μέσα στο χρόνο κι όχι στην αιωνιότητα, όπως αποχαλούμε ακόμα ελαστικά την πανχρονικότητα.

Αυτή η χρονική και πρόσκαιρη επιβίωση δεν ξεπερνά την ανθρώπινη περατότητα και την περατότητα, για τον άνθρωπο, της σφαίρας των σφαιρών που είναι κι η ίδια σπασμένη. Άνθρωπος πλανητικός και κόσμος πλανητικός αποτελούν κάτι σαν πρελούδιο ήδη παιγμένο κι αποδιαρθρωμένο. Αυτός ο παίχτης-παίγνιο που είναι ο άνθρωπος — κι ο κόσμος ο ίδιος δεν είναι παιχνίδι ενός παίκτη —, πάντα ανάμεσα σε δύο πράξεις, χάνει μια ύστατη απόπειρα να παρουσιάσει στον εαυτό του ένα μυστικιστικό ή εκλαϊκευμένο θεό που θα ήταν κύριος του παιχνιδιού και θα ξέφευγε από την περατότητα-αυτή όμως η έκκληση για βοήθεια δεν προσφέρει καταφύγιο όσο κι αν παρακινεί και παρακινείται εξ ίσου από το θεϊσμό και το υποκατάστατο του, τον αθεϊσμό.

Ούτε ο θεός βασιλιάς του κόσμου και του ανθρώπου, ούτε ο άνθρωπος, μικρός η μεγάλος θεός, μπορούν ν’ αποφύγουν το αναπόφευκτο: το παιχνίδι της περατότητας που περιέχει όλα τα παιχνίδια και την απεριόριστη αν και περατωμένη συνδυαστική τους. Η συμπληρωματικότητα των αντιθέτων χαι των αντιφατικών, η αυτών που θεωρούνται σαν τέτοια, πρέπει πάντα, ξανά και ξανά, ν’ αποκαλυφθεί ερωτηματικά και παραγωγικά χωρίς να είναι δυνατόν να αποφευχθεί το σχίσιμο, το σχίσιμο της τροχιάς του πλανητη που διασχίζει τον ενωτικό ορίζοντα.

Υποκείμενα κι αντικείμενα, μαζί στην πορεία προς το ξεπέρασμά τους -που δεν αποφεύγει ούτε τις στερεοποιήσεις, ούτε τις ρευστοποιήσεις — στερούνται γης και ουρανού γιατί κάθε γη κι ουρανός γίνονται αυτό που πράγματι είναι: περιπλανώμενα, πλανητικά. Τίποτα δεν είναι τοσο θεμελιακό αφού χαι το ον το ίδιο δεν είναι παρά η άλλη όψη του μηδενός, δεν έχει θεμέλιο και το ίδιο το ον δεν είναι τέτοιο. Έτσι όλα παραμένουν παράδοξα και τα αντιθετικά παράδοξα είναι συνδεδεμένα με το ζυγό της ίδιας πλάστιγγας.

Το να δεχτεί κανείς τον κόσμο όπως είναι κι όπως μεταβάλλεται, μεταβάλλοντας τις θελήσεις και τα όνειρα των αναμορφωτών, δεν είναι τόσο απλό. Να τον αρνηθεί πάλι, μπορεί να οδηγήσει στη θέσπιση ενός από τα πολλά φολκλόρ που συναπαρτίζουν τον κόσμο που οδηγείται σε μία ενότητα, που δεν ενσωματώνει απαραίτητα ολα οσα είναι και γίνονται. Το ημιτελές αποτυπώνει το σημάδι του πάνω στην καθε στιγμή και τον κάθε χώρο του χωροχρονικού γίγνεσθαι, όλα τα παιχνίδια – πετυχημένα ή και αποτυχημένα – παραμένουν ημιτελή μέσα και δια μέσου των επιτυχιών και των αποτυχιών της συγχρονικότητας ή της επαλληλίας τους.

Αν οι ερωτήσεις και οι απαντήσεις οι μυθολογικές και θεωρητικές κι ύστερα οι μεταφυσικές και ιδεολογικές έχουν υποχωρήσει – αν και διατηρούνται μέσα από τις μεταλλαγές και τις μεταμφιέσεις τους -, οι ερωτήσεις κι απαντήσεις που αποκαλούνται θετικές και είναι τεχνοεπιστημονικές δεν είναι περισσότερο ανθεκτικές· η πλανητική εποχή πρεπει να το δοκιμασει με το σταθερό ταρακούνημα όλων των θεωριών και των πρακτικών που επικρατούν.

Αφού όλα τα ολοκληρωτικά απόλυτα αποδεικνύονται αποσπασματικά, τετμημένα και υπό γωνία, η ανθρώπινη οξύτητα, θέλοντας να πιαστεί απ’ όλα, απ’ ό,τι είναι κι απ’ ό,τι δεν είναι, θα πρέπει ίσως, μέσα στον αγώνα της για επιβίωση, να ζήσει αντίστροφα το προμηθέΐκό σχέδιο επανασυνδέοντας θνητούς κι αθάνατους που ανταλλάσσουν τα πρόσωπα και τις μάσκες τους στον αγώνα δρόμου του χρονου που εμπαίζει τους ανώνυμους ή επώνυμους, εξατομικευμένους η συλλογικούς πρωταγωνιστές του.

Η λογική και το συναίσθημα των ανθρώπων πλανώνται πλανητικά. Ο άνθρωπος, τελευταία και πρόσκαιρη εικόνα του απολύτου, θα πρέπει να ζήσει μέσα στην εφήμερη επιστροφή του ίδιου με τη μορφή του διαφορετικού, αυτό που ένας κατακτητικός και συντριμμένος ορθολογισμός και μια κακοπαθημένη κι ονειροπόλα αισθαντικοτητα του επιβάλλουν — μέσα στο συνταιριασμένο κι ασύμφωνο παιχνίδι τους — σαν επανάληψη του παιχνιδιού και παιχνίδι της επανάληψης.

***

Το υποκείμενο, ο άνθρωπος, αναγκασμένος να υπερβεί το ρόλο του — που έτσι κι αλλιώς δεν είναι ικανοποιητικός -, γυρεύει να παρεμβληθεί στο είδος, σ ολόκληρο τ’ ανθρώπινο γένος. Αλλά κι εδώ, όπως κι αλλού, μερικό και γενικό αναποδογυρίζουν τα σημάδια τους και από «αλήθειες» υπο γωνία δεν απορρέει καμιά γενική αλήθεια που κι αυτή να μην είναι υπό γωνία κι αποσπασματική. Το εμπειρικό κι ό,τι δεν είναι τέτοιο παραμένουν δέσμια της ταλάντωσης που τα συνδέει: δύο διασπασμένα μισά μιας διασπασμένης ολότητας.

Κατα συνέπεια, ακόμα κι η αποκάλυψη και η αναπαραγωγή της ολότητας – μέσα από τις διάφορες ειδικές, διαμεσολαβητικές οπτικές – παραμένουν μεροληπτικές και μερικές και κάθε θέση γεννά μια αντίθεση στους κόλπους της πιό απέραντης σύνθεσης που είναι όχι μόνον η ενότητα των αντιθέτων, αλλά ο κόσμος ο γεμάτος αντιθέσεις που συζεύγνυνται και διαζεύγνυνται. Καμιά πλανητική χορωδία δεν μπορεί να κάνει το τραγούδι του κόσμου να ακουστεί χωρίς αρμονία και δυσαρμονία, συμφωνίες και παραφωνίες – πολυφωνικές κι ατονικές.

Ο άνθρωπος, αγωνιζόμενος να ξεπεράσει την ατομικότητα και την υποκειμενικότητά του μέσα στη συλλογικότητα και το γένος, δεν ξεφεύγει παρ όλα αυτά τον (ακρωτηριασμό και την περατότητά του· ο αγώνας δρόμου κάθε ανθρώπου, ο αγώνας του ανθρώπου, των ανθρώπων – η σκυταλοδρομία – οδηγούν στο ίδιο τέλος. Ώρες χαράς κι ώρες λύπης, στιγμές έντασης και στιγμές χαλάρωσης, ευτυχία και δυστυχία συνδυάζονται, εναλλάσσονται, αναμειγνύονται στη διάρχεια αυτής της επιχείρησης, ανήμπορες να περιγράφουν το απερίγραπτο.

Καμία γλώσσα και καμία σημαντική δεν είναι ικανές να πετυχουν την ανάληψη του πλανητικού ανθρώπου και οι διάφορες κρίσεις – οντολογικες, λογικές, ηθικές, νομικές, ιστορικές και πολιτικές – γίνονται μπροστά σ’ ένα δικαστήριο που, οσο κι αν έχει βαρύτητα, λάμπει με την απουσία του. Ο πλανητικός άνθρωπος, αν και δεν ξέρει και δεν μπορεί ακόμα να πει ποιος είναι, τι είναι και τι είναι αυτό που δεν είναι — τείνοντας μάλιστα προς την καταργηση αυτών των ενοχλητικών ερωτήσεων —, αρχίζει να καταλαβαίνει την απεραντοσύνη του κοσμικού και γενικού του ρόλου, την απεραντοσύνη των καθηκοντων του και θα πρέπει να γνωρίσει την απεραντοσύνη της ανίας και της περατοτητάς του.

Για να συνεχίσει το δρόμο του έχει ανάγκη ν’ ακούει τραγούδια εύθυμα κι αισιόδοξα τραγουδισμένα από παιδικές χορωδίες — χωρίς να λείπουν κι οι απαισιόδοξες, θλιμμένες φωνές — κι αυτοί που σκύβουν πάνω στην ερώτηση για, και από, τον πλανητικό άνθρωπο μένουν συχνά περιορισμένοι στη στενή συνδυαστική των παραδοσιακων κατηγοριών και των αρχαίων σκοπών.

Ποιός είναι λοιπόν ο «πλανητικός άνθρωπος» που έχει ήδη κατά κάποιο τρόπο προηγηθεί της «πλανητικής σκέψης» έχοντας όμως προβλεφθεί απ’ αυτήν;

Πώς ν’ απαντηθεί αυτή η ερώτηση αφού το κάλεσμα από, και προς, την πλανητική σκέψη παραμένει ανήκουστο; Αυτό το κάλεσμα παραμένει ασύλληπτο, τα σημάδια που ήδη έχουν σταλεί προς την κατεύθυνσή του δεν έχουν καταγραφεί από την επικαιρότητα, ή μεταφράζονται αμέσως στη λεπτολόγο και τετριμμένη τρέχουσα γλώσσα· με τον ίδιο τρόπο συνεχίζουμε να μιλάμε για τη γλώσσα και τη σημαντική – ποιανού και για ποιό; — και για την ανέκαθεν σύγχρονη προβληματική του κοινωνικοποιημένου ανθρώπου, μεταθέτοντας το κέντρο του ενδιαφέροντος προς τον τρίτο κόσμο, σαν να μπορούσε αυτός να γεννήσει κάτι νέο, όταν το μόνο που χάνει είναι να προσπαθεί να προφτάσει τον καπιταλοσοσιαλιστικό μοντερνισμό.

Σχολαστικός ή μπαρόκ και ανανεωμένος μαρξισμός, λαχανιασμένος υπαρξισμός, ταξινομικός χαι ιμπεριαλιστικός στρουκτουραλισμός και διάφοροι νεοεπιστημονισμοί καταλαμβάνουν το μπροστινό μέρος της σκηνής, που είναι ορατό από τους ειδικούς και τον κόσμο και ανάγουν όλα τα καινούργια ερωτήματα στο δικο τους ήδη πεπαλαιωμένο σύμπαν.

Τεχνικές έρευνας, οσμοθεωρήσεις και κυρίαρχες ιδεολογίες παράγουν αποτελέσματα που φαίνονται σημαντικά στα προηγμένα βιομηχανικά κράτη και τραβούν την προσοχή των υπανάπτυκτων κρατών προς τα οποία εξάγονται. Στο μεταξύ αποκλειουν ο,τι τις υπερβαίνει και το καταδικάζουν, ή το αποσιωπούν με το πρόσχημα πως είναι υπερβολικό. Ο,τι δεν τους ταιριάζει έχει ωθηθεί στο εσωτερικό των συμβάσεών τους σαν ανάρμοστο. Ετσι το απαιτούν, όχι οι δικές τους προσταγές, αλλά αυτές της εποχής που απωθεί και απορρίπτει ό,τι δεν της είναι αποδεκτό.

Η τροχιά, του πλανητικού ανθρώπου, που υπακούει και δεν υπακούει στην πλανητική σκέψη του παιχνιδιού του κόσμου, θα είναι αργή και εξαντλητική· έχει πολλά πράγματα να εξαντλήσει μέχρι να εξαντληθεί κι η ίδια. Ο,τι εχει συλλάβει η σκέψη δεν καθίσταται ενεργό παρά πολύ αργα, με τη βοήθεια πολλών ματωμένων παιχνιδιών, χρήσιμων η και ανώφελών.

Ο πλανητικός άνθρωπος «γενικός» και κοσμικός είναι «κάτι» που δε γνωρίζει πιά τι είναι ο άνθρωπος ούτε ακόμα σε τι ο ίδιος είναι πλανητικός. Πέρα απ’ αυτό η γνώση και η δράση του τον ρίχνουν -αυτόν, όργανο της πλανητικής τεχνικής – στη θεωρητική κατάκτηση και την πρακτική μεταβολή του εαυτού του και των υπολοίπων. Πιστεύουμε συχνά, όχι βέβαια αναίτια, αλλά συνάμα και με μιά αναντίρρητη αφέλεια, πως, μετά το στάδιο άνθρωπος, στη διάδοχη των όντων θα (ακολουθήσει η εποχή των μηχανών.

Ονειρευόμαστε υπολογιστές που θα φέρνουν σε πέρας μια δουλειά «αντικειμενική», γενική, συλλογική, παγκόσμια, πλανητική, λαμβάνοντας υπ’ όψιν αμέτρητα «υποκειμενικά», προσωπικά, ατομικά, ειδικά (κι όχι λιγότερο πλανημένα) δεδομένα. Οι μηχανές και οι υπερμηχανές – παιχνίδια της πλανητικης τεχνικής – θα φτάσουν άραγε να θέσουν, να λύσουν, η να εξαλείψουν την ερώτηση: Ποιός είναι ο πλανητικός άνθρωπος του οποίου αυτές είναι τα παιχνίδια κι αυτός είναι παιχνίδι τους;

Η απλή και η σύνθετη καθολικοποίηση όλων όσων συνέβη-σαν μέσα στο χρόνο πάνω και γύρω από τον πλανήτη γη, το μέτρημα κι ο υπολογισμός της τροχιάς αυτού του πλανήτη, του «κατοικημένου» αν όχι στοιχειωμένου από τα ανθρώπινα όντα, θα μπορέσουν να κλείσουν, ή να εκκαθαρίσουν το πρόβλημα που τίθεται από, και προς, τον άνθρωπο — μέσα απ’ αυτόν, μια που ό,τι υπάρχει, φαίνεται και είναι ταυτόχρονα και για τον άνθρωπο, ο οποίος όμως είναι μία στέρηση του «είναι»;

Με τα παλιά απόλυτα – λόγος ή φύση, θεός ή άνθρωπος ή κοινωνία (και σύντομα το τεχνολογικό κατασκεύασμα) — καταβαραθρωμένα, θα υπάρξει χώρος για κάποιο άλλο, καινούριο απόλυτο; «Νέα» απόλυτα τείνουν ν αντικαταστήσουν τα παλιά, τα εξαργυρώνουν — σε μια εποχή που ταυτόχρονα σχετικοποιεί τα απόλυτα και παραμένει εξαρτημένη απ’ αυτά -, κατακλύζουν την παγκόσμια αγορά.

Κυκλοφορούν σαν νομίσματα συνηθισμένα και φθαρμένα, συγκεφαλαιωτικά κι όμως αποσπασμένα από το ολο κι από τα υπόλοιπα· προσφέρονται στην παραγωγή και την κατανάλωση του ανθρώπου που όντας πολυκεντρικός και πολύπλευρος — που ζει τη ζωή του σε πολλαπλά επίπεδα — έγινε, κύρια, άνθρωπος μονοδιάστατος χάρις στην τεχνική που ανάγει τις κατακτήσεις και την ικανοποίησή του στα όρια του κύκλου: παραγωγή-κατανάλωση.

Κάθε απόλυτο μένει αποκλεισμένο τοσο για τον άνθρωπο — μέσα στον κόσμο των σχέσεων και των συμπληραματικοτήτων – όσο και για τον κόσμο – όπως εκδηλώνεται και κρύβεται απο τον άνθρωπο — και δεν μπορεί να υπάρξει ούτε για τον εαυτό του. Μήπως το απόλυτο θα μπορούσε να είναι το παιχνίδι του κοσμου αυτό καθ εαυτό; Απόλυτο από τι; Το παιχνίδι του κόσμου είναι διαφορετικό από τα παιχνίδια μέσα στον κόσμο αλλά, αν και μοναδικό -αν αληθεύει ότι πραγματικά είναι —, δεν είναι γι’ αυτό απόλυτο.

Ποιος είναι λοιπόν ο πλανητικός άνθρωπος, ούτε ηρωας ειδυλλιακός, ούτε ηρωικός, αλλά πολίτης κι αστός, κοινωνός κι εταίρος της «πλανητικής εποχής» η οποία, αποτελειώνοντας τον μοντερνισμό, αφήνει ανοικτό το ερώτημα: παράγει άραγε αυτή κάτι νεο και τι φύσης είναι αυτό που δημιουργεί; Είναι ο άνθρωπος του πάντοτε και του πουθενά, του ποτέ και του πάντοτε; Στην περιπλάνηση του, ανοίγεται στο διάστημα και μένει κλεισμένος στο πρόβλημα του χρόνου; Και τι θα απογίνει; Είναι η γίνεται ο ικανός η ανίκανος να παίξει με την αυτοκριτική του, να κάνει χώρο στα αντίθετα επιχειρήματα;

Τα επιχειρήματα, παρ’ όλα αυτά, δε συνιστούν σκέψεις ούτε για τα άτομα, ούτε για τους λαούς. Ο πλανητικός άνθρωπος θα γεφυρώσει τα χάσματα, θα τα βαθύνει, η θα πέσει μέσα; Περνώντας απο το ατομικό στο ιστορικοκοσμικό — μέσα στην προβληματική προοπτική του τέλους του ανθρώπου και της ιστορίας — θα ξέρει, τουλάχιστον κατά προσέγγιση, ποιος είναι, προς τα πού πάει, η θα υπερπηδήσει με λίγη τόλμη αυτά τα προβλήματα;

Θα είναι εκείνος μέσα από τον οποίο το ερώτημα της διάστασης ανάμεσα σέ άνθρωπο και κόσμο καταργείται μέσα στη γενικευμένη αδιαφορία, είτε αυτή έχει αναχθεί σ’ ενα «ανώτερο» επίπεδο, είτε όχι; Εκείνος για τον οποίο δεν πρόκειται πιά για ζωη αλλα γιά επιβίωση; Ο πλανητικός αυτός άνθρωπος, ο εξεταζόμενος παρά εξεταστής, θα είναι λοιπόν εκείνος που ανοίγει η εκείνος που κλείνει το ερώτημα του ερωτήματος του; Κι αυτό που ξεπερνά το κλείσιμο;

***

Ο Κώστας Αξελός γεννήθηκε το 1924 στην Αθήνα. Από τη Νομική Σχολή της, έχοντας αφήσει πίσω του μια θανατική καταδίκη και μια διαγραφή, βρέθηκε το 1945 να σπουδάζει φιλοσοφία στη Σορβόννη όπου και διδάσκει, σαν υφηγητής, από το 1962 ως το 1973. Αρχισυντάκτης του περιοδικού «Επιχειρήματα» (1957-62), ιδρύει και διευθύνει από το 1960 την ομώνυμη συλλογή βιβλίων στις «Εκδόσεις του Mεσονυκτίου». Το κύριο έργο του, γραμμένο γαλλικά, χωρίζεται σε τρεις τριλογίες: α) «Το ξετύλιγμα της περιπλάνησης» με τα: «Ο Μαρξ στοχαστής της τεχνικής» (1961), «Ο Ηράκλειτος και η φιλοσοφία» (1962), «Προς την πλανητική σκέψη” β)Το ξετύλιγμα του παιχνιδιού» με τα: «Συμβολή στη λογική» (1977), «Το παιχνίδι του κόσμου» (1969), «Για μια προβληματική Ηθική» (1972) και γ) «Το ξετύλιγμα της αναζήτησης» με τα: «Επιχειρήματα μιας ερευνάς» (1969), «Οι Ορίζοντες του κόσμου» (1974), «Τα προβλήματα του παιγνίου» (1979). Στα ελληνικά έχει δημοσιεύσει τα νεανικά του γραπτά «Φιλοσοφικές δοκιμές» (1952), ενώ γερμανικά το «Εισαγωγή σε μια μέλλουσα σκέψη» (1966). Ο Κ. Αξελός, ανατρέχοντας ως το στοχασμό του Ηράκλειτου, προσπαθεί να θεμελιώσει, πέρα από τον Μαρξ και το Χάιντεγγερ, μια καινούργια μεταφιλοσοφική σκέψη του παιχνιδιού της αποσπασματικής και διασπασμένης ολότητας, μια σκέψη σφαιρική, ανοιχτή και πολυδιάστατη, που να έχει σαν άξονα της τον Κόσμο το μέγα, συνώνυμο του Χρόνου που γονιμοποιεί και συντρίβει τα πάντα .

***

Περιοδικό η Λέξη τεύχος 24 – 1983

Αντικλείδι , https://antikleidi.com

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -