Αλκυόνη Παπαδάκη – Στην πραγματικότητα ψάχνουμε να βρούμε κάποιον, που να φοράει το ίδιο νούμερο με το είδωλό μας


Πάντα το φθινόπωρο μου ’ρχεται στο μυαλό ο Αντρέας.

Τον θυμάμαι όταν μαδάνε τα κοκκινωπά φύλλα από τα γεράνια.

Όταν λαχανιάζει πάνω στο χώμα η βροχή.

Η μνήμη μου δεν κρατάει καλά τα γεγονότα. Κρατάει περισσότερο το χρώμα τους. Τη μυρωδιά τους.

Κι ο έρωτάς μου με τον Αντρέα μύριζε βροχή. Κι είχε το χρώμα του κοκκινωπού φύλλου.

Ψάξαμε χέρι χέρι πολλά δρομάκια της ζωής. Ή, τουλάχιστον, νομίζαμε πως τα ψάχναμε. Γιατί στην ουσία τα χαζεύαμε. Είχαμε την ίδια περιέργεια. Την ίδια λαιμαργία.

Τα κορμιά μας ταίριαζαν. Ήταν δυο σταγόνες βροχής πάνω σε τεντωμένο σύρμα.

Η μια κυλούσε κι έσμιγε με την άλλη. Η μια κατάπινε την άλλη. Η μια γινότανε η άλλη…

Όταν μ’ έσφιγγε στα χέρια του, το κορμί μου ξέφευγε από κάθε έλεγχο. Δεν μου ανήκε. Έπαιρνε το σχήμα του δικού του πόθου.

Ένιωθα σαν ήλιος που κομματιαζόταν στον ουρανό.

Μόνο που ο ουρανός δεν ήταν δικός μου.

Έτσι ήταν τα πράγματα. Αλλά δεν έφτανε. Έπρεπε νά ’ναι και λίγο αλλιώς.

«Δεν έχουμε γείωση» μου έλεγε. Πού να καταλάβω…

Ήταν τρυφερός σαν τον Τζόνυ και μ’ άρεσε γι’ αυτό.

Αλλά φρόντιζε ν’ ακυρώνει σε κάθε περίπτωση την τρυφερότητά του.

Κολυμπούσε σε μια λίμνη ανασφάλειας. Δεν λέω πως ήμουν καλύτερη. Αλλά εγώ, πότε πότε, την κερνούσα και κανένα κερασόν την ανασφάλειά μου. Τη σήκωνα να χορέψουμε.

Αυτός δεν τολμούσε ποτέ να την κοιτάξει στα μάτια.

Εγώ όταν γλιστρούσαμε στις κατηφόρες, μπορεί και να έκλαιγα, αλλά φώναζα κι ένα γιούπιιιι!

Αυτός μόνο “βοήθεια” ήξερε να φωνάζει.

Σ’ άφηνε να ταξιδέψεις, όπου ήθελες, αλλά δε σου έκανε παρέα. Σε πληροφορούσε μόνο για τους κινδύνους του ταξιδιού.

Ο Αντρέας έψαχνε απεγνωσμένα να βρει ένα καταφύγιο ν’ αράξει. Μια σπηλιά να ζαρώσει μέσα και να προστατευτεί.

Εμένα η αγάπη μου δεν ήταν σπηλιά.

Ένας ήλιος ήταν, που έκαιγε το πουκάμισό του, για να ζεσταθεί.

–              Θα χαθούμε. Θα φθαρούμε. Θα πονέσουμε, έλεγε συνεχώς.

–              Η αγάπη δεν είναι ασπίδα;

–              Η αγάπη είναι μια ακόμα υποκρισία. Στην πραγματικότητα ψάχνουμε να βρούμε κάποιον, που να φοράει το ίδιο νούμερο με το είδωλό μας. Μόνο τον εαυτό μας αγαπάμε τελικά. Όλα τ’ άλλα είναι ψέματα.

–              Θέλεις να πεις πως δε μ’ αγαπάς; Πως εγώ είμαι απλώς μια κούκλα βιτρίνας που φοράω το είδωλό σου;

–              Τίποτα δε θέλω να πω. Έχουμε καιρό, θα δούμε. Γιατί βιάζεσαι πάντα, Θεανώ;

***

Αλκυόνη Παπαδάκη – Βαρκάρισσα της χίμαιρας

Αντικλείδι , http://antikleidi.com

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -