Τζόρτζιο Αγκάμπεν: O ιστορικός χρόνος στην ελληνική αρχαιότητα


Ο Ιταλός στοχαστής Τζόρτζιο Αγκάμπεν (Giorgio Agamben), επιχειρεί μια γρήγορη αναδρομή στις αντιλήψεις του δυτικού πολιτισμού για το χρόνο της Ιστορίας από την αρχαιότητα ως σήμερα

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

Η ανθρώπινη νόηση, καθώς διαθέτει την εμπειρία του χρόνου, όχι όμως αντίστοιχα και την παράστασή του, παριστάνει αναγκαστικά τό χρόνο μεταχειριζόμενη χωρικές εικόνες. Ή αντίληψη που έχει γιά τό χρόνο η ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα είναι κατά βάση κυκλοτερής και συνεχούς τύπου.

«Κατεχόμενος από μιαν ιδέα σαφήνειας πού εξομοιώνει τό αυθεντικό και πλήρες Είναι με κείνο πού είναι καθαυτό και μένει ταυτόσημο προς εαυτόν, με τό αιώνιο δηλαδή και τό αναλλοίωτο, ο Έλληνας θεωρεί την κίνηση και τό Γίγνεσθαι σαν κατώτερες βαθμίδες τής πραγματικότητας, όπου ή ταυτότητα δεν συμπεριλαμβάνεται πλέον —στήν κάλλιστη των περιπτώσεων— παρά υπό μορφή παραμόνιμης και διηνεκούς ιδιότητας, ήτοι υπό μορφή διαρκούς αναγωγής. Η κυκλική κίνηση, πού εξασφαλίζει τή διατήρηση των ίδιων πραγμάτων μέσ’ από τήν επανάληψη και τή συνεχή επιστροφή τους, αποτελεί τήν αμεσότερη και τελειότερη (και τήν εγγύτερη, κατά συνέπεια, στο θείο) έκφραση εκείνου πού είναι, στήν άκρα κορυφή τής ιεράρχησης, απόλυτη ακινησία» (Puech).

Στον Τίμαιο του Πλάτωνα ό χρόνος, μετρούμενος από τήν κυκλική τροχιά των ουράνιων σφαιρών, ορίζεται ως ομοίωμα της αιωνιότητας σε κίνηση:

«Ο δημιουργός του κόσμου επινόησε ένα ομοίωμα τής αιωνιότητας σε κίνηση καί, διευθετώντας κατάλληλα τον ουρανό, κατασκεύασε, από τή μία και ασάλευτη αιωνιότητα ξεκινώντας, τό ομοίωμα τούτο πού κινείται διαρκώς σύμφωνα με τούς νόμους του αριθμού και που εμείς τό αποκαλούμε χρόνο».

Ο Αριστοτέλης επανήλθε εδραιώνοντας τον κυκλικό χαρακτήρα του χρόνου, υπό την έξης έννοια:

«Να γιατί ο χρόνος φαίνεται νά είναι ή κίνηση τής σφαίρας, διότι είναι αυτή ή κίνηση που μετρά τις άλλες κινήσεις και που μετράει ακόμα και τό χρόνο. […] κι ό χρόνος επίσης φαίνεται νά είναι ένα είδος κύκλου […], ούτω σώστε τό νά λέμε ότι τα γεννημένα πράγματα συνιστούν κύκλο είναι ισοδύναμο με τό νά λέμε πώς υπάρχει ένας κύκλος τού χρόνου».

Συνέπεια πρώτη μιας τέτοιας αντίληψης είναι πώς ό χρόνος, όντας ουσιαστικά κυκλικός, δεν έχει διεύθυνση. Κυρίως-ειπείν, δεν έχει αρχή, μήτε κέντρο, μήτε τέλος· ή, καλύτερα, τα έχει μονάχα στο μέτρο όπου κυκλικά κινούμενος επιστρέφει ακατάπαυστα στον εαυτό του. ‘Όπως εξηγεί ένα μοναδικό εδάφιο από τα Προβλήματα τού Αριστοτέλη, είναι αδύνατο νά πει κανείς, από τη σκοπιά όπου βρισκόμαστε, αν εμείς είμαστε μεταγενέστεροι ή προγενέστεροι τού Τρωικού Πολέμου:

«Εκείνοι, άραγε, πού έζησαν στά χρόνια τού Τρωικού Πολέμου είναι προγενέστεροί μας, κι ως προς τούτους είναι προγενέστεροι όσοι έζησαν σε καιρούς ακόμα πιο αρχαίους, κι έτσι τραβάει τό πράγμα στο διηνεκές, με τούς ανθρώπους πού βρίσκονται πιο πίσω στο παρελθόν νά είναι πάντα προγενέστεροι των άλλων; Ή, αν αληθεύει πώς ή οικουμένη έχει μιαν αρχή, ένα μέσο κι ένα τέλος, και πώς, άμα κάνεις φτάνει στο τέλος του γερνώντας, φτάνει συνάμα καί, γιά λόγου του, νά επιστρέφει στην αρχή του, κι αν αληθεύει από την άλλη μεριά ότι τα προγενέστερα είναι τα κοντινότερα προς την αρχή πράγματα, τότε τί εμποδίζει νά είμαστε εμείς πιο κοντινοί στήν αρχή από κείνους πού έζησαν τον Τρωικό Πόλεμο; […] ’Αν ή σειρά των συμβάντων είναι κύκλος, εφόσον ο κύκλος δεν έχει πραγματική αρχή μήτε τέλος, εμείς δεν μπορούμε, εξαιτίας μιας-κάποιας μεγαλύτερης εγγύτητας προς τήν αρχή, νά είμαστε προγενέστεροί τους, ούτε κι εκείνοι μπορούν νά θεωρηθούν αρχαιότεροί μας».

Μα ο θεμελιώδης χαρακτήρας τής ελληνικής εμπειρίας τού χρόνου, πού διαμέσου των Φυσικών τού Αριστοτέλη καθόρισε γιά δυο χιλιάδες χρόνια τή δυτική παράσταση γιά τό χρόνο, είναι κι εκείνος πού δημιουργεί γι’ αυτόν ένα σημειακό, ατελεύτητο και ποσοτικοποιημένο continuum.


Έτσι, ο χρόνος ορίζεται από τον Αριστοτέλη σαν «αριθμός τής κίνησης σύμφωνα με τό πριν και τό μετά» και η συνέχειά του είναι εγγυημένη από τή διαίρεσή του σε στιγμές (το νυν, το τώρα) ανάλογες προς το γεωμετρικό σημείο (στιγμή).

Η στιγμή καθαυτή δεν είναι τίποτε άλλο παρά ή συνέχεια χρόνου, ένα καθαρό όριο που συνέχει και συνάμα διαιρεί παρελθόν και μέλλον. Σαν τέτοιο, είναι κάτι άπιαστο, του όποιου ο παράδοξος μηδενικός χαρακτήρας διατυπώθηκε από τον Αριστοτέλη στή διαβεβαίωση πώς ή στιγμή είναι πάντα «άλλη», εφόσον διαιρεί τό χρόνο στο διηνεκές, και παραταυτα η ιδία πάντα, εφόσον ενώνει τό επερχόμενο και τό περασμένο, εγγυώμενη εντεύθεν τή συνέχεια· κι ή φύση της αυτή είναι τό θεμέλιο τής εγγενούς «διαφορότητας» τού χρόνου, όπως και τού «καταστροφικού» του χαρακτήρα:

«Αφού η στιγμή είναι συνάμα τέλος και αρχή τού χρόνου, όχι μονόπλευρα, παρά τέλος τού παρελθόντος και αρχή τού μέλλοντος, καταπώς ο κύκλος είναι στο ίδιο σημείο κοίλος και κυρτός, κατά τον ίδιο τρόπο ό χρόνος θα είναι πάντοτε σε θέση ν’ αρχίζει και νά τελειώνει, γι’ αυτό και δείχνει νά είναι πάντοτε άλλος».

Η ανικανότητα τού δυτικού ανθρώπου να διαφεντέψει το χρόνο και ή συνακόλουθη ιδεοληψία του νά τον «κερδίσει» και νά τον «περάσει» έχουν τό πρώτο τους θεμέλιο σ’ αύτη τήν ελληνική αντίληψη περί τού χρόνου ως ενός ποσοτικοποιημένου και ατελεύτητου continuum φευγαλέων σημειακών στιγμών.

Μιά κουλτούρα πού διεπόταν από μιά τέτοια παράσταση τού χρόνου δεν μπορούσε νά διαθέτει σαφή και ξεκάθαρη εμπειρία τής ιστορικότητας. Τό νά υποστηρίξουμε ότι ή αρχαιότητα δεν είχε εμπειρία του βιωμένου χρόνου αποτελεί βεβαίως υπεραπλούστευση, άλλο τόσο βέβαιο παραμένει ωστόσο πώς τό πεδίο όπου οι Έλληνες φιλόσοφοι πραγματεύονται τό πρόβλημα τού χρόνου είναι πάντοτε ή Φυσική.

Ο χρόνος είναι κάτι τό αντικειμενικό και τό φυσικό πού περικλείει «εντός του» τα πράγματα ωσάν ένα εξωτερικό περίβλημα (περιέχον): κάθε πράγμα, όπως βρίσκεται μέσα σ’ έναν χώρο, έτσι βρίσκεται και μέσα στο χρόνο. Συμβαίνει με μεγάλη συχνότητα Η απαρχή τής νεωτερικής αντίληψης γιά τήν Ιστορία ν’ ανάγεται στις λέξεις με τις όποιες ο Ηρόδοτος αρχίζει τις Ιστορίες του:

«Ο Ηρόδοτος από τήν ‘Αλικαρνασσό εκθέτει εδώ τ’ αποτελέσματα τών ερευνών του, ούτω σώστε ο χρόνος νά μη σβήσει τα εγχειρήματα τών ανθρώπων…»

Είναι τον καταστροφικό του χρόνου χαρακτήρα πού οι Ιστορίες επιθυμούν νά μαχηθούν, κι αυτό πιστοποιεί τήν επί τής ουσίας ανιστορική φύση τής αρχαίας αντίληψης γιά τό χρόνο. Όπως η λέξη πού δηλώνει το ενέργημα του γιγνώσκειν (eihevai), έτσι και ή λέξη ιστορία προέρχεται από τή ρίζα id- [Fiδ-], πού σημαίνει «βλέπω».

Ίστωρ είναι, καταρχάς, ο αυτόπτης μάρτυρας, εκείνος πού είδε. Η ελληνική υπερεξουσία του βλέμματος βρίσκει κι εδώ ακόμα τήν επιβεβαίωσή της. Ο προσδιορισμός του αυθεντικού Είναι ως «παρουσία ενώπιον βλέμματος» αποκλείει μιαν εμπειρία τής ιστορίας συνιστάμενης σε ότι ήδη υφίσταται εδωνά παντοτινά, δίχως ποτέ νά εκτίθεται καθεαυτό κάτω απ’ τα μάτια μας

Τζορτζιο Αγκάμπεν – “Χρόνος και ιστορία – Κριτική του στιγμιαίου και του συνεχούς” , Ίνδικτος

by Αντικλείδι , https://antikleidi.com

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -