Η επαγγελματοποίηση της πολιτικής ως πρόβλημά της


Ένα από τα πολλαπλά και σύμπλοκα προβλήματα που καλείται να αντιμετωπίσει η πολιτική (και δεν εννοώ την πολιτική ως ταυτόσημο όρο της κρατικής-κυβερνητικής εξουσίας και του αντίστοιχου κρατικιστικού τύπου πολιτικής οργάνωσης, αλλά με την ευρύτερη ερμηνεία της, ως άσκηση στρατηγικών διαχείρισης όλων των εκφάνσεων του ανθρώπινου βίου), είναι το γεγονός ότι βρίσκεται στη φάση της επαγγελματοποιησής της.

Με την χρήση αυτού του όρου –χρήση που γίνεται πολύ προσεκτικά-, διανοίγεται η οδός που μας φέρνει πιο κοντά στην πραγματική θέαση και διερεύνηση του ζητήματος. Η πολιτική, καθίσταται προνομιακό πεδίο ενασχόλησης, βασικά, για δυο κατηγορίες προσώπων: αφενός για τους πολιτικούς και αφετέρου για τους πολιτικούς επιστήμονες, συμπεριλαμβανομένων όσων καταγίνονται με την γενικότερη συνομοταξία των κοινωνικών σπουδών.

Η ύπαρξη του φαινομένου, πιστοποιείται νομίζω, με τρεις τρόπους.

Κατά πρώτον, διαμέσου της ίδιας της λειτουργίας του πολιτικού συστήματος ως θεσμικού πλαισίου. Στις νεωτερικές κοινοβουλευτικές/ αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες, πράγματι υφίσταται διάκριση ανάμεσα στους απλούς πολίτες και τους πολιτικούς, εκ των οποίων οι τελευταίοι είναι επιφορτισμένοι με το καθήκον να ορίζουν το «καταστατικό» κίνησης και δράσης των πρώτων, ωσάν οι ίδιοι να εξαιρούνται από την κατηγορία των πολιτών και να συγκροτούν ξεχωριστή προνομιούχα, ηγέτιδα και κυρίαρχη κάστα. Το πολιτικό σύστημα λοιπόν, δημιουργεί εκτός των άλλων, αγεφύρωτα χάσματα, που σχετίζονται με όρους κοινωνικής και πολιτικής ευσυνειδησίας και ευθιξίας, μεταξύ των ατόμων που συναρθρώνουν το κοινωνικό σύνολο.

Από τη μία πλευρά, η επίσημη πολιτική εξουσία ( η εκτελεστική ως εμπράγματη αποκρυστάλλωση της ισχύος της λήψης δεσμευτικής απόφασης, και η νομοθετική ως εν δυνάμει ανάχωμα και μοχλός ελέγχου στη δράση της πρώτης) κι από την άλλη πλευρά, το πόπολο (από το λατινικό popolus=λαός), που ως άμεσα αποκλεισμένο από τις εκτελεστικές και νομοθετικές αρμοδιότητες, εξαναγκαστικά εναποθέτει τις ελπίδες του –εκχωρώντας την δύναμή του- στους εκλεγμένους «αρμόδιους», για να το αντιπροσωπεύσουν, ασκώντας πολιτική εξ ονόματός του και «υπέρ αυτού».

Ο δεύτερος τρόπος, αποτελεί στην ουσία απότοκο του άμεσο απότοκο του πρώτου. Ο de jure διαχωρισμός του συνόλου σε αυτούς που κυβερνούν και εκείνους που κυβερνώνται, επιφέρει ακολούθως, αντίστοιχες επιπτώσεις στον ψυχολογισμό της κυβερνώμενης ομάδας. Συγκεκριμένα, το πόπολο, δεν θεωρεί πως δύναται να ασκήσει την παραμικρή επιρροή πάνω στην καθεστηκυία τάξη πραγμάτων κι ως εκ τούτου, υιοθετεί συμπεριφορές γνωστού τύπου (ιδίως για το νεοελληνικά δεδομένα), έντονα ωχαδελφιστικές κι εξόχως ανεύθυνες. Συμπεριφορές, που εκδηλώνονται καθημερινά κι ενέχουν ένα πολυποίκιλο φάσμα πρακτικών, η πολιτική χροιά πολλών εκ των οποίων, ενδεχομένως ούτε που περνά από το μυαλό των ανυποψίαστων, όπως για παράδειγμα η ριψοκίνδυνη οδήγηση ή η οικολογική αδιαφορία. Από την άλλη, συμπεριφορές και τοποθετήσεις με πιο εναργές πολιτικό περιεχόμενο, που καταλήγει ωστόσο στο να μεταβάλλεται σε α-πολιτικό. Παραδείγματα αποτελούν η κοινωνική αναλγησία και η αγκίστρωση στην ιδιωτεία, η αφοριστική αντιμετώπιση της ενασχόλησης με τα κοινά, η ανάλωση σε ασημαντότητες, η μη άσκηση κριτικής και αμφισβήτησης των τεκταινομένων.

«Δεν υπάρχει λόγος να ασχοληθείς με την πολιτική» λένε αρκετοί, προσθέτοντας εν συνεχεία «τίποτα δεν αλλάζει»* φράσεις εγκληματικής παραίτησης και μεμψιμοιρίας, που ανοίγουν τον ασκό του Αιόλου για τη διαιώνιση της καθυπόταξης των μαζών από τις ολιγομελείς εξουσιαστικές δράκες.


Ο τρίτος τρόπος, αφορά όπως προλέχθηκε στην αρχή, στον χώρο της ακαδημαϊκής σκέψης και του θεμελιακού της επιστεγάσματος, του Πανεπιστημίου. Εκεί, η πολιτική πραγματώνεται ως επιστήμη ή ως φιλοσοφικός κλάδος, μπαίνει σε τυπολογίες, ταξινομείται, αναλύεται, παρατηρείται, γίνεται πεδίο επί του οποίου ρωμαλέα νεανικά και ώριμα πνεύματα καταθέτουν γνώσεις, γεννάνε ιδέες και θεωρητικά μοντέλα, με απώτερο σκοπό όχι πάντα την συλλογική προσφορά, αλλά να αναγνωρισθούν ως «μήτρες» λόγων αυθεντίας.

Προς αποφυγή τυχούσας παρανόησης, δεν παρουσιάζω την πολιτική επιστήμη ως άνευ νοήματος και σημασίας, άλλωστε αυτό θα ήταν εντελώς αυθαίρετο και ανυπόστατο. Αυτό που θίγω εν προκειμένω, είναι η ιδιοτελής ενασχόληση ορισμένων ειδικών με την πολιτική, μια ενασχόληση που δεν παρέχει γνωσιοθεωρητικά και πραξιολογικά εφόδια για το σύνολο ώστε να επισυμβεί η εποικοδομητική σχέση του με την πολιτική του, αλλά που αποτελεί εχέγγυο για την αμιγώς προσωπική σταδιοδρομία τους στο χώρο της διανόησης.

Πρέπει να καταστεί σαφές, πως η πολιτική, υπερβαίνει τη στενότητα των πολιτικών συστημάτων και πολιτευμάτων, όπως υπερβαίνει και το επιστημονικό πεδίο. Υπέρβαση εδώ, δε σημαίνει επ’ ουδενί την ακύρωση ή την απαξίωσή τους. Αντιθέτως, υποδηλώνει την αναγωγή κι ένταξή τους σε ένα ολιστικότερο δίκτυο σχέσεων νοήματος και αναπαραστάσεων. Η πολιτική, δεν εξαντλείται σε επιμέρους περιστάσεις, παρά διασχίζει όλον τον κοινωνικό ιστό και εντοπίζεται σχεδόν σε όλες τις ατομικές και συλλογικές πρακτικές.

Η επαγγελματοποίησή της επομένως, της οποίας γινόμαστε τραγικοί μάρτυρες, συνεπάγεται την συρρίκνωση και την νομοτελειακή εκμηδένιση της πολιτικής κοινωνίας. Άνθρωποι που δεν επωμίζονται την ευθύνη της ύπαρξής τους, μεταθέτοντάς την σε «επαγγελματίες», μετατρέπονται σε υπηκόους, και τότε, οποιαδήποτε συζήτηση περί ελευθερίας, στερείται περιεχομένου. Διότι η ελευθερία, προϋποθέτει την ανάληψη ευθύνης και όχι την αποποίησή της.

***

Ελευθέριος  Στάικος   

by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -