Εμμανουήλ Κριαράς – Ένα γράμμα του δασκάλου μου I. Μοσχόπουλου (1929)


Νομίζω πως δεν είναι παράταιρο σε ένα περιοδικό κατά κύριο λόγο παιδαγωγικό, που το εκδίδουν «δάσκαλοι» να δώσω για δημοσίευση ένα γράμμα παλιού μου λαμπρού δασκάλου στις δύο τελευταίες τάξεις του Β ‘ Γυμνασίου Χανίων, του Ιωάννη Μοσχόπουλου, που συχνά τον μνημονεύω σε βιωματικά μου κείμενα.

Δεν αποστέλλεται σ’ εμένα. Γράφει σ’ έναν στενό μου φίλο και μαθητή του και αυτόν, τον Πολυδεύκη Καλδή, αξιόλογο δικηγόρο αργότερα, που σπουδάζει την εποχή του γράμματος στο Παρίσι (1925). Μνημονεύεται σ’ αυτό και ένας ακόμη εκλεκτός μαθητής του Μοσχόπουλου, ο Γιώργος Σπυριδάκης, που σπούδαζε και εκείνος τότε στο Παρίσι. Το γράμμα έχει χρονολογία 10 Μαΐου 1929 και σώζεται στο αρχείο μου. Μαρτυρεί και τη σύνεση του δασκάλου μου και τη σοφία του, αλλά και τη ζωντανή αγάπη του στους μαθητές του. Δε χρειάζεται να πω πως με συγκίνηση και πάλι θυμούμαι το δάσκαλο. Τον χάσαμε, ενώ ακόμη πολλά θα μπορούσε να προσφέρει- σε ηλικία 62 χρόνων, το 1933, θύμα της ανίατης νόσου.

Ιδού το κείμενο:

Αθήναι 10/5/29

Καλέ μου Πολυδεύκη και αξέχαστε μαθητά και φίλε.

Και άλλοτε σου έγραψα, πως δεν πρέπει να με συνερίζεσαι, γιατί αργώ, όχι πια να εκτελέσω ένα χρέος κοινωνικό σ’ εκείνον, που έχει τόση καλή διάθεση να μ ’ ενθυμήται και να μου γράφη, μα και να ζήσω και να χαρώ ολίγες στιγμές πού δίνει σε κάθε ιδεολόγον άνθρωπο η ενθύμησις ζωής μέσα στον κύκλο μαθητών και νεαρών φίλων, σαν και σε, σαν τον πολυαγάπητο Γιώργο. Ας είναι και αυτό μια απόδειξις, πως δεν αρκεί η θέληση μονάχα και η δυνατή επιθυμία σε κάθε μας λογισμό που θέλομε να τον βάλουμε σε πράξη, γιατί στην εφαρμογή του σκοπού χρειάζονται και τα μέσα, δηλαδή δυνάμεις ηθικαί και σωματικαί ένας λόγος είναι βέβαια: φθάνει να θέλης και θα μπορέσης. Αυτή η γνώμη έχει και προϋποθέσεις, για να βγάζη και αληθινά συμπεράσματα’ και τα δεδομένα της είναι, πού είπα παραπάνω, αι ηθικαί και σωματικαί δυνάμεις, και αν θέλης, και πνευματικαί, αφ ’ ου και αυτές δεν είναι τίποτε άλλο παρά προϊόντα φυσιολογικών λειτουργιών.

Αν λοιπόν τώρα από τα γενικά αυτά κατέβωμε στα μερικά και συγκεκριμένα και τα κάνουμε φιλά, πού λέει ό λόγος, θα Βάλης στο νου σου, πώς τα χρόνια περνούν, μα μαζί μ ’ αυτά περνούμε και μείς, και το χειρότερο, ενώ  εκείνα ξαναγυρίζουν πάλι τα ίδια και αμετάβλητα με τις βαρυχειμωνιές των και τις λουλουδένιες άνοιξες, εμείς περνούμε, μα πιο σκυφτοί, πιο αργοκίνητοι με στεφάνια ολόασπρων λουλουδιών, πού είναι έτοιμα στο φυλλορρόημα, όπως λέει και ό πατέρας της ποιήσεως, «οιη φύλλων γενεή, τοιήδε και ανδρών».

Μη ξεχνάς, καλό και ευγενικό μου παιδί, πώς εκτός από την επίδρασιν αυτή την αναπόφευκτη τού χρόνου, εγώ είχα και ανιστόρητες ηθικές επήρειες πού, χωρίς να θέλω, μου συνέτριφαν και εμάραναν τη δύναμι για τη χαρά της ζωής, όπως την εννοούσα εγώ και την αναλήφθηκα και της είχα δώσει μια ορισμένη κατεύθυνση, αφ ’ ου επλανήθηκα σαν άνθρωπος μέσα στα πολυδαίδαλα μονοπάτια τού λαβυρίνθου, πού τον λένε Κοινωνική Ζωή. Και τώρα πού με σπασμένα φτερά και με δακρυσμένα μάτια, γυρίζω πίσω και κυτώ τα πρώτα μου παλάτια, καταλαβαίνω πώς ή όλη Ζωή είναι ανέβασμα, ή καλύτερα να πω, μια προσπάθεια στο ανέβασμα για το μαγικό και κρυστάλλινο παλάτι της ονειροφάνταχτης βασιλοπούλας, που κοιμάται μέσα στο ανέσπερο γαλάζιο· την λικνίζει γλυκά η αλήθεια, τη νανουρίζει παναρμόνια το αριστοτεχνικό σύμπλεγμα της ’Ηθικής με τη βασίλισσα Δικαιοσύνη εμπρός και τις άλλες ’Αρετές κατόπιν και την ραίνει λουλούδια μοσχομύριστα και μεθυστικά η εμορφιά.

Σ’ αυτό το πέταμα λαχτάρησα, και σ’ αυτό παρακίνησα όχι μόνο τα παιδιά μου, που είναι το ήμισυ της ψυχής μου, αλλά και τα άλλα, που τα φέρε η μοίρα κοντά μου, σαν μαθητές, σαν φίλους, σαν το άλλο ήμισυ της ψυχής μου. Ηθέλησα με τη μικρή μου δύναμη, αυτό το σπόρο να ρίξω στις απαλές ψυχές των να δείξω πως τον φαντάζομαι εγώ το μύθο του Προμηθέα και ας καρφώθηκε στον Καύκασο να δείξω, γιατί ο αστρογείτονας Αριστοτέλης την λέγει την αρετή «πολύμοχθον θήραμα βροτοίς»· πως καθένας μας θ’ ανεβαίνει σ’ αυτή την κατεύθυνση, με καλοσύνη, με αλήθεια, με Εμορφιά και ας πέση· καθένας οπού ετάχθη, ή υπ ’ άλλον ταχθή, θα μένη χωρίς να υπολογίζη μήτε άλλο εμπόδιο μήτε και θάνατο προτού Αισχρού, όπως έλεγεν ό μακάριος Σωκράτης. Όχι μόνο πολιτική ελευθερία, αλλά και ψυχική, πού μόνο δίνει την αληθινή Ευδαιμονία και έχει ως προϋπόθεση την Ευψυχία. Ό ’Αγώνας αυτός θα δώση την αληθινή Χαρά και τη γαλήνη, τη Στωική αταραξία, όπως δικαίως την ώριζαν οι μεγάλοι εκείνοι φιλόσοφοι «Ανδρεία εστίν αρετή εν τοις υπομενετέοις, Σωφροσύνη εν τοις αιρετέοις, Δικαιοσύνη δε εν τοις πρακτέοις».

Ακούραστοι τώρα και σεις και άλκιμοι πεζοπόροι δεν αμφιβάλλω, πώς αύριο παίρνοντας δύναμι από τα τόσα μαγοβότανα, πού σάς δείχνουν γύρω σας κόσμος ακουσμένοι Δάσκαλοι, και πίνοντας το αθάνατο νερό της Γνώσις και της Σοφίας, πού τρέχει γάργαρο στον πολύκρουνο Όλυμπο του Παρισιού, θα γίνετε γλυκόλαλα αηδόνια να συνεπάρετε με τον ανήκουστο σκοπό σας ρίχνοντας στις πονεμένες ψυχές τού άψυχου ’Έθνους μας βάλσαμο υγείας ροδομάγουλης και ευρωστίας Ψυχικής θα γίνετε όχι κομποφακελλορρήμονες σοφισταί ψεύτικων ιδανικών, οχι κραγέται κολοιοί, αλλά τανυπτέρυγες, μηδέ γένος πατέρων αισχυνέμεν, μα, να το πω; -ας μου το επιτρέψη η συγκαταβατική σας αγάπη- ευγενικά παιδιά, «μηδέ την μικράν διδασκαλίαν μου και τας χρηστάς ελπίδας διαψεύδειν».

Ξεύρω, πως η αγάπη σου και τού καλού Γιώργου, θα παραβλέψη, αν μερικές ιδέες μου δεν πολυχρονίζονταν είπα και στην αρχή’ δεν έχει πια ο ήλιος, που βασιλεύει την παλιά του δύναμη να ζωογονή, μα δίνει μιά χλιαρά ατμόσφαιρα, πού ναρκώνοντας τις δυνάμεις σέ φέρνει σε κάποια έκσταση και βλέπεις οράματα και ξυπνά γλυκερές ενθύμησες · αν κατώρθωσα αυτό, θα είναι δι ’ εμέ αρκετή ικανοποίησης · εζησα ολίγες στιγμές αξέχαστες για μένα  εύχομαι τα ίδια και για σάς. Την καλήν σου μητέρα δεν κατόρθωσα ακόμη να ίδώ· επιφυλάσσομαι να το πράξω και θα το πράξω. Φίλησέ μου το Γιώργο. Ο Δημητρός και ο Κώστας σας έχουν θερμά φιλιά.

Με άμετρη αγάπη Κ. Μοσχόπουλος

Μυκάλης -17

Ευχαριστώ θερμότατα για το βιβλίο του Μπερξονισμού.

***

Το γράμμα γράφεται στην Αθήνα, όπου έχει μετατεθεί ο εκπαιδευτικός Μοσχόπουλος. Είχε έρθει στα Χανιά με την ταλαιπωρημένη οικογένειά του ως πρόσφυγας από τη Σμύρνη, όπου δίδασκε στην «Ευαγγελική Σχολή». Προσθέτω ότι ο Μοσχόπουλος ήταν στενός φίλος του πολύ νεότερου του Δημήτρη Γληνού, Σμυρνιού και αυτού. Πρέπει να είχε γεννηθεί το 1871. Στα Χανιά δίδαξε κατά τα χρόνια 1922-1926 ή 1927.

***

Ανάτυπο  Ελλωτία. Από την ετήσια έκδοση δήμου Χανίων. 

Ιστορικό Αρχείο Α.Π.Θ. – Ι.Ν.Σ. – Ίδρυμα Μ.Τριανταφυλλίδη. Δωρητής: Εμμανουήλ Κριαράς

Αντικλείδι , http://antikleidi.com

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

Συναφές: 

Εμμανουήλ Κριαράς, ετών 107: Δεν θέλω να ζήσω άλλο

Leave a Reply