Edith Hamilton: Αθάνατη Ελλάδα – H Απληστία


ΤΟ ΕΤΟΣ 431 π.Χ.

Η Αθήνα, κοσμοκράτειρα στη θάλασσα.

Η Σπάρτη, παντοκράτειρα στην ξηρά.

Δυο μεγάλες δυνάμεις, όπως θα λέγαμε σήμερα, που αλληλοβλέπονται και πιάνονται στα χέρια για να διαφεντέψουν το χώρο τον Ευρωπαϊκό. Και πίσω τους, σατανική, πελώρια, μια τρίτη δύναμη, Ασιατική, επίβουλη, που είχε κι αυτή πατήσει λίγο το πόδι στην Ευρώπη και που το ξέρει πώς μπορεί περισσότερο να προχώρηση προς τα μέσα, αν βάλει τις άλλες δυό, τις Ευρωπαϊκές Δυνάμεις νʼ αλληλοφαγωθούνε. Λένε οι σύγχρονοι ιστορικοί, πώς η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, πώς είναι κάτι σαν τη Γεωλογία, και ακολουθεί τη ροή του χρόνου, και πώς δουλειά μας δεν είναι νʼ αντλήσουμε απʼ αυτήν διδάγματα, αλλά μονάχα πληροφορίες.

Αν ο Θουκυδίδης τα πίστευε όλα αυτά, δε θα είχε γράψει ποτέ το μεγαλύτερο ιστορικό έργο των αιώνων. Μα την πληροφορία, για χάρη και μόνο της πληροφορίας, του ρεπορτάζ δηλαδή, δεν την είχαν περί πολλού οι αρχαίοι Αθηναίοι. Γι αυτούς η γνώση άξια είχε μόνο αν γινότανε κανόνας ζωής, αν βοηθούσε μ άλλα λόγια τους ανθρώπους να αποφεύγουν το άδικο και να κάνουν το σωστό.

Ο Θουκυδίδης έγραψε την ιστορία του, γιατί πίστευε πώς κάποια ωφέλεια θα είχαν οι κατοπινοί αν διάβαζαν για τούτο το καταστρεπτικό αλληλοφάγωμα, όπως κάποια ωφέλεια έχουν οι γιατροί, όταν διαβάζουν την περιγραφή και τα συμπτώματα μιας θανατερής επιδημίας.

Έλεγε ο Θουκυδίδης, πώς μια και το ανθρώπινο μυαλό είναι σαν το ανθρώπινο κορμί και δεν αλλάζει, έτσι και οι περιστάσεις που δημιουργεί τούτο το μυαλό, είναι πολύ ενδεχόμενο να επαναληφθούνε, εκτός κι αν βρεθεί κανένας να θυμίσει πώς τέτοιες πράξεις στο παρελθόν είχαν οδηγήσει σε μεγάλες συμφορές. Όταν γνωρίζουμε καλά τα αίτια κάποιας συμφοράς, λέει, θα μπορούμε ωραιότατα να φυλαγόμαστε από μια παρόμοια:

«Λείπουν βέβαια από τούτη τη διήγηση οι πολλές ιστορίες κι αυτό ίσως να την κάνει λιγότερο ελκυστική. Μα θα είμαι ευχαριστημένος να θεωρηθεί χρήσιμη σε κείνους πού θέλουν να γνωρίζουν την καθαρή αλήθεια για ορισμένα γεγονότα, πού συνέβησαν και πού είναι στη φύση την ανθρώπινη να ξανασυμβούν με τον ίδιο τρόπο. Δεν έχει γραφή αυτή η ιστορία για τούτη τη στιγμή, μα για όλους τους καιρούς».

Κι όμως, ο ιστορικός αυτός, πού έτσι καταλάβαινε την αποστολή του, ήτανε σύγχρονος των γεγονότων που περιέγραφε, πράγμα πού δε συμβαίνει πάντα με τους ιστορικούς.

Ο Θουκυδίδης ήταν ένας από τούς Αθηναίους Στρατηγούς, στα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου, μα πάνω στον δέκατο χρόνο τα φέρε η τύχη να τον εξορίσουν κι έτσι, αναγκαστικά, άφησε το σπαθί και πήρε το καλάμι. Ποια ήταν η ατυχία του; Μας τη λέει μόνος του: Έστειλε τότε ο στρατηγός μήνυμα στον άλλο διοικητή της περιοχής, τον Θουκυδίδη, υπό του Ολόρου , συγγραφέα αυτής της ιστορίας, που ήταν μακριά, μισής ημέρας πλου, απ την Αμφίπολη-, και του είπε να ʼρθει να βοηθήσει. Σύγκαιρα τότε εκείνος, έκανε πανιά με τα εφτά καράβια πού ήταν γύρω του και πάσχισε να φτάσει πριν να συνθηκολόγηση η Αμφίπολη. Μα οι πολίτες δεν περίμεναν κι υπόγραψαν ειρήνη. Την ίδια εκείνη εσπέρα, έφτασε ο Θουκυδίδης με τα πλοία του.


Αλίμονο, έφτασε αργά.

Και επειδή οι Αθηναίοι το χαν πάντα σύστημα να τιμωρούν τούς αξιωματικούς πού ατύχησαν, τον πήρε κι αυτόν το σχέδιο. Τιμωρήθηκε, εξορίστηκε, έγινε πια «αμερόληπτος παρατηρητής».

«Χάρη στην εξορία μου», γράφει, «μπορούσα πια να παρακολουθώ με ψυχραιμία τη ροή των γεγονότων».

Μα ήτανε τάχα δυνατό, να είναι αμερόληπτος, αυτός, ο χτεσινός στρατηγός των Αθηναίων, και να βλέπει πια με το ίδιο μάτι και τη δική του παράταξη και τους παλιούς του τους εχθρούς; Μπορούσε, μια χαρά! Γιατί τον Πελοποννησιακό Πόλεμο ο Θουκυδίδης δεν τον έβλεπε σαν διαμάχη δύο μικρών Ελληνικών πόλεων. Τον αντίκριζε κάτω από το πρίσμα της αιωνιότητας.

Κάτω απʼ αυτή τη συγκεκριμένη σύγκρουση, ο Θουκυδίδης προσπαθούσε ν άνευρη μια παγκόσμια αλήθεια. Να δει τι ακριβώς είναι ο πόλεμος, γιατί γίνεται, πως γίνεται και πώς θα εξακολουθήσει να γίνεται, αν οι άνθρωποι δεν βρουν κάτι καλύτερο, να τον αντικαταστήσουν. Αυτή είναι, στην ουσία της, η «Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου».

Ο πόλεμος, καθώς είπαμε, άρχισε το 431.

Κάτι ασήμαντες μικροδιαφορές, η μια μετά την άλλη, οδήγησαν σε μια θανάσιμη σύγκρουση, που ήταν γραφτό ν’ αδυνατίσει και τους δύο εμπόλεμους. Ο Αριστοφάνης βέβαια το ρίχνει στο αστείο:

Ο Ολύμπιος Περικλής με οργή από τότε άστραφτε, βρόνταε και όλη την Ελλάδα την έφερε άνω κάτω. . . («Αχαρνής»)

Αυτό, φυσικά, δεν το παραδέχεται ο Θουκυδίδης. Η πραγματική αιτία του  πολέμου, λέει, δεν ήταν μια ασήμαντη αφορμή, εξέγερση μιας μακρινής αποικίας, η παραβίαση μιας δευτερεύουσας συνθήκης αλλά κάτι βαθύτερο, γερά ριζωμένο στην ανθρώπινη φύση. Ήταν το αίτιο του κάθε πολέμου: απληστία.

Η δύναμη, λέει ο ιστορικός, και αυτό πού εδραιώνει τη δύναμη, ο πλούτος, δημιούργησαν την απληστία για περισσότερο πλούτο και περισσότερη δύναμη. Δεν ήταν διαφορετική, η Αθήνα και η Σπάρτη στην ύφη τους, επειδή η μια ήταν δημοκρατία και η άλλη ολιγαρχία. Η δύναμη δεν έχει δίκιο κι άδικο, και ο πόλεμος αυτός δεν ήταν σύγκρουση ιδεών, ήταν σύγκρουσή δυνάμεων.

Ένας ιστορικός πού έζησε καμιά διακοσαριά χρόνια αργότερα, ο Πολύβιος, μας δίνει μια θαυμάσια σύμπτυξη της βασικής θεωρίας του Θουκυδίδη σχετικά με τον Πόλεμο. Η ιστορία του ανθρώπινου γένους, λέει, είναι ένας κύκλος, που τον διατηρεί σε κίνηση το ξεχείλισμα της δύναμης. Ο τροχός αρχίζει να γυρίζει με κείνους τούς παλιούς πρωτόγονους τυράννους όσο περισσότερη δύναμη έχουν, τόσο περισσότερη γυρεύουν, ώσπου σε μια στιγμή αναπόφευκτα ξεσηκώνεται ή αντίδραση.

Μια ομάδα Ανθρώπων πού με την ένωση αποκτά δύναμη δική της, κατακτά την εξουσία. Μα κι αυτοί δεν μένουν ευχαριστημένοι για πολύ. Με τη σειρά τους καταπατούν δικαιώματα άλλων, πού κι αυτοί κάποτε επαναστατούν και ξεσηκώνουνε και το λαό μαζί τους. Έτσι η Δημοκρατία διαδέχεται την Ολιγαρχία. Αλλά μια ισχυρή Δημοκρατία εγκυμονεί τόσους κινδύνους, όσους και μια ισχυρή Ολιγαρχία. Η πολλή δύναμη γεννά τη διαφθορά και την περιφρόνηση προς το νόμο, ώσπου κάποιος, ένας, εμφανίζεται και υπόσχεται να βάλει τάξη σ όλα αυτά.

Ο κάποιος αυτός, με τον καιρό, αποκτά δύναμη και η δύναμη φέρνει την απληστία, κι ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται.

Τραγικά τα διδάγματα αυτής της αέναης διαδοχής, μας λέει ο Θουκυδίδης. Ο Πελοποννησιακός πόλεμος αποδεικνύει κάτι πολύ σοβαρό: πως η μεγάλη δύναμη αυτοκαταστρέφεται. Η θριαμβευτική ακμή της Αθηναϊκής παντοκρατορίας γκρεμίζεται απότομα. Το «θαλάσσιον κράτος» αποδεικνύεται πώς παραήταν δυνατό, και έφτασε σε μια κατάχρηση δυνάμεως, πού με τη σειρά της οδήγησε σε μια συντριπτική διάλυση. Ως εκεί μόνο, στον καιρό του, έβλεπε ο Θουκυδίδης.

Εμείς τώρα, μπορούμε να δούμε και μακρύτερα.

Δεν έσβησε μόνο η Αθηναϊκή Δημοκρατία με τον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Έσβησαν, χάθηκαν, διαλύθηκαν οι ελπίδες για την πρόοδο της ανθρωπότητας ολόκληρης, και χρειάστηκαν αιώνες για να ξαναφτάσει ο Ευρωπαίος εκεί που είχε .σταματήσει ο Αρχαίος Έλληνας. Ή όλη πολιτική εξέλιξη των Αθηνών, από τις αρχές του 6ου αιώνα, ήταν μια προσπάθεια αποφυγής της υπερβολικής πολιτικής εξουσίας. «Οι δυνατοί», λέει ο Σόλων, «αποτελούν κίνδυνο για την πόλη».

Την προσπάθεια αυτή τη βλέπουμε και αργότερα μετά τούς Μηδικούς πολέμους, όταν η Αθηναϊκή Δημοκρατία παραδίδεται πια, νικηφόρα, στην απόλαυση της χαράς της ζωής. Η Αθήνα παραμένει πιστή στην αρχή του πολιτικού μέτρου, όπως φαίνεται και από το διάλογο τού Θησέα με τη μητέρα του, στις «Ικέτιδες» του Ευριπίδη. Είναι προστάτης αδυνάτων η Αθήνα, φρουρός των νόμων και της ελευθερίας.

Ας συγκρίνουμε όμως το χωρίο αυτό με τα όσα λέει ο Περικλής μερικά χρόνια αργότερα προς τούς Αθηναίους:

«μηδ νομίσαι περὶ ἑνὸς μόνου, δουλείας ἀντ’ ἐλευθερίας, ἀγωνίζεσθαι, ἀλλὰ καὶ ἀρχῆς στερήσεως καὶ κινδύνου ὧν ἐν τῇ ἀρχῇ ἀπήχθεσθε. [2.63.2] ἧς οὐδ’ ἐκστῆναι ἔτι ὑμῖν ἔστιν, εἴ τις καὶ τόδε ἐν τῷ παρόντι δεδιὼς ἀπραγμοσύνῃ ἀνδραγαθίζεται· ὡς τυραννίδα γὰρ ἤδη ἔχετε αὐτήν, ἣν λαβεῖν μὲν ἄδικον δοκεῖ εἶναι, ἀφεῖναι δὲ ἐπικίνδυνον».

Ίσως να μη τα βλέπανε έτσι τα πράγματα, οι Αθηναίοι εκείνοι, που είχαν λάβει μέρος στα Μηδικά. Γι αυτούς η καταπληκτική νίκη τους, ήταν απόδειξη πώς μια θεία Δικαιοσύνη βασιλεύει στον κόσμο και πως χάρη σ αυτή τη Δικαιοσύνη, ο δίκαιος ποτέ δεν κατακτάται και ο άδικος, όσο δυνατός κι αν είναι, τιμωρείται. Η αυταρχική αλαζονεία ήταν αμάρτημα για τους πρώτους Αθηναίους, και όχι μόνον ο Σόλων, όπως είπαμε, διδάσκει πώς ή γήινη δικαιοσύνη καθρεφτίζει τη θεία δικαιοσύνη, αλλά κι ο Αισχύλος έγραφε πώς το χρυσάφι ποτέ δεν είναι καταφύγιο, και δεν προστατεύει κείνους πού περιφρονούν το βωμό της θείας δίκης.

athanati_ellada

Edith Hamilton – Αθάνατη Ελλάδα: η ελληνική συνεισφορά στον δυτικό κόσμο.

Αντικλείδι , http://antikleidi.com

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

Συναφές: 

Jacqueline de Romilly – Η ηπιότητα στην αρχαία ελληνική σκέψη