Το εξαίσιο πτώμα

Το εξαίσιο πτώμα γεννήθηκε, αν θυμόμαστε καλά (κι αν αυτή είναι η σωστή έκφραση), γύρω στα 1925 στο παλιό σπίτι της Rue du Chateau 54, που έχει πια γκρεμιστεί.

Εκεί ο Μαρσέλ Ντυαμέλ, πολύ πριν αφοσιωθεί στη μελέτη της αμερικανικής λογοτεχνίας, κέρδιζε αρκετά από την παραξενιά (αν όχι εκκεντρικότητα) του να συμμετέχει στην ξενοδοχειακή βιομηχανία, για να μπορεί να φιλοξενεί τούς φίλους του Ζακ Πρεβέρ και ’ΥΒ Τανγκύ, που δεν είχαν ακόμα διαπρέψει σε τίποτε άλλο έκτος από την τέχνη του ζειν και που έδιναν παντού ζωή με τη φοβερή τους ζωντάνια. Για κάποιο διάστημα, έμεινε εκεί και ο Μπενζαμέν Περέ. ο απόλυτος αντικομφορμισμός και η καθολική αμφισβήτηση ήταν εκεί μέσα ο κανόνας, και το κέφι που βασίλευε ήταν ανεξάντλητο.

Ήταν η εποχή της απόλαυσης και μόνο της απόλαυσης. Σχεδόν κάθε βράδυ μαζευόμαστε γύρω από το τραπέζι, όπου η λεπτή γεύση του Chateau-Yqeum καταδεχόταν να ανακατευτεί με άλλα το ίδιο τονωτικά τοπικά ποτά.

Όταν η κουβέντα — πάνω στα γεγονότα της ημέρας ή σε προτάσεις για διασκεδαστική ή σκανδαλώδη παρέμβαση στη ζωή του καιρού — έπεφτε, το ρίχναμε στα παιχνίδια· γραφτά παιχνίδια πρώτα, φτιαγμένα έτσι ώστε τα στοιχεία της γλώσσας να αλληλοχτυπιούνται με τον παραδοξότερο δυνατό τρόπο και η ανθρώπινη επικοινωνία, ξεστρατισμένη από την αρχή, να πέφτει στην πιο πρόσφορη για περιπέτεια διάθεση. Από κει και υστέρα, δεν εκδηλωνόταν καμιά προκατάληψη (ακριβώς το αντίθετο μάλιστα) ενάντια στα παιδικά παιχνίδια, για τα όποια ανακαλύπταμε και πάλι τον παλιό ενθουσιασμό, αν και αρκετά μεγεθυμένο.

Έτσι, όταν αργότερα καθίσαμε να εξηγήσουμε αυτό που μας φάνηκε μερικές φορές συνταρακτικό σχετικά με τις συναντήσεις μας σ’ αυτό το χώρο, δε δυσκολευτήκαμε να συμφωνήσουμε ότι η μέθοδος εξαίσιο πτώμα δε διέφερε αισθητά από τη μέθοδο «consequances».* Και τίποτα πιο εύκολο βέβαια από το να μεταφέρουμε τη μέθοδο αυτή στο σχέδιο, χρησιμοποιώντας το ίδιο σύστημα τού διπλώματος και κρυψίματος.

Ομαδικό παιχνίδι που παίζεται ως έξης: κάθε παίχτης με τη σειρά γράφει, πάνω στο ίδιο χαρτί, μια φράση που αρχίζει με μια προκαθορισμένη λέξη (λ.χ., γι’ αυτό, τότε, επειδή, κ.λπ.) και μετά διπλώνει το χαρτί ώστε ο επόμενος να μη βλέπει τί έχει γραφτεί προηγουμένως. Στο τέλος, το διαβάζουν όλο μαζί σαν ενιαίο κείμενο. (Σ.τ.μ.)

ΕΞΑΙΣΙΟ ΠΤΩΜΑ:

Παιχνίδι με διπλωμένο χαρτί για πολλά άτομα, που γράφουν μια πρόταση ή σχεδιάζουν κάτι χωρίς να βλέπει κανείς την προηγούμενη συνεργασία ή συνεργασίες. Το κλασικό πια παράδειγμα, που έδωσε στο παιχνίδι το όνομά του, είναι αποτέλεσμα της πρώτης φράσης που βγήκε μ’ αυτόν τον τρόπο: Το εξαίσιο-πτώμα-θα πιει-καινούργιο-κρασί.

Στα 1925-30, μερικοί κακοπροαίρετοι κριτικοί απέδειξαν ακόμα μια φορά την άγνοιά τους όταν μας κατηγόρησαν πώς διασκεδάζαμε με τέτοια παιδιάστικα παιχνίδια, ενώ ταυτόχρονα εκφράζαν τις υποψίες τους πώς φτιάξαμε αυτά τα τέρατα μέρα μεσημέρι, ο καθένας μόνος του, και με αρκετό κόπο. Στην πραγματικότητα, εκείνο που ενθουσίαζε εμάς σ’ αυτά τα έργα ήταν η βεβαιότητα ότι, καλώς ή κακώς, δεν μπορούσαν να φτιαχτούν από ένα μυαλό μόνο, και το ότι πρόσφεραν πολύ μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων, πράγμα πρωταρχικό για την ποίηση. Τέλος, με το εξαίσιο πτώμα, είχαμε στη διάθεσή μας έναν αλάθητο τρόπο για να κρατάμε μακριά το κριτικό μας πνεύμα και να απελευθερώνουμε εντελώς τη μεταφορική ενέργεια τού νου μας.

Όλα αυτά ισχύουν τόσο στο εικαστικό όσο και στο λεκτικό πεδίο. Πρέπει να προσθέσουμε ότι καθ’ οδόν βρεθήκαμε αντιμέτωποι με ένα σοβαρό αίνιγμα που προέκυψε από τη συχνή εμφάνιση στοιχείων με παρεμφερή συνειρμική προέλευση στη διάρκεια της συλλογικής κατασκευής μιας φράσης ή ενός σχεδίου. Το φαινόμενο αυτό δεν προκάλεσε μόνο μια ζωηρή εναλλαγή ακραίων πολλές φορές συγκρούσεων, άλλα ενίσχυσε και την άποψη της ύπαρξης επικοινωνίας ανάμεσα στους παίκτες — χωρίς λόγια αλλά με κύματα. Το φαινόμενο αυτό θα πρέπει οπωσδήποτε να περιοριστεί στα θεμιτά του όρια με τον υπολογισμό των πιθανοτήτων πάντως, πιστεύουμε πώς η επικοινωνία αυτή τείνει να επιβεβαιωθεί σαν γεγονός.

Εξαιτίας της προκαθορισμένης απόφασης μας να συνθέσουμε μια μορφή, τα σχέδια που έχουν γίνει με την τεχνική εξαίσιο πτώμα φέρνουν τον ανθρωπομορφισμό στο απόγειο του και τονίζουν τρομακτικά τη ζωή των αντιστοιχιών που ενώνει τον εξωτερικό με τον εσωτερικό κόσμο. Τα σχέδια αυτά εκπροσωπούν την ολοκληρωτική άρνηση της γελοίας προσπάθειας μίμησης των φυσικών χαρακτηριστικών, στην οποία ένα μεγάλο και ιδιαίτερα συζητήσιμο μέρος της σύγχρονης τέχνης είναι ακόμα αναχρονιστικά υποδουλωμένο. “Ας ελπίσουμε πώς το ξύπνημα κάποιας λυτρωτικής απείθειας θα αντιταχτεί στη σημερινή “μεγάλη στολή” αυτής της τέχνης, θα θίγει από την παντελή της έλλειψη χιούμορ και θα την οδηγήσει σε μια λιγότερο υποτυπώδη αίσθηση των μέσων της.

***

Από το Le Cadavre Exquis: Son Exaltation, 1948 – Αντρέ Μπρετόν

Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Συναφές: 

Οι δρόμοι του σουρεαλισμού

Αντρέ Μπρετόν – Τι είναι η Απελπισία