Ρίτσαρντ Γ. Μπούλιετ – Κυνηγοί, βοσκοί και χάμπουργκερ

wolfdoganimalΕπειδή τα ζωικά θέματα είναι κάπως βαρετά, είναι καλύτερα να μιλήσουμε για σεξ και αίμα. Θα μπορούσε ν’ αρχίζει έτσι αυτή η παρουσίαση, μιας και κάπως έτσι ξεκινάει το ίδιο το βιβλίο, μ’ έναν απροσδόκητο συσχετισμό ανάμεσα στη γοητεία που ασκούν οι σεξουαλικές και αιματηρές φαντασιώσεις και την ψυχολογική και σωματική αποξένωση από τα ζώα που μας θρέφουν και μας ντύνουν.

Όμως θ’ απογοητεύσω αυτές τις προσδοκίες και θα μιλήσω, σε πιο άχαρο και λιγότερο φαντεζί στιλ, μόνο για τις βασικές ιδέες που προτείνει τούτο το βιβλίο – ένα βιβλίο που είναι τόσο πλούσιο σε αναφορές, νύξεις και προεκτάσεις ώστε κάθε προσπάθεια για να το παρουσιάσει κανείς στο σύνολό του θα καταντούσε μάλλον χαοτική.

huntersbullietΛοιπόν, καταρχήν, το Κυνηγοί, βοσκοί και χάμπουργκερ είναι έργο ενός ιστορικού. Δεν εννοώ ότι το έργο ανήκει ξεκάθαρα στην ιστοριογραφία ή στον επιστημονικό κλάδο της ιστορίας, στο αντίστοιχο κουτάκι –στην πραγματικότητα, θα ήταν μάλλον δύσκολο να αποφασίσουμε σε ποιο ράφι να το βάλουμε, αφού ανακατεύει μεταξύ άλλων ανθρωπολογία, αρχαιολογία, ζωολογία, περιβαλλοντολογία, πολιτισμικές σπουδές, λογοτεχνία και κινηματογράφο– εννοώ ότι ο συγγραφέας δηλώνει πως μιλάει εδώ ως ιστορικός.

«Δεν παριστάνω», λέει με λίγα λόγια, «τον ερευνητή στο πεδίο των ζωικών σπουδών. Τρέφω το μεγαλύτερο σεβασμό για τα πολλά και ποικίλα επιτεύγματα των διάφορων ειδικών που έχουν ασχοληθεί με ζωικά ζητήματα, πιστεύω όμως ότι και ο ιστορικός πρέπει να παίξει το δικό του ρόλο, συνδυάζοντας μεταξύ τους τα διάφορα κομμάτια του παζλ»,

ή με άλλα λόγια στόχος του είναι η σύνθεση. Ένα απ’ τα κουσούρια των ιστορικών, «αυθαιρεσίες και τεχνάσματα» για να χρησιμοποιήσω τους δικούς του όρους, είναι ότι τεμαχίζουν την αδιάσπαστη συνέχεια του ιστορικού χρόνου σε περιόδους και βάζουν δικές τους ονομασίες σ’ αυτές τις περιόδους. Επιπλέον, τέτοιες ονομασίες ή ετικέτες στηρίζονται συνήθως σε έννοιες που έχουν εμφανιστεί εκ των υστέρων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η περιοδολόγηση των σχέσεων ανθρώπων-ζώων που επιχειρεί ο Μπούλιετ στηρίζεται σε μια έννοια που έχει ηλικία μικρότερη από διακόσια χρόνια: στην εξημέρωση (domestication).

«Δύσκολα θα μπορούσαμε να φανταστούμε κάποιον που να έζησε σε μια εποχή πριν τον Δαρβίνο και που να ήταν ικανός να συλλάβει μια ανάλογη εξελικτική ακολουθία».

Στο σχήμα του Μπούλιετ ο κορμός της, ας πούμε, «πολιτισμένης» ανθρώπινης ιστορίας είναι η εποχή του οικοσιτισμού (domesticity), η εποχή όπου η σχέση ανθρώπων-ζώων κυριαρχείται από την παρουσία των οικόσιτων, ή εξημερωμένων, ή κατοικίδιων, ζώων. Προσπερνώντας την εποχή του διαχωρισμού (την εποχή που τα ανθρώπινα ζώα ξεχώρισαν τον εαυτό τους από τα άλλα ζωικά είδη, δηλ. ανάπτυξαν μια ειδοποιό αυτοσυνείδηση, αν θέλετε να το πούμε πιο επίσημα), αυτό μας οδηγεί σ’ ένα σχήμα τριών περιόδων: πριν τον οικοσιτισμό, οικοσιτισμός, μετά τον οικοσιτισμό, ή προοικοσιτισμός-οικοσιτισμός-μεταοικοσιτισμός – και σ’ αυτές τις τρεις φάσεις αναφέρονται οι κυνηγοί, οι βοσκοί και τα χάμπουργκερ του τίτλου.

Οι προοικοσιτικοί άνθρωποι, δηλ. σύμφωνα με την καθιερωμένη ονομασία οι «κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες» (αλλά τον όρο αυτό θα τον σχολιάσουμε αργότερα), είχαν αναπτύξει μια περίπλοκη σχέση με τα ζώα, σε πνευματικό και φαντασιακό επίπεδο – αρκεί να σκεφτούμε το σαμανισμό, ή την ταξινόμηση του κόσμου, ή τις πλούσιες συμβολικές εκφράσεις που έβρισκε αυτή η σχέση. Με την εμφάνιση της κτηνοτροφίας ξεκινάει, πολύ αργά και σταδιακά στην αρχή, η παρακμή αυτού του πνευματικού σύμπαντος και η σχέση με τα ζώα επικεντρώνεται όλο και περισσότερο στις χρησιμοθηρικές πλευρές της, ώσπου, στον ώριμο πια οικοσιτισμό, τα ζώα αντιμετωπίζονται απλά σαν αντικείμενα προς εκμετάλλευση.

meat_packages_in_a_roman_supermarketΠερνώντας τώρα στους δικούς μας καιρούς, ποια είναι αυτή η αλλαγή που έγινε μπροστά στα μάτια μας αλλά δεν έχει ακόμα συνειδητοποιηθεί ή τουλάχιστον δεν έχει βρει ακόμα τους θεωρητικούς της; Δηλ. τι είναι αυτός ο μεταοικοσιτισμός; Ορίζεται, λέει ο Μπούλιετ, από δύο κυρίως χαραχτηριστικά.

Πρώτο, οι μεταοικοσιτικοί άνθρωποι ζουν σαφώς απομακρυσμένοι, σε σωματικό αλλά και σε ψυχολογικό επίπεδο, από τα ζώα που παράγουν την τροφή, το ύφασμα και τα δέρματα από τα οποία εξαρτιόνται, ενώ δεν βλέπουν ποτέ τη γέννηση, τη σεξουαλική επαφή και τη σφαγή των ζώων αυτών. Όμως, διατηρούν πολύ στενές σχέσεις με μια άλλη κατηγορία ζώων –τα ζώα συντροφιάς ή «πετ»– και αναφέρονται συχνά σ’ αυτά σα να ήταν άνθρωποι. Δεύτερο, καθώς η μεταοικοσιτική κοινωνία έχει προκύψει από οικοσιτικά προηγούμενα, εξακολουθεί να καταναλώνει ζωικά προϊόντα σε αφθονία, ψυχολογικά όμως, τα μέλη της δοκιμάζουν αισθήματα ενοχής, ντροπής και αποστροφής όποτε σκέφτονται (δηλ. όσο σπανιότερα γίνεται) τις βιομηχανικές διαδικασίες με τις οποίες τα οικόσιτα ζώα μετατρέπονται σε προϊόντα και πώς τα προϊόντα αυτά έρχονται στην αγορά.

Ένα άλλο γνώρισμα του μεταοικοσιτισμού, στο επίπεδο της θεωρίας, είναι ότι το χάσμα μεταξύ ανθρώπων και ζώων, που είχε για αιώνες θεωρηθεί βαθύ και αγεφύρωτο, γίνεται τώρα αντικείμενο συζήτησης και αμφισβήτησης.

Μέσα σ’ αυτό το ιστορικό πλαίσιο τοποθετούνται οι δικές μας σύγχρονες ευαισθησίες απέναντι στα ζώα. Από μια άποψη, είναι μια επιστροφή, σε άλλο επίπεδο, σε αρχαϊκές ευαισθησίες, στις προοικοσιτικές ευαισθησίες. Για να μην πούμε περισσότερα, αρκεί να σκεφτείτε κάποιες συμπεριφορές απέναντι στα ζώα που δείχνουν οι λαοί που μέχρι πριν λίγο καιρό τους λέγαμε «πρωτόγονους». Αυτές οι συμπεριφορές μάς φαίνονται σήμερα όχι μόνο κατανοήσιμες αλλά πολύ οικείες και συμπαθητικές, ενώ μόλις πριν εκατό χρόνια τις θεωρούσαν στην καλύτερη περίπτωση γραφικές, αν όχι ανόητες και παιδιάστικες – δείγμα ακριβώς του «πρωτογονισμού» που τους καταλογίζαμε.

Καθώς το κεντρικό σημείο στη σχέση ανθρώπων-ζώων, έτσι όπως διαμορφώθηκε ιστορικά, είναι η εξημέρωση, έχει ενδιαφέρον να δούμε λίγο τις υποθέσεις που έχουν παρουσιαστεί σχετικά με το πώς, με ποιο τρόπο, συνέβη η εξημέρωση. Ο συγγραφέας κριτικάρει τις κλασικές και θα έλεγα «ηρωικές» θεωρίες της εξημέρωσης, όπου οι άνθρωποι, ή ο Άνθρωπος με α κεφαλαίο, αποφασίζει εκ των προτέρων, σχεδιάζει ορθολογικά, την εξημέρωση του τάδε ζώου, αποβλέποντας σε συγκεκριμένα ωφελήματα, και μετά πραγματοποιεί το σχέδιό του εφαρμόζοντας μία μέθοδο που πρέπει να την πούμε επιστημονική (η περίφημη «νεολιθική επιστήμη», για την οποία μιλάει ο Λεβί-Στρος). Το ίδιο δύσπιστος δείχνεται απέναντι σε μια παραλλαγή τους, κάποιες αυστηρά ντετερμινιστικές θεωρίες (με τυπική και αρκετά γνωστή, αυτή του Τζάρεντ Ντάιαμοντ με το Όπλα, μικρόβια και ατσάλι), όπου, για να το πούμε απλουστευμένα, συνέβη ό,τι ήταν να συμβεί και δε θα μπορούσε ποτέ να συμβεί οτιδήποτε άλλο.

Ο Μπούλιετ, από τη μεριά του, πιστεύει ότι δεν αρκεί ένα μοναδικό θεωρητικό σχήμα για να ερμηνεύσει όλα τα επεισόδια εξημέρωσης και ότι πρέπει να έχουμε πάντα στο νου μας πολλαπλά πιθανά κίνητρα. Για αρχή, κάνει μια διάκριση ανάμεσα σε υλικές και συγκινησιακές χρήσεις των ζώων. Οι υλικές χρήσεις, φυσικά, πέρα από κάποιες εξειδικευμένες εργασίες όπως η έλξη και το όργωμα, έχουν να κάνουν κυρίως με τα προϊόντα των σωμάτων τους: κρέας, γάλα, αυγά, φτερά, γούνες, δέρματα, κόκαλα, κέρατα, κλπ., ενώ οι συγκινησιακές χρήσεις αφορούν τις ευαισθησίες μας –συγκίνηση, αισθητική απόλαυση, πνευματική εξύψωση– και όχι κάποια χειροπιαστή βελτίωση, πραγματική ή υποτιθέμενη, της ανθρώπινης ζωής.

Η υποψία του Μπούλιετ είναι ότι οι συγκινησιακές χρήσεις έπαιξαν πολύ μεγαλύτερο ρόλο απ’ ό,τι γενικά πιστεύεται στα πρώτα στάδια της εξημέρωσης. Κι ότι, σε πολλές περιπτώσεις, αυτές οι αρχικές συγκινησιακές χρήσεις ήταν που έκαναν δυνατές, μετέπειτα, τις υλικές χρήσεις. (Στο κάτω-κάτω, οι άνθρωποι που καταπιάστηκαν πρώτοι με την εξημέρωση των ζώων δεν ήταν ορθολογιστές επιχειρηματίες αλλά «κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες» – κι εδώ να σημειώσουμε ότι ο Μπούλιετ δεν πολυσυμπαθεί αυτή την καθιερωμένη ονομασία: «δεν είναι και τόσο του γούστου μου» λέει, «και μάλιστα με ενοχλεί κάπως επειδή μεταφέρει το αμφίβολο μήνυμα ότι αυτές οι ανθρώπινες ομάδες εστιάζουν τη σχέση τους με τα ζώα κυρίως σε ό,τι αφορά το μενού του δείπνου τους».)

breastfeedΈνα παράδειγμα είναι το γάλα.

Σύμφωνα με κάποιες παραδοσιακές θεωρίες, ένας πιθανός βασικός λόγος για την εξημέρωση ζώων ήταν το άρμεγμα. Δηλ. οι άνθρωποι εξημέρωσαν κατσίκες και αγελάδες για να μαζεύουν το γάλα τους και να το πίνουν, ή να φτιάχνουν τυρί και γιαούρτι και όλ’ αυτά τα ωραία πράγματα που φτιάχνονται με το γάλα. Τι πιο απλό και τι πιο λογικό;

Όμως, αν τα βάλουμε κάτω, υπάρχουν κάποια προβλήματα. Φαίνεται ότι το γάλα δεν ήταν και τόσο κατάλληλη τροφή για ενήλικους ανθρώπους. Ακόμα και σήμερα, μετά από τόσες χιλιετίες γαλακτοκομικού πολιτισμού, ένα σημαντικό ποσοστό ανθρώπων παρουσιάζει τη λεγόμενη «δυσανεξία στη λακτόζη» – ποσοστό που είναι σαφώς μεγαλύτερο σε περιοχές που το γάλα και τα γαλακτοκομικά δεν χρησιμοποιήθηκαν, όπως στον κινέζικο πολιτισμικό χώρο. Τα περισσότερα ενήλικα θηλαστικά, επίσης, δεν πίνουν γάλα – σχεδόν όλα, αν εξαιρέσουμε κυρίως κάποια οικόσιτα είδη, που έχουν μπει μέσα στον ανθρώπινο κύκλο. Θα ήταν άλλωστε και δαρβινική ανωμαλία, αν τα ενήλικα ζώα ανταγωνίζονταν τα βρέφη του ίδιου είδους για μια πηγή διατροφής που είναι τόσο σημαντική, και αποκλειστική, για τα ίδια τα βρέφη. Εν πάση περιπτώσει, έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι οι πρώιμοι νεολιθικοί άνθρωποι δεν μπορούσαν να πιουν γάλα – ότι θα τους πείραζε δηλ.

Από την άλλη, για ένα σωρό πραχτικούς λόγους, θα ήταν πολύ δύσκολο έως εντελώς αδύνατο να θρέφονται ανθρώπινα βρέφη με ζωικό γάλα – εννοώ να θρέφονται με επιτυχία, χωρίς να πεθάνουν. Τώρα, αν οι νεολιθικοί άνθρωποι (που είχαν στη διάθεσή τους, για οποιοδήποτε λόγο και μέσα από οποιαδήποτε διαδικασία) οικόσιτες αγελάδες ή κατσίκες δεν είχαν τη συνήθεια να μαζεύουν γάλα, π.χ. μέσα σε δοχεία ή ασκιά, είναι εξαιρετικά απίθανο να είχαν την ευκαιρία να παρατηρήσουν τη μετατροπή του, με φυσικό τρόπο, σε κάποιο φαγώσιμο γαλακτοκομικό προϊόν. Αυτή η σειρά των συλλογισμών αρκεί για να αμφισβητήσει πειστικά την παραδοσιακή οπτική που παρουσιάσαμε προηγουμένως – δηλ. ότι κάποιοι άνθρωποι μπήκαν στον κόπο να εξημερώσουν ζώα με τη σκέψη, με το σκοπό, με την πρόθεση να μπορούν μια μέρα να τα αρμέγουν και να επωφελούνται από αυτό.

Ωστόσο, αυτή η σειρά των συλλογισμών δε μας λέει γιατί στο καλό οι άνθρωποι άρχισαν όντως κάποια στιγμή να αρμέγουν τα οικόσιτα θηλυκά τους και να μαζεύουν κάπου το γάλα τους. Στο ερώτημα αυτό δεν έχουμε κάποια σίγουρη απάντηση, πάντως ο συγγραφέας προβάλλει, δειλά, την εικασία ότι μπορεί αρχικά να μάζευαν γάλα για τελετουργικούς σκοπούς – με δεδομένο ότι το γάλα είναι ένα προφανές σύμβολο γονιμότητας και ότι οι δοξασίες γύρω από τη γονιμότητα οπωσδήποτε έπαιζαν κάποιο ρόλο στον κόσμο τους.

Σε άλλες περιπτώσεις, ο Μπούλιετ προβάλλει σενάρια αυτοεξημέρωσης κάποιων ζώων (όπως ο σκύλος ή η γάτα, αλλά και το γουρούνι) μέσα από μια συμβιωτική σχέση. Στην ερμηνεία αυτή λαμβάνονται υπόψη γενετικοί παράγοντες, αλλά αυτό που πρέπει ίσως να συγκρατήσουμε είναι ότι στην κατεύθυνση αυτή τα ζώα αντιμετωπίζονται ως υποκείμενα. Ίσως όχι με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζονται οι άνθρωποι ως ενεργά υποκείμενα, αλλά ίσως όχι και με πολύ διαφορετικό – αφού, στην περίπτωση αυτή, ούτε από την πλευρά των ανθρώπων υπάρχει προμελέτη.

Κι αφού είπαμε τόσα για την εξημέρωση, ας δούμε λίγο και την αντίστροφη διαδικασία, την αναγρίωση (feralization) – όταν κάποια οικόσιτα ζώα επιστρέφουν, για οποιοδήποτε λόγο, στην άγρια κατάσταση. Ένα επιχείρημα που ακούνε συχνά όσοι βάζουν ζητήματα σχετικά με την απελευθέρωση των ζώων είναι ότι τα οικόσιτα ζώα, π.χ. τα πρόβατα, έχουν αλλάξει τόσο ριζικά, έχουν προσαρμοστεί τόσο πολύ στην αιχμάλωτη και προφυλαγμένη ζωή ώστε, αν τυχόν έμεναν ελεύθερα στη φύση, δε θα ήταν σε θέση να επιβιώσουν, «θα τα τρώγανε οι λύκοι» ας πούμε.

Ανεξάρτητα με το γεγονός ότι δεν υπάρχουν πια τόσοι λύκοι, αναγριωμένοι πληθυσμοί ζώων αφθονούν σε διάφορα μέρη του κόσμου και μάλιστα περιλαμβάνουν όλα τα οικόσιτα είδη. Υπάρχει πολύ καλή τεκμηρίωση σχετικά, καθώς το φαινόμενο αυτό παρουσιάστηκε μαζικά στο Νέο Κόσμο, ιδιαίτερα στους πρώτους αιώνες του αποικισμού (ανθρώπινου αλλά και ζωικού). Συνήθως μάλιστα υπάρχει το αντίθετο πρόβλημα, δηλ. τα καταφέρνουν τόσο καλά ώστε να αποτελούν κίνδυνο για διάφορα άγρια είδη.

Όλ’ αυτά μας οδηγούν στο ζήτημα της ιστορικότητας των ζωικών ειδών. Κάτι που θα έπρεπε να ήταν αυτονόητο, εκατόν πενήντα χρόνια μετά το Δαρβίνο, ωστόσο κάποιο είδος κοινού νου φαίνεται πως εξακολουθεί να θεωρεί τα είδη αιώνια. Ενώ οι συνθήκες αλλάζουν, και γενικά ή συχνά γίνονται χειρότερες, κι ενώ κάποια είδη εξαφανίζονται ή απειλούνται με εξαφάνιση, κάποια άλλα αλλάζουν κι αυτά και προσαρμόζονται με απρόσμενους τρόπους. Αυτή η εκπληκτική προσαρμοστικότητα (που ίσως είναι μια άλλη λέξη για την ιστορικότητα, δηλ. σε άλλο επίπεδο), αυτή η εκπληκτική προσαρμοστικότητα των ζωντανών πλασμάτων θα άξιζε να μας προβληματίσει περισσότερο.

Έγινε προηγουμένως λόγος για τα ζώα ως ενεργά υποκείμενα, μίλησα για ιστορικότητα των ζωικών ειδών (η ιστορικότητα, ένα ανθρώπινο προνόμιο σύμφωνα με την παραδοσιακή οπτική), θα μπορούσαμε επίσης να αναρωτηθούμε πόσο μπορεί να προοδεύσει η επικοινωνία με άλλα ζωικά είδη (ένα ζήτημα που έχει απασχολήσει στα σοβαρά πολλούς, π.χ. τον Τζον Λίλι σχετικά με τα δελφίνια). Τέλος, ίσως θα έπρεπε να μας απασχολήσει ο «εξανθρωπισμός» των ζώων, πέρα από τις καρικατούρες που έχει παρουσιάσει ως τώρα η λογοτεχνία, αν τυχόν η ανθρωπινότητα δεν είναι το θεϊκό χάρισμα ενός εκλεκτού είδους αλλά απλώς ένα πιο περίπλοκο στάδιο της ζωικότητας. Αλλά τώρα κινδυνεύουμε να μπούμε στο χώρο της ΕΦ (με την οποία παρεμπιπτόντως επίσης ασχολείται ο Μπούλιετ), επομένως είναι καλύτερα να σταματήσουμε εδώ.

bullietΡίτσαρντ Γ. Μπούλιετ  – Κυνηγοί, βοσκοί και χάμπουργκερ

Παρουσίαση από τον μεταφραστή, Νίκο Κούρκουλο, στη Θεσσαλονίκη, 14.9.2012

Διαβάστε περισσότεραsarantakos

Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Συναφές: 

Κλοντ Λεβί-Στρος – Αναζητώ αυτό που στην ανθρώπινη φύση είναι σταθερό και θεμελιώδες

Κατάρρευση – Γιατί μερικές κοινωνίες παίρνουν καταστροφικές αποφάσεις;

1 σχόλιοLeave a comment

  • Έτσι όπως έχουμε καταντήσει σήμερα τα περισσότερα δίποδα χρειάζονται εξανθρωπισμό, τα ζώα μια χαρά είναι.

%d bloggers like this: