Μπορεί η ευτυχία να γίνει οικονομικό μέγεθος;

Earn-Money-Online-through-Surveys

Αρκετοί είναι πλέον οι οικονομολόγοι σε διεθνές επίπεδο που θεωρούν ότι η αναζήτηση της ευτυχίας πρέπει να αποκτήσει και ξεκάθαρο οικονομικό χαρακτήρα.

Παρακολουθώντας πριν από λίγες ημέρες μια τηλεοπτική συνέντευξη του Γάλλου φιλοσόφου και πρώην υπουργού Παιδείας στη χώρα του, καθηγητή Ζαν-Λικ Φερί, με αφορμή την έκδοση του νέου βιβλίου του με τίτλο «Η καταστροφική καινοτομία», έμαθα από τον ίδιο ότι με το γνωστό οικονομολόγο Ζακ Αταλί συγγράφουν ένα βιβλίο με αντικείμενο την «αναζήτηση της ευτυχίας». Στο πλαίσιο αυτό, μου έκανε εντύπωση μια φράση του Γάλλου φιλοσόφου, ο οποίος τόνισε: «Με τον Αταλί δεν θα επιδιώξουμε να ορίσουμε την ευτυχία και να δώσουμε συνταγές για την απόκτησή της. Απλώς θα διερευνήσουμε πώς αυτή αποτελεί μια καθημερινή ικανοποίηση των ατόμων και σε ποιο βαθμό το γεγονός αυτό νοηματοδοτεί τη ζωή τους».

Φιλόδοξος στόχος

Όντως, ο στόχος είναι φιλόδοξος αλλά και σημαντικός. Αν και δεν είναι η πρώτη φορά που ο Ζακ Αταλί ασχολείται με το θέμα. Παλαιότερα, σε μια σειρά από εκπομπές, είχε κάνει λόγο για το «νόημα των πραγμάτων» και για το πώς μέσα από την αναζήτηση αυτή μια κοινωνία θα μπορούσε να δώσει περιεχόμενο και στην ευτυχία.

Μια ευτυχία που τα τελευταία χρόνια απασχολεί και την Αμερικανική Ένωση Οικονομολόγων (ΑΕΑ), η οποία, για την ευρύτερη εμβάθυνση στο θέμα αυτό, πραγματοποίησε ειδικό συνέδριο. Στη διάρκεια του συνεδρίου αυτού, γνωστοί οικονομολόγοι, όπως ο Τζέφρι Σακς, ο νομπελίστας Πολ Κρούγκμαν, ο Τίμοθι Μπέργκερ και άλλοι, εξέτασαν αν δείκτες εκτίμησης της ευτυχίας θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ). Με άλλα λόγια, αναρωτήθηκαν αν είναι δυνατή η εκπόνηση ενός δείκτη Ακαθάριστου Προϊόντος Ευτυχίας (ΑΠΕ) – με τον Τζέφρι Σακς να τονίζει ότι ένας τέτοιος δείκτης θα μπορούσε να ενταχθεί στους στόχους χιλιετίας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ).

money_tree_color

«Προστιθέμενη ευτυχία»

Με την άποψη αυτή έδειξε να συμφωνεί και μια ανερχόμενη οικονομολόγος, η Κάρολ Γκράχαμ, η οποία έθεσε επί τάπητος ζητήματα όπως η «προστιθέμενη ευτυχία» του χρόνου των μετακινήσεων, ο ρόλος της φορολόγησης των τσιγάρων στην ψυχολογία των καπνιστών, το μέγεθος της ανεργίας σε συγκεκριμένα πληθυσμιακά σύνολα, η δύναμη του επαίνου και της ευχής, η σημασία των φίλων.

Στο επίπεδο αυτό θα πρέπει να σημειώσουμε ότι το θέμα της σχέσης οικονομίας και ευτυχίας έχει έλθει στο προσκήνιο από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν η κυβέρνηση του Μπουτάν, το 2001, αντικατέστησε το ΑΕΠ με το δείκτη της Ακαθάριστης Εθνικής Ευτυχίας. Το 2008, επίσης, ο τότε πρόεδρος της Γαλλίας Νικολά Σαρκοζί δημιούργησε μια επιτροπή, υπό την προεδρία δύο κατόχων του βραβείου Νόμπελ της οικονομίας, η οποία κάλεσε σε παγκόσμια προσπάθεια για ανάπτυξη οικονομικών εργαλείων μέτρησης της ευτυχίας. Αν και η επιτροπή αυτή είχε κατηγορηθεί από τους Αμερικανούς συντηρητικούς ως μια «αριστερή προσπάθεια πλήρους εκσοσιαλισμού της ήδη άκαμπτης γαλλικής οικονομίας», τα πορίσματά της έλαβε σε κάποιο βαθμό υπόψη του ο Βρετανός συντηρητικός πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον.

Εισαγωγή σε στατιστικούς δείκτες

Ετσι, η κυβέρνησή του έχει εισαγάγει στις βρετανικές στατιστικές «δείκτες καταμέτρησης της ευημερίας» οι οποίοι, όπως αναφέρει η μη κυβερνητική οργάνωση «Ανοικτή Δημοκρατία» (Open Democracy), λαμβάνονται όλο και πιο σοβαρά υπόψη στις διάφορες οικονομικές και κοινωνικές αποφάσεις.

Από καιρό, λοιπόν, οι ασχολούμενοι επιστημονικά με το πεδίο αυτό έχουν κάθε λόγο να είναι ικανοποιημένοι, καθόσον το ενδιαφέρον τους για το ζήτημα της ευτυχίας στην οικονομία και πέραν αυτής διαμορφώνει νέους, πολύ εκτενέστερους ορίζοντες στην επιστημονική έρευνα. Οχι, όμως, χωρίς να εγείρει και αναπάντητα για την ώρα ερωτήματα με πολιτικό περιεχόμενο. Κατά τη γνώμη μας δε, το σημαντικότερο από αυτά έγκειται αφενός στον ορισμό της ευτυχίας έτσι που να είναι ο πιο κατάλληλος για την πολιτική και αφετέρου στο πώς αλλάζει ο ορισμός αυτός ανάλογα με τις διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες στις διάφορες χώρες του κόσμου.

Η δε ανάγκη να υπάρχει επιστημονική αυστηρότητα στους ορισμούς της ευτυχίας αποτελεί πραγματική διανοητική πρόκληση. Διότι στο ερώτημα «πόσο ευτυχής (ικανοποιημένος) είσαι από τη ζωή σου;» οι απαντήσεις φέρνουν στο προσκήνιο πολλές άλλες μεταβλητές, οι οποίες απαιτούν αρκετά σύνθετες συγκρίσεις. Πρόσφατες έρευνες με αντικείμενο την ευτυχία και την ευμάρεια αποδεικνύουν ότι το χρήμα δεν είναι το παν. Το βιβλίο του Βρετανού οικονομολόγου Ρίτσαρντ Λάγιαρντ με τίτλο «Ευτυχία: Μαθήματα για μια νέα επιστήμη» αποτελεί για πολλούς Ευρωπαίους πολιτικούς πραγματική Βίβλο, γιατί θέτει ένα σοβαρό ερώτημα: Πώς συμβαίνει και, ακόμα πριν από την κρίση, η δυτική κοινωνία να γίνεται λιγότερο ευτυχισμένη στο μέτρο που μεγάλωνε η ευημερία της; Παρεμφερή ερωτήματα είχαν θέσει με σημαντικές εργασίες τους οι Ρίτσαρντ Ιστερλιν, Ρόμπερτ Φρανκ και Μπάρι Σβαρτζ, με τον τελευταίο να αναρωτιέται «γιατί το λιγότερο είναι καλύτερο;».

money-cant-buy-me-love

Παροδική ικανοποίηση

Απαντήσεις στους παραπάνω επιχείρησε να δώσει ο Γκρεγκ Ιστερμπρουκ με το βιβλίο του «Το παράδοξο της προόδου», στο οποίο εξηγεί επί μακρόν γιατί η ικανοποίηση που προσφέρει μια μισθολογική αύξηση πολύ σύντομα εξαφανίζεται: για τον απλό λόγο ότι οι επιθυμίες μας αυξάνονται με τα εισοδήματά μας. «Κάποιος που έχει 50 ευρώ», αναφέρει ο συγγραφέας, «σκέφτεται ότι αν είχε 100 ευρώ θα ήταν πιο ευτυχής. Όταν όμως πετυχαίνει το στόχο αυτό, θα πρέπει να προσαρμοστεί σε μια νέα κατάσταση, όπου θα του χρειάζονται 200 ευρώ για να είναι ευτυχέστερος».

Υπάρχει, όμως, και μια άλλη παράμετρος στο πλέγμα αυτό. Πρόκειται -τονίζουν αρκετοί ερευνητές- για τη σύγκριση με τους άλλους. Έτσι -λένε- τα 100 ευρώ μας είναι αρκετά όταν οι γείτονες έχουν μόνο 50. Οταν όμως έχουν 200, τότε είμαστε δυσαρεστημένοι. Συνεπώς, σε μια κοινωνία οι πλούσιοι είναι ευτυχείς όταν βλέπουν ότι έχουν χρήματα και ευκαιρίες που δεν είναι προφανείς για όλους. Όταν όμως η ευημερία γενικεύεται και όλοι σε κάποιο βαθμό μπορούν να έχουν απ’ όλα, τότε ούτε οι πλούσιοι ούτε οι φτωχοί είναι ευτυχείς.

Αριστοτελική ερμηνεία

Σήμερα, μεσούσης της κρίσης, η διαπίστωση αυτή οδηγεί οικονομολόγους και φιλοσόφους σε μια αριστοτελική ερμηνεία της ευτυχίας, που τη συνδέουν με την έννοια της «ευδαιμονίας». Υποστηρίζουν έτσι ότι με τον όρο «ευδαιμονία» ο μεγάλος φιλόσοφος με το «ευ» εννοούσε «αφθονία» και «ευημερία», και με το «δαίμων» τις δυνάμεις που ελέγχουν τη μοίρα των ανθρώπων. Εννοούσε, δηλαδή, το «είναι» ως ευκαιρία να ζει κανείς μια ζωή με πληρότητα.

Κατά τον Τσέχο οικονομολόγο Τόμας Σέντλατσεκ, η πληρότητα αυτή δεν μπορεί να είναι παρά η νοηματοδότηση της ζωής μέσα στην οικονομική της πραγματικότητα. Υποστηρίζει, ωστόσο, ότι αν τα άτομα δεν διαθέτουν την ικανότητα αυτή (π.χ. λόγω έλλειψης ευκαιριών ή μόρφωσης), τείνουν να καταξιώνουν πιο καθημερινές εμπειρίες, όπως τη φιλία ή τη θρησκευτικότητα. Όσοι έχουν περισσότερες ευκαιρίες και δυνατότητες επιδιώκουν πιο μακροπρόθεσμους στόχους και πιο φιλόδοξα επιτεύγματα (δείτε, επί παραδείγματι, τον επιστήμονα που αναζητά τη θεραπεία για τον καρκίνο, που θυσιάζει διασκεδάσεις και προσωπικές σχέσεις στο βωμό της ερευνητικής του δραστηριότητας).

Ερευνητικά πορίσματα

Μια σειρά ερευνητικών πορισμάτων από όλο τον κόσμο -συμπεριλαμβανομένων και των δικών του- επιβεβαιώνει αυτή την ερευνητική διαίσθηση – μια διαίσθηση που οδηγεί πλέον και σε μια άλλη θεώρηση της οικονομίας, στην οποία σήμερα η απληστία -με ότι αυτή συνεπάγεται- αναδεικνύεται σε κινητήρια δύναμή της.

Έτσι, στις νέες συνθήκες ορισμένες κοινωνίες μοιάζουν έτοιμες να εντάξουν στους πολιτικούς τους στόχους την ευτυχία με την έννοια της καθημερινής ικανοποίησης. Άλλες, σαν τις ΗΠΑ (στη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας των οποίων καταγράφεται το δικαίωμα στην «επιδίωξη της ευτυχίας»), που παραδοσιακά δίνουν έμφαση στην ύπαρξη ίσων ευκαιριών και όχι τόσο ίσων αποτελεσμάτων, μάλλον θα επέλεγαν μια πιο «αριστοτελική» αντίληψη για την ευτυχία. Αλλά η υπόσχεση προς τους πολίτες πως θα είναι ευτυχείς, υπό την έννοια της ικανότητας να ζουν μια ζωή με πληρότητα, προϋποθέτει να έχουν οι πολίτες τα εργαλεία και τις δομές που να τους το επιτρέπουν.

Τελικά, η ευτυχία είναι πολύ πιο περίπλοκο μέγεθος από το εισόδημα. Αλλά είναι και πιο φιλόδοξη πολιτικά. Το γεγονός και μόνο πως έχει τεθεί στο τραπέζι των συζητήσεων αποδεικνύει πόσο σημαντική αλλαγή υποδείγματος ζούμε. Σε μια εποχή που ο δημόσιος διαλογισμός χαρακτηρίζεται τόσο συχνά από διχασμό και φιλονικίες, η αναζήτηση νέων τρόπων για να μετριέται η ευημερία των πολιτών, αντί να δίνεται έμφαση στις ρίζες της διαίρεσης τους, είναι ήδη μια καλοδεχούμενη αλλαγή.

  ~ ΑΘ. Παπανδρόπουλος

   Έντυπη έκδοση Ναυτεμπορικής της 13/6/14

Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Συναφές: 

Μπορούν τα χρήματα να αγοράσουν την ευτυχία;

 

%d bloggers like this: