Με τα μάτια ανοιχτά…

e8f892c6c515b57aabca2deab10830f9

Σκούπισε τα μάτια της. Έπλεξε τα μαλλιά της από την αρχή και πρόσθεσε εκείνους τους μεγάλους κόκκινους φιόγκους. Έτσι τουλάχιστον θα έδειχνε πιο όμορφη , ίσως να έπειθε τον κόσμο για την γνησιότητά της, αυτή τη φορά. Περπάτησε τριγύρω, μα δεν πήγε μακριά, φοβήθηκε. Τα μάτια της είχαν αντικρίσει πολλά κακά τελευταία.

Δεν ήθελε να νιώσει ένοχη, μήπως ήταν; Θαύμασε τα δέντρα, τα πουλιά, τη μικρή πλατεία, τα μεγαλοπρεπή κτήρια. Αλήθεια, κανείς τους δεν μπορούσε να δει όλα όσα εκείνη έβλεπε; Όλη αυτή τη γοητεία που τους παραχωρήθηκε ή που άλλοτε μόνοι τους έπλασαν!  Μάλλον όχι, διαφορετικά τα μάτια τους θα σχημάτιζαν εκείνες τις μικρές ρυτίδες στο πλάι, τις καλές, εκείνες που δημιουργούνται όταν οι άκρες των χειλιών κοιτούν γλυκά προς τα πάνω. Δεν τις έβλεπε όμως πουθενά γύρω της.

Ήθελε να κάνει αισθητή την παρουσία της εκείνη την ημέρα, λες και λίγα είχε προκαλέσει τόσο καιρό! Ήθελε οι άνθρωποι να την κοιτάξουν πραγματικά, πέρα από τις προλήψεις και προκαταλήψεις που της κατέτρωγαν το είναι και την είχαν καταντήσει τώρα έτσι. Τι κατάντια Θεέ μου! Έφταιγε άραγε για όλα εκείνη ή μήπως όλες αυτές οι σκυθρωπές μορφές γύρω της, που με ζήλο τώρα έφερναν το ένα πόδι μπροστά από το άλλο και περπατούσαν σαν δίχως προορισμό, είχαν το μερίδιο της ευθύνης τους;

1322753239_eyes-above-water

 Ανέβηκε στο πεζούλι, μπροστά από το σιντριβάνι, πλάι στα όλο περίεργους χρωματισμούς λουλούδια και είπε ένα τραγούδι. Ευχάριστο και γλυκό, όχι σαν αυτά που οι περισσότεροι μισοτραγουδούμε κρυφά πίσω από τα σφραγισμένα χείλη μας, λες και είναι ντροπή. Το είπε με όλη τη δύναμη της ψυχής της. Δεν ζητούσε ελεημοσύνη, όχι, σε καμία περίπτωση. Ήθελε απλώς λίγη προσοχή, μονάχα να τη δουν, να την προσέξουν, να καταλάβουν. Είχε όμως τα χάλια της. Κι αυτό το σκισμένο φόρεμα δεν ήταν καθόλου πρέπον της περίστασης. Όλοι αυτοί έφταιγαν για την απαράδεκτη εμφάνισή της, δεν τους άξιζε αυτό το τραγούδι. Θύμωσε!

Δείτε τον ήλιο, λάμπει ακόμα! Μήπως κι αυτός δεν πέρασε πολλά, μα στέκεται εκεί χαρωπός, παλεύει με τα σύννεφα, όπως όλοι μας θα έπρεπε. Μα γιατί οι άνθρωποι δεν καταλάβαιναν όσα ήθελε να τους δείξει; Γιατί δεν την έβλεπαν; Όλοι έχουν κάνει λάθη, αυτό το ήξερε καλά κι η ίδια. Είχε κι αυτή πληγώσει κάποιους, κάποτε και ίσως ακόμα να συνεχίζει. Την καταράστηκαν, την μίσησαν, την έκλεισαν στα έγκατα της ψυχής, του νου, την ξόρκισαν στον Άδη. Μα ήταν μικρή κι ας έμοιαζε πια γερασμένη, δεν της άξιζε όλο αυτό.

Λίγα χρήματα της είχαν απομείνει, ένα σακουλάκι με καραμέλες αποφάσισε να πάρει, θα τους έδειχνε τώρα για τα καλά! Όλες τις γεύσεις είχε, γλυκές, πικρές, αλμυρές, άνοστες… ένα λεπτό! Οι καραμέλες είναι μονάχα γλυκές. Πρέπει να είναι νόστιμες και ζουμερές. Κανείς δεν καταλάβαινε, δεν πλησίαζε. Μόνο ένα παιδί κοντοζύγωσε, έφτυσε το πικρό γλύκισμα, σκούπισε το στόμα του και δοκίμασε άλλη. Έπιασε από το χέρι την τσαλακωμένη μορφή και την ακολούθησε. Χαμογέλασε. Αυτό της αρκούσε. Η Ζωή τώρα ήξερε. Ήξερε πως παρά την ασχήμια της κάποιοι την αγαπούν. Και ίσως την πραγματική της αλήθεια να βλέπουν τα παιδιά, γιατί εκείνα μόνο κοιτούν τη Ζωή με τα βλέφαρα κλειστά , μα με μάτια ανοιχτά…

~Μπουμπάρη Μαριλένα

by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Συναφές: 

Πόσο βάζεις τη ζωή σου σε αναμονή;