«Να γίνει το κράτος εργοδότης εσχάτης προσφυγής»

391518_367565469979359_1296862343_n

Τη διεθνή εμπειρία σε προγράμματα με κοινωφελή εργασία μεταφέρει η καθηγήτρια Ρ. Αντωνοπούλου. Στο Μεξικό δούλεψε στην πιο δύσκολη από τις 31 πολιτείες της χώρας, στη περιοχή Τσιάπας, που βρίσκεται στο νοτιότερο άκρο της χώρας. «Κι όμως μας επέτρεψαν να δουλέψουμε το πρόγραμμα για τις γυναίκες. Κι ας μιλούσαν 102 διαλέκτους κι ας μην καταλαβαίναμε τη γλώσσα.

Κι όταν λέγαμε “εργασία” υπήρχαν γυναίκες που δεν καταλάβαιναν τι σημαίνει αυτό, γιατί δεν είχαν δουλέψει ποτέ στη ζωή τους. Τότε η συμμετοχή των γυναικών στην εργασία ήταν μόλις 18%. Ομως τα καταφέραμε και βρήκαμε τι χρειάζεται».

Η συζήτηση με την κ. Ράνια Αντωνοπούλου, καθηγήτρια στο Bard College, διευθύντρια του τμήματος έρευνας για την ισότητα των φύλων του Levy Economics Institute στη Νέα Υόρκη, ΗΠΑ και ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ κρύβει «εκπλήξεις»: Υπάρχουν ερευνητές, Ελληνες ερευνητές διεθνούς κύρους, που έχουν εφαρμόσει προγράμματα για την εργασία σε χώρες με εξίσου μεγάλες δυσκολίες όπως αυτές που αντιμετωπίζει σήμερα η χώρα μας μπροστά στο αδιέξοδο που περιγράφεται με το 1,5 εκατομμύριο ανέργους. Ομως και γι’ αυτό το δισεπίλυτο πρόβλημα που αγγίζει το σύνολο, σχεδόν, της ελληνικής κοινωνίας, η Ελλάδα δεν θα… ανακαλύψει την Αμερική. Αρκεί να στρέψει το βλέμμα στη διεθνή εμπειρία χωρών που βρήκαν τρόπους να αναθερμάνουν την αγορά εργασίας, που στηρίχτηκαν στην έρευνα των πραγματικών αναγκών και δυνατοτήτων και να ξεφύγει από την πεπατημένη των προγραμμάτων «απασχολησιμότητας» που εφαρμόζονται στην Ελλάδα από τη δεκαετία του ’90 χωρίς αποτέλεσμα και να αξιοποιήσει ανθρώπους με επιστημονικό υπόβαθρο και εμπειρίες πάνω στην εργασία. Το Παρατηρητήριο του ΙΝΕ -ΓΣΕΕ φαίνεται να έπιασε το μήνυμα, κλείνοντας το περασμένο Ιούλιο μια σημαντική συμφωνία με το Levy Economics Institute της Νέας Υόρκης. Στο πλαίσιο αυτό ανέθεσε στον διευθυντή του Ινστιτούτου Δημ. Παπαδημητρίου και στην ομάδα του τη δημιουργία ενός προγράμματος που επινοήθηκε από τον Χάιμαν Μίνσκι και φέρει τον τίτλο «εργοδότης εσχάτης προσφυγής». Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον σε αυτό το πρόγραμμα είναι ότι βοηθά να προσεγγίσει κανείς συστηματικά τι είναι αυτό που χρειάζεται μια χώρα για να βρουν εργασία οι πολίτες σε συνθήκες κρίσης.

Η ιδέα, όπως εξηγεί η κ. Αντωνοπούλου, εδράζεται στην αντίληψη ότι στις συγκεκριμένες συνθήκες όπου ο ιδιωτικός τομέας δεν μπορεί να δημιουργήσει θέσεις εργασίας «γίνεται το κράτος εργοδότης». Οχι όμως για να μοιράσει επιδόματα κατάρτισης, ούτε για να ξοδέψει χρήματα αντιπαραγωγικά. «Το πρόγραμμα λειτουργεί ως ένας αυτόματος σταθεροποιητής, ο οποίος επεκτείνεται ή συρρικνώνεται ανάλογα με το εάν η οικονομία είναι σε ανάπτυξη ή έχει πάρει την κατιούσα. Για παράδειγμα στη Χιλή, όταν ο μέσος όρος της ανεργίας αυξάνεται στο τρίμηνο κατά 1,5% μπαίνει σε εφαρμογή αυτομάτως αυτός ο σταθεροποιητής».

Το πρόγραμμα συνδέεται με τις κεϊνσιανές πολιτικές για την τόνωση της ζήτησης, αλλά είναι έτσι επικεντρωμένο ώστε να έχει απτά δημοσιονομικά αποτελέσματα και να μη δημιουργεί ανακύκλωση των ανέργων σε προσωρινές θέσεις, όπως γίνεται με τα συνήθη προγράμματα.

Μπορείς, επί παραδείγματι, να τονώσεις τη ζήτηση, αλλά δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι με τη μείωση του 20% της φορολογίας θα το πετύχεις αυτό. «Πολλές φορές αυτό δεν πετυχαίνει, διότι τα νοικοκυριά γνωρίζοντας ότι η μείωση της φορολογίας θα είναι μόνο για ένα χρόνο, δεν ξοδεύουν. Ή ξοδεύουν σε εισαγόμενα προϊόντα. Αν όμως κάνεις την έγχυση σε νοικοκυριά που πραγματικά έχουν ανάγκη, θα λειτουργήσει. Γι’ αυτό το πρόγραμμα είναι επικεντρωμένο στους ανέργους, σε αυτούς που αναζητούν δουλειά για πρώτη φορά, ειδικότερα στις γυναίκες, που όταν εξαντλούνται όλα τα μέσα και το επίδομα μακροχρόνιας ανεργίας που παίρνει ο επικεφαλής του νοικοκυριού, κάνουν ό,τι βρουν – κι αυτό το έχουμε δει σε όλες τις χώρες με σοβαρό πρόβλημα. Ξέρετε, όταν πήγα να δουλέψω στη Ν. Αφρική είχαν 53% ανεργία στους νέους. Από το ’94 που έπεσε το απαρτχάιντ δεν κατόρθωσαν να λύσουν τον πρόβλημα με την ανεργία. Δούλευα σε περιοχές όπου η ανεργία ήταν 80%. Με 2 και 3 γενιές ανθρώπων που δεν είχαν μπει ποτέ σε αγορά εργασίας. Πώς επιζούσαν; Υπήρχε ένα επίδομα για τους ηλικιωμένους, ένα για το παιδί, ένα για το HIV. Κι εκεί εφαρμόσαμε το πρόγραμμα».

– Σε ποιες εργασίες βασίζεται το πρόγραμμα του «ύστατου εργοδότη»;

– Κυρίως σε κοινωφελή εργασία. Αλλά προσέξτε, δεν μπορούμε να βάλουμε ανθρώπους να σκάβουν τρύπες και την άλλη μέρα να τις ξαναγεμίζουμε με χώμα ώστε να δημιουργήσουμε κίνηση. Πραγματικά κοινωφελή έργα. Οχι μόνο φροντίδα ηλικιωμένων και παιδιών, αλλά και έργα υποδομής. Θυμηθείτε τα έργα του New Deal, τις γέφυρες, τους δρόμους. Κυρίως πρέπει να σκεφτούμε τι χρειάζεται η οικονομία.

Τώρα πολλοί στρέφονται σε αγροτικές περιοχές. Ομως η γη δεν είναι καλλιεργήσιμη. Θα έπρεπε τα υπουργεία Αγροτικής Ανάπτυξης και Εργασίας να υποδείξουν τους χώρους και τις ανάγκες. Από τα δάση και τα ποτάμια που πρέπει να καθαριστούν, έως τα λιπάσματα που μπορούμε με οργανικούς τρόπους ανακύκλωσης να δημιουργήσουμε».

– Δηλαδή εργασίες που δεν είναι στο περιθώριο του τομέα των υπηρεσιών αλλά έχουν σχέση με την προετοιμασία αναθέρμανσης της παραγωγικής μηχανής της οικονομίας.

– Εκεί είναι το κουμπί, στην προετοιμασία ανασύνταξης της παραγωγικής μηχανής και όχι σε περιθωριακές και προσωρινές εργασίες.

DSC_7025.sized

Κλειδί η σχέση εργασιακού κόστους και ανταγωνιστικότητας

– Μπορούν να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας σε συνθήκες παρατεταμένης ύφεσης;

– «Η απάντηση είναι, όχι. Αλλωστε το ίδιο το πρόγραμμα “εργοδότης ύστατης ή έσχατης προσφυγής” δεν αποτελεί την πρώτη αλλά την τελευταία επιλογή όταν η αγορά εργασίας αδυνατεί να δημιουργήσει θέσεις εργασίας και εμείς πρέπει να αναρωτηθούμε πώς και τι θα κάνουμε. Ομως, όταν μιλάμε για θέσεις εργασίας πρέπει να σκεφτόμαστε 3 επίπεδα.

Το πρώτο είναι το μακροοικονομικό. Κι εδώ πρέπει να παραδεχτούμε ότι δεν έχουμε την κατάλληλη αναπτυξιακή πολιτική.

Το δεύτερο επίπεδο αφορά τη δυνατότητα και την υποχρέωση του κράτους να αναδιοργανώσει τους τομείς της οικονομίας. Να ξέρει την κατεύθυνση της χώρας μέσα στο διεθνές περιβάλλον που επηρεάζει τις τοπικές αγορές, χρησιμοποιώντας και τα κίνητρα προς τις επιχειρήσεις αλλά και τις κυρώσεις με στόχο την αναδιοργάνωση. Θυμηθείτε τη Θάτσερ. Μπορεί να ήταν συντηρητική αλλά γνώριζε ότι η αγορά των ανθρακωρυχείων τελειώνει. Αλλά και η Ιαπωνία, όταν στη δεκαετία του ’80 ήθελε να δώσει ενισχύσεις για έρευνα στις εταιρείες ανάγκαζε την Τoyota να συνεργαστεί με τη Mitsubishi. Το κράτος παρεμβαίνει και συμμετέχει ακόμη κι όταν λέει ότι δεν το κάνει. Το ίδιο έγινε και στη Βραζιλία με τις εθνικοποιήσεις του ορυκτού πλούτου όταν έπαψαν να δείχνουν ενδιαφέρον οι εταιρείες.

Το τρίτο επίπεδο αφορά την αγορά εργασίας αυτή καθαυτή. Δεν μπορούμε να βλέπουμε μόνο τη μείωση του κόστους εργασίας όταν κλείνουν χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις και η ανεργία είναι πάνω από 26%. Η μείωση του κόστους επηρεάζει την κατανάλωση. Αλλά και η υψηλή κατανάλωση δεν κατευθύνεται πάντα σε εγχώρια προϊόντα. Αρα πρέπει να αναζητήσουμε τη σχέση εργασιακού κόστους και ανταγωνιστικότητας. Αλήθεια έχουμε δει τις πραγματικές επιπτώσεις του εργασιακού κόστους στην ανταγωνιστικότητα και τις εξαγωγές; Θα σας επισημάνω το συμπέρασμα μελέτης του 2010 της κεντρικής Τράπεζας η οποία κατέληγε ότι ακόμη κι αν πέσουν οι μισθοί 40% δεν μπορούμε να αυξήσουμε τις εξαγωγές πάνω από 3%.

Εν κατακλείδι, η αγορά εργασίας, το μακροοικονομικό αλλά και ο προσανατολισμός των επιχειρήσεων βλέπω ότι πηγαίνουν σε αντίθετη κατεύθυνση».

___

  Συνέντευξη στη Χριστινα Κοψινη

 ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Συναφές: 

Το δίλημμα “μάχη ή φυγή”

Η εμπειρία της Ασίας στη λιτότητα

Η νέα ζωή των μεταναστών στην Αυστραλία

πόσο αποφασισμένοι είμαστε τελικά να φύγουμε; 

Το ρεκόρ της ανεργίας και η μετανάστευση 

%d bloggers like this: