Η άσκηση του σπόρου


Γονάτισε στο χώμα. Ύστερα κάθισε στις φτέρνες σου και σκύψε έτσι ώστε το κεφάλι ν’ αγγίζει τα γόνατα. Άπλωσε τα μπράτσα προς τα πίσω. Είσαι τώρα σε εμβρυϊκή στάση. Χαλάρωσε και ξέχασε κάθε ένταση.

Ανάσανε ήρεμα και βαθιά Νιώθεις σιγά σιγά πως είσαι ένας μικροσκοπικός σπόρος τριγυρισμένος από τη θαλπωρή της γης. Όλα είναι ζεστά κι υπέροχα γύρω σου. Κάνεις ήσυχο ύπνο. Ξαφνικά τρέμει ένα δάχτυλο. Ο σπόρος δε θέλει να είναι πια θαμμένος θέλει να γεννηθεί.

Αρχίζεις να σαλεύεις αργά τα μπράτσα, ύστερα το σώμα σου θ’ ανασηκώνεται ώσπου να καθίσεις στις φτέρνες. Τότε θα σηκωθείς αργά αργά θα γονατίσεις με την πλάτη στητή. Στο μεταξύ φαντάσου πως είσαι ένας σπόρος που ξεπετάγεται και ανοίγει σιγά σιγά τη γη. Ήρθε η στιγμή να τη σκίσεις, να την τρυπήσεις. Σηκώνεσαι αργά πρώτα με το ένα πόδι κι ύστερα με το άλλο, παλεύοντας να ισορροπήσεις, σαν σπόρος που αγωνίζεται να βρει ίο χώρο του, ώσπου να σταθείς όρθιος.

Φαντάσου ένα χωράφι ολόγυρα σου, ήλιο, νερό, αέρα, πουλιά είσαι ένας σπόρος που αρχίζει να φυτρώνει. Υψώνεις αργά τα μπράτσα στον ουρανό. Τεντώνεσαι όλο και πιο πολύ σαν να θέλεις ν’ αδράξεις τον απέραντο ήλιο που λάμπει πάνωθέ σου, σου δίνει δύναμη και σε ελκύει. Το σώμα σου γίνεται άκαμπτο, οι μύες σου συσπώνται, ενώ αισθάνεσαι να μεγαλώνεις, να μεγαλώνεις, ώσπου γίνεσαι απέραντος. Η ένταση αυξάνεται σιε σημείο που γίνεται οδυνηρή, ανυπόφορη. Όταν δεν αντέχεις άλλο, μπήγεις μια κραυγή κι ανοίγεις τα μάτια

Να επαναλαμβάνεις αυτή την άσκηση επί εφτά συνεχείς μέρες, πάντα την ίδια ώρα Νόμιζα πως κοιμόμουν κι αυτό το μέρος του εαυτού μου επέμενε. Άρχισε κάνοντας τα δάχτυλα μου να κινούνται κι υστέρα τα δάχτυλα ζωντάνεψαν τα μπράτσα. Κι όμως, δεν ήταν οΰτε τα δάχτυλα ούτε τα μπράτσα, αλλά ένας μικρός σπόρος που πάλευε να ξεπεράσει τις δυνάμεις της γης και να κατευθυνθεί προς «εκεί πάνω». Ένιωσα πως το σώμα μου άρχιζε ν’ ακολουθεί την κίνηση των χεριών μου. Κάθε δευτερόλεπτο έμοιαζε με αιωνιότητα, αλλά ο σπόρος είχε ανάγκη να γεννηθεί, ήθελε να μάθει τι βρισκόταν «εκεί πάνω».

Πρώτα το κεφάλι μου κι ύστερα το σώμα μου ανασηκώθηκαν με αφάνταστη δυσκολία. Όλα γίνονταν με πολύ αργό ρυθμό κι έπρεπε να παλεύω εναντίον της δύναμης που με τραβούσε προς το βάθος της γης, όπου ήμουν ως τότε βυθισμένος σ’ έναν αιώνιο ύπνο. Αλλά το κατόρθωσα και, τελικά, τσάκισα αυτή τη δύναμη και σηκώθηκα. Είχα σκίσει τη γη κι ήμουν τριγυρισμένος από αυτό το «κάτι εκεί πάνω».

_____

  Απόσπασμα από το βιβλίο  “το πεμπτο βουνό” του Paulo Coehlio

by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

Συναφές :

Το σύννεφο και ο αμμόλοφος (του Paulo Coehlio)

Πάουλο Κοέλο, Απόσπασμα από τον “Αλχημιστή”

1 σχόλιοLeave a comment