Πώς να τραφούν οι πεινασμένοι άνθρωποι της υφηλίου;

Το να παραχθούν το 2050 αρκετά τρόφιμα για τον πληθυσμό του πλανήτη  θα είναι εύκολο. Αλλά το να γίνει αυτό σε αποδεκτό κόστος και να εχουν πρόσβαση όλοι,  θα εξαρτηθεί από την επιτυχία της έρευνας σε ότι σχετίζεται με την παραγωγή τροφίμων. Από τους σπόρους υψηλής τεχνολογίας  μέχρι τις γεωργικές πρακτικές χαμηλής τεχνολογίας .

Ο πληθυσμός του πλανήτη αναμένεται να αυξηθεί από 6,8 δισεκατομμύρια που είναι σήμερα, σε 9,1 δισεκατομμύρια μέχρι το 2050. Οπότε γεννάται εύλογα το εξής ερώτημα: πώς θα γίνει εφικτό να ταϊστούν όλα αυτά τα επιπλέον στόματα;

Παρόλο που ο  παγκόσμιος πληθυσμός υπερδιπλασιάστηκε από τα 3 δισεκατομμύρια που ήταν το 1961 , η γεωργική παραγωγή καταφέρνει να συμβαδίζει με αυτή την αύξηση, και οι σημερινές προβλέψεις δείχνουν ότι θα συνεχίσει να το κάνει. Ομολογουμένως, η κλιματική αλλαγή προσθέτει ένα μεγάλο βαθμό αβεβαιότητας όσο αφορά τις προβλέψεις για την γεωργική παραγωγή, αλλά αυτό απλώς υπογραμμίζει την σημασία της έρευνας για βελτίωση των προβλέψεων. Εκτός αυτού, σύμφωνα με τα λόγια ενός υπαλλήλου του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών, το έργο της διατροφής του παγκόσμιου πληθυσμού το 2050 φαίνεται να είναι εύκολο.

Εύκολο όμως μόνο με την αλόγιστη επέκταση της καλλιεργήσιμης γης , της περαιτέρω χρησιμοποίησης λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων, και τέλος της περαιτέρω εξάντλησης των ήδη μειωμένων αποθεμάτων υδάτινων πόρων. Αλλά η καταστροφή εκατοντάδων εκατομμυρίων στερεμάτων άγριας φύσης (το μεγαλύτερο μέρος από αυτά στη Λατινική Αμερική και την Αφρική) και αυξάνοντας ταυτόχρονα τη σημερινή χρήση των μέσων που είναι καταστροφικά για το περιβάλλον, αποτελεί μια κακή επιλογή. Εκεί βρίσκεται η πραγματική πρόκληση για τις επόμενες δεκαετίες: πώς να επεκτείνουμε μαζικά τη γεωργική παραγωγή χωρίς να αυξήσουμε πολύ το κομμάτι της γης που χρησιμοποιούμε.

Αυτό που χρειάζεται είναι μια δεύτερη πράσινη επανάσταση. Αυτή η επανάσταση θα απαιτήσει μια ολοκληρωτική επανεξέταση των προτεραιοτήτων στη γεωργική έρευνα. Υπάρχει επείγουσα ανάγκη για νέες ποικιλίες καλλιεργειών που να προσφέρουν υψηλότερες αποδόσεις, χρησιμοποιώντας λιγότερο νερό, λιπάσματα ή άλλους πόρους. Αξιοποιώντας περισσότερο την έρευνα σχετικά με την τροποποίηση υβριδίων, και σχετικά με τις καλλιέργειες που είναι πιο ανθεκτικές στην ξηρασία, τη θερμότητα,  και την ευαισθησία στις αρρώστιες. Εξίσου σημαντικές είναι η έρευνα χαμηλότερης τεχνολογίας που αφορά βασικές αρχές όπως η αμειψισπορά, η μεικτή εκτροφή των ζώων και φυτών σε αγροκτήματα μικρών γεωργικών εκμεταλλεύσεων, το έδαφος και  τον περιορισμό των αποβλήτων.

Τα αναπτυσσόμενα έθνη θα μπορούσαν να βοηθήσουν  σημαντικά στη βελτίωση της παραγωγικότητας με την καλύτερη αξιοποίηση των σύγχρονων τεχνολογιών και πρακτικών.,  Αλλά αυτό απαιτεί χρήματα. Ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών, εκτιμά ότι για την αντιμετώπιση της πρόκλησης του 2050, οι επενδύσεις σε όλη την αλυσίδα γεωργικής παραγωγής στις αναπτυσσόμενες χώρες, πρέπει να διπλασιαστούν σε 83 δισεκατομμύρια δολάρια το χρόνο. Τα περισσότερα από αυτά τα χρήματα πρέπει να διατεθούν για τη βελτίωση των γεωργικών υποδομών, από την παραγωγή έως την αποθήκευση και επεξεργασία. . Στην Αφρική, η έλλειψη δρόμων παρεμποδίζει, επίσης, την παραγωγικότητα της γεωργίας, γεγονός που καθιστά ακριβό και δύσκολο για τους γεωργούς να προμηθευτούν συνθετικά λιπάσματα.  Και τα ερευνητικά προγράμματα πρέπει να εστιάζουν στις ανάγκες των φτωχότερων χωρών με περιορισμένους πόρους , όπου η πλειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού ζει και επιπλέον η αύξηση του πληθυσμού κατά τις επόμενες δεκαετίες θα είναι μεγαλύτερη. Πάνω απ ‘όλα η επανεφεύρεση της καλλιέργειας απαιτεί μια διεπιστημονική προσέγγιση που περιλαμβάνει όχι μόνο βιολόγους, γεωπόνους και αγρότες, αλλά και οικολόγους  και κοινωνικούς επιστήμονες υπεύθυνους για χάραξης πολιτικής.

Προς τιμήν τους, οι επιστήμονες όλου του κόσμου που ασχολούνται με την γεωργία υιοθετούν αυτή την άποψη.  Για παράδειγμα, τον περασμένο Μάρτιο συναντήθηκαν στο πρώτο παγκόσμιο συνέδριο για την γεωργική έρευνα για την ανάπτυξη στο Montpellier της Γαλλίας, ώστε να ξεκινήσουν να εργάζονται στο πώς θα επαναπροσδιορίσουν τα ερευνητικά προγράμματα με στόχο να καλύψουν τις ανάγκες των γεωργών των φτωχότερων εθνών. Όμως αυτά τα σχέδια δεν θα αποδώσουν καρπούς αν δεν λάβουν μεγαλύτερη υποστήριξη από φορείς χάραξης πολιτικής και  χρηματοδότες.

Η αύξηση της δημόσιας δαπάνης για την γεωργική έρευνα κορυφώθηκε στη δεκαετία του 1970 κι από τότε φθίνει. Σήμερα είναι σταθερή στα πλούσια κράτη ενώ μειώνεται σε ορισμένες χώρες της Αφρικής, όπου οι ανάγκες για τρόφιμα είναι πολύ μεγάλες. Η μεγάλη εξαίρεση είναι η Κίνα, όπου οι δαπάνες εκτοξεύθηκαν κατά την τελευταία δεκαετία, και  σε μικρότερο βαθμό, η Ινδία και η Βραζιλία. Αυτές οι τρεις χώρες φαίνεται ότι θ’ αποτελέσουν τον οδηγό της σχετικής επιστήμης και της τεχνολογίας όσο αφορά τις φτωχότερες χώρες. Αλλά οι πλούσιες χώρες έχουν επίσης ευθύνη  και καλούνται από τους επιστήμονες για μεγαλύτερες αυξήσεις στις δημόσιες δαπάνες για τη γεωργική έρευνα.

Ο ιδιωτικός τομέας έχει επίσης έναν σημαντικό ρόλο να παίξει. Στο παρελθόν οι αγροβιοτεχνολογικές εταιρείες είχαν επικεντρωθεί κυρίως στις προσοδοφόρες αγορές της γεωργίας στις πλούσιες χώρες, όπου ο ιδιωτικός τομέας όσο αφορά την έρευνα αποτελούσε περισσότερο από το ήμισυ του συνόλου της γεωργικής έρευνας.  Ωστόσο πρόσφατα  άρχισαν να δημιουργούνται  συμπράξεις δημόσιου με ιδιωτικού τομέα για την παραγωγή καλλιεργειών που καλύπτουν τις ανάγκες των φτωχότερων χωρών.

Οι γενετικά τροποποιημένες καλλιέργειες, παράλληλα με τις παραδοσιακές τεχνικές αναπαραγωγής, αποτελούν σημαντικά όπλα της αειφόρου γεωργίας. Όμως δεν είναι πανάκεια για την πείνα στον κόσμο, παρά τις πολλές διαβεβαιώσεις για το αντίθετο. Στην πράξη, η πρώτη γενιά των γενετικά τροποποιημένων καλλιεργειών δεν βοήθησε τις φτωχές χώρες. Υπερβάλλοντας για τα οφέλη,  θα αυξήσει  την γενικότερη δυσπιστία για τις εταιρείες που ασχολούνται με γενετικά τροποποιημένες καλλιέργειες, καθώς υπάρχουν ανησυχίες σχετικά με την ιδιωτικοποίησης  της γεωργίας.

Ούτε η επιστήμη και η τεχνολογία είναι από μόνες τους πανάκεια για την πείνα στον κόσμο. Η φτώχεια, και όχι η έλλειψη τροφίμων,  είναι η βασική αιτία της πείναςΟ κόσμος παράγει σήμερα παραπάνω από την αναγκαία τροφή, αλλά περίπου 1 δισεκατομμύριο άνθρωποι εξακολουθούν να πεινούν επειδή δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά να πληρώσουν για να την αγοράσουν. Η επισιτιστική κρίση του 2008 , η οποία ώθησε περίπου 100 εκατομμύρια ανθρώπους στην πείνα, δεν ήταν αποτέλεσμα της έλλειψης τροφίμων αλλά της αστάθειας των αγορών. Οι τιμές πήγαν στα ύψη και προκλήθησαν  διαδηλώσεις διαμαρτυρίας σε πολλές χώρες.

Πάντως, η έρευνα μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο, συμβάλοντας στη βιώσιμη και παραγωγική γεωργία, έτσι ώστε να βοηθήσει  τον κόσμο να ξεφύγει από τα προβλήματα της  φτώχειας.

Πηγή: Nature.com

by Αντικλείδι , http://antikleidi.wordpress.com

Συναφές: Χρειάζονται 2,4 δισ. για να κρατηθούν στη ζωή τα παιδιά.


2 CommentsLeave a comment