Categories: Κοινωνία

Μαμά γερνάω. Και γίνομαι ίδια…

Τα χάζευα τα χέρια της μάνας μου πάντα. Ήταν ωραία, πολύ γυναικεία χέρια όπως τα έλεγαν κάποτε, με μια μπουλ ωραία χρυσή βέρα. Τίποτα άλλο δε φορούσε. Τίποτα.

Καθάριζα πατάτες και ξαφνικά κοίταξα τα χέρια μου και κοκάλωσα. Είχα βάλει ένα λεκανάκι με νερό, δίπλα ένα πιατάκι που έβαζα τα φλούδια και ο νεροχύτης έγινε ο μαρμάρινος στο πατρικό μου και εγώ η μάνα μου.

Και ύστερα κάθισα αποκαμωμένη στην καρέκλα. Με έβλεπα να βάζω τα κλειδιά δίπλα στην πόρτα, σε ένα τασάκι που δε χρησιμοποιώ ποτέ, να φοράω το καλσόν μου, το κραγιόν μου, να ισιώνω την άκρη του κρεβατιού, να διπλώνω το σεντόνι πριν το απλώσω, να χαϊδεύω ένα κέντημα, να ακουμπάω με όλη την παλάμη στη σελίδα της εφημερίδας.

Όλα αυτά τα ξέρω γιατί κάποτε με έχουν εκνευρίσει. Το κρεβάτι φάκελος, το καλσόν που την ταλαιπωρεί να το φορέσει αλλά δεν αλλάζει μέθοδο, τον τρόπο που στρώνει τα μακαρόνια στο παστίτσιο, τις ηρωϊκές μάχες που έχουμε δώσει «πως κόβεις έτσι το μήλο βρε μαμά»; Τη βέρα της να τη βγάζει μόλις μπαίνει στο σπίτι. Τις παντόφλες της σαν να είναι σε βιτρίνα παπουτσάδικου. Ό,τι κάνω δηλαδή.

Πάμε μια βόλτα της είπα να αλλάξουμε τον αέρα μας. Και πήγαμε στο Λυκαβηττό

Η μάνα μου τίποτα δε μου έχει ζητήσει. Ή μου ζητάει τόσα πολλά που τα θεωρώ καθημερινότητα, αλήθεια δεν ξέρω. Πάμε μια βόλτα της είπα να αλλάξουμε τον αέρα μας. Και πήγαμε στο Λυκαβηττό, το χέρι της ακουμπούσε το μπαστούνι, με ρούφηξε το χέρι της, ήταν η τελευταία βόλτα που κάναμε μαζί έξω.

Με ρούφηξε το χέρι της. Το έχω σε χίλιες φωτογραφίες να με κρατάει. Στο Σύνταγμα, στο Ζάππειο, σε διακοπές, παρανυφάκι, στο σχολείο στις επιδείξεις.


Τα χάζευα τα χέρια της μάνας μου πάντα. Ήταν ωραία, πολύ γυναικεία χέρια όπως τα έλεγαν κάποτε, με μια μπουλ ωραία χρυσή βέρα. Τίποτα άλλο δε φορούσε. Τίποτα.

Καμιά φορά, ασυναίσθητα, ακουμπάω το χέρι μου στο χέρι της. Χωρίς λόγο την ώρα που μιλάμε. Είναι ίδια τα χέρια μας, ίδια, δεν ήταν έτσι παλιά. «Μιλάτε κάπως ίδια με τη μαμά σου» μου είπε η Μαρία. «Γίνομαι ίδια με τη μαμά μου Μαρία» της είπα μετά από πολλά χρόνια. Γίνομαι σιγά – σιγά αυτά που έχω μισήσει και αγαπήσει πολύ. Γερνάω. Κοιτάζομαι λιγότερο στα μάτια με το είδωλό μου στον καθρέφτη, δεν προλαβαίνω. Αλλά με πιάνω να κοιτάω τα χέρια μου. Με τα περλέ απαλά μανόν. Τα στρογγυλά κομμένα νύχια. Να τα κοιτάω με το κεφάλι χαμηλά, να τα ρωτάω. Τη μάνα μου ρωτάω, τα χέρια της. Και στα χέρια μου τη βλέπω. Ότι είναι εκεί.

****

Αργυρώ Μποζώνη 

Πηγή: womantoc

Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Συναφές: 

Μαμά, πάμε για καφέ

Α ρε Μάνα

Αντικλείδι

Οι διαχειριστές του blog

Share
Published by
Αντικλείδι

Recent Posts

Οι ηλίθιοι είναι ανίκητοι – οι άλλοι όμως, όχι εμείς!

Πολλές φορές οι ηλίθιοι είμαστε εμείς - επειδή αφήνουμε τις δικές μας σκέψεις να μας…

1 month ago

Η ανάπτυξη και αποτελεσματικότητα της Τεχνητής Νοημοσύνης

Ο Yann André LeCun (Γαλλοαμερικανός επιστήμων της πληροφορικής, καθηγητής στο New York University), και πρώην…

1 month ago

Η διατριβή του Jason Arday στο μικροσκόπιο: Η σύγκριση με την Paula Zwozdiak–Myers

Η λογοκλοπή δεν είναι απλά μια παραβίαση των κανόνων, αλλά πλήττει την αξιοπιστία της επιστημονικής…

1 month ago

Η Τιμωρία των Επίκυκλων

Η Τιμωρία των Επίκυκλων, αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο καθημερινού Ορθολογισμού, που μας προστατεύει όταν αναγκαζόμαστε…

2 months ago

Χέρμπερτ Σπένσερ – Η ιδεολογική ρίζα του Κοινωνικού Δαρβινισμού

O Herbert Spencer (1820 – 1903) γεννήθηκε στο Derby της Αγγλίας και δεν έλαβε επίσημη…

6 months ago

Αλλάζει ο άνθρωπος;

Ένας διάλογος μεταξύ τριών ατόμων που διερευνούν το διαχρονικό ερώτημα κατά πόσο οι άνθρωποι μπορούν…

8 months ago