Το κοινωνικό κράτος και η σοσιαλδημοκρατία

BALANCE2012BrainSneezing.1st.BobisaTODOROVIC.Serbia

Τα σύγχρονα κράτη πρόνοιας αντιμετωπίζουν μία κοινή πρόκληση, ήτοι την δυσαρέσκεια των πολιτών με την  προελαύνουσα  αποδόμηση των κοινωνικών κεκτημένων και ταυτόχρονα την εύλογη  ανασφάλεια μπροστά  σε ένα αβέβαιο μέλλον.

Συνεπεία της προκείμενης εξέλιξης συρρικνώνεται όλο και περισσότερο η συλλογική αίσθηση  κοινωνικής ισότητας  σε σημείο να εμφανίζεται ως  απειλούμενο είδος στο πεδίο των πολιτικών ιδεών , όπως πολύ εύστοχα επισημαίνει ο Ronald Dworkin.

Υπό το βάρος των εξελίξεων  αυτών, α σύγχρονα κοινωνικά κράτη επιστρέφουν με γοργούς ρυθμούς στην παρωχημένη αντίληψη ότι η μόνη ρεαλιστική μορφή ισότητας είναι αυτή ενώπιον του νόμου.

Ταυτόχρονα κυριαρχεί διεθνώς  η τάση το κράτος να εγκαταλείπει κλιμακωτά τον διαχρονικό ρόλο του στην διαμόρφωση κανόνων που διέπουν την οικονομική δραστηριότητα  με στόχο την διατήρηση της κοινωνικής συνοχής κάτι που πρακτικά εκφράζεται με την παράδοση δημόσιων αγαθών   στα χέρια της αγοράς.

 Οι παραπάνω εξελίξεις συνθέτουν στο κοινωνικό πεδίο ένα οφθαλμοφανές εκρηκτικό μείγμα , το οποίο εκφράζεται στην Ελλάδα ειδικότερα από την θέσπιση του μνημονίου και εντεύθεν.

Στο παρόν άρθρο  επιχειρείται αρχικά  μία ιστορική προσέγγιση του κράτους προνοίας ή ευημερίας, για να αποτυπωθεί στην συνέχεια η σύγκριση των διάφορων προηγμένων καθεστώτων ευημερίας όπως αυτά εκδηλώνονται σε διάφορες χώρες της Ευρώπης.

Η έννοια του κράτους προνοίας ή ευημερίας  ( Wohfahrtsstaat) χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Γερμανό κοινωνιολόγο Max Weber στο έργο του “Οικονομία και Κοινωνία” (Witrschaft und Gesellschaft) το οποίο δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατο του.

10-leave-in-past

Ο Weber αναφερόταν την Γερμανία της περιόδου του 1880- 90, την εποχή δηλαδή της εκβιομηχάνισης με τις δραματικές μεταβολές που επέφερε , τους σκληρούς και βίαιους εργατικούς αγώνες που την συνόδευαν και τα ζητήματα εργασιακού δικαίου που ανέδειξε.

Την ίδια περίοδο ενδυναμώνεται το σοσιαλιστικό κίνημα και δραστηριοποιείται δυναμικά διεκδικώντας την ενότητα του προλεταριάτου , δηλαδή της τάξης των μισθωτών εργατών.

Για να κατευνάσει τους εργάτες και να εμποδίσει την προωθημένη επέκταση  του σοσιαλιστικού κινήματος, ο τότε καγκελάριος Bismarck εισήγαγε μία σειρά φιλεργατικών  νόμων γύρω από τα κοινωνικά συστήματα ασφάλισης , μεταξύ των οποίων την νομοθεσία για την ασφάλεια υγείας, (1883) την νομοθεσία για την προστασία εργασιακών   και άλλων ατυχημάτων (1884) και την νομοθεσία για το συνταξιοδοτικό ή ασφάλεια γήρανσης (1889).

Κατά τον ίδιο τρόπο αντέδρασαν  και άλλες χώρες οι οποίες αντιμετώπισαν όμοια κοινωνικά προβλήματα εκπορευόμενα από την εκβιομηχάνιση και εισήγαγαν συστήματα κοινωνικής ασφάλισης κατά το γερμανικό πρότυπο για να διατηρήσουν την κοινωνική ειρήνη.

Τα πρωτοπόρα κοινωνικά συστήματα τα οποία ο Bismarck εισήγαγε και εξειδίκευσε , χρήζουν ιδιαίτερης αναφοράς, εάν σκεφτεί κανείς ότι πολλές χώρες όπως η Ιαπωνία,  εκείνη την περίοδο δεν είχαν αποχαιρετίσει καν σύνταγμα.

Των προαναφερθέντων εξελίξεων ακολούθησαν οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι με τις τραγικές τους συνέπειες.

Στις χώρες οι οποίες βρέθηκαν υπό κυβέρνηση η κατοχή των εθνικοσοσιαλιστών , οι αξιώσεις για κοινωνική ασφάλιση και ανθρώπινα δικαιώματα τέθηκαν υπό καθεστώς άγριων κυρώσεων.

Σε άλλες χώρες όμως, οι πόλεμοι ευνόησαν την ανάπτυξη των συστημάτων πρόνοιας και ευημερίας εφόσον λειτούργησαν ως μέτρα ανύψωσης του εθνικού ηθικού κάτι που δημιούργησε τα θεμέλια του μεταπολεμικού κοινωνικού κράτους.

Εν προκειμένω σημαντικό ήταν το μεταρρυθμιστικό εγχείρημα αναδιανομής εισοδήματος μέσω  κοινωνικής πολιτικής και  κοινωνικής ασφάλισης που επιχείρησε ο φιλελεύθερος βουλευτής, και πρύτανης του πανεπιστημίου της Οξφόρδης Ουίλιαμ Χένρι Μπέβεριτζ το 1942 στην Μεγάλη Βρετανία με στόχο την  αποτροπή της οικονομικής εξαθλίωσης καθόλη  τη διάρκεια του βίου.

Οι βασικές  μεταρρυθμίσεις που εισήγαγε ο Μπέβεριτζ ήταν το καθολικό σύστημα ασφάλισης, η ενοποίηση των οργανισμών ασφάλισης σε έναν δημόσιο, η βελτίωση και επέκταση παροχών, η ίδρυση εθνικού συστήματος υγείας, η εποπτεία μέσω Υπουργείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων και μια  οικονομική πολιτική για την πλήρη απασχόληση

Μετά το πέρας του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου οι βιομηχανικές; χώρες εισήγαγαν εξ ολοκλήρου κοινωνικά συστήματα, αντίστοιχα εκάστοτε των ιστορικών τους ιδιαιτεροτήτων και των κοινωνικών τους μεταβολών.

 Η οικονομική ανάπτυξη η οποία διήρκεσε έως την πρώτη πετρελαϊκή κρίση του 1970 , ευνόησε  την περαιτέρω διεύρυνση και εναρμόνιση του δικτύου κοινωνικής προστασίας . Η μεταπολεμική περίοδο έως το 1970 θα μπορούσε επομένως να χαρακτηρισθεί ως εποχή της προόδου του κοινωνικού κράτους.

Το τέλος όμως της οικονομικής μεγέθυνσης που ακολούθησε μετά την πρώτη πετρελαϊκή κρίση , αποτέλεσε ταυτόχρονα και την περίοδο της κρίσης του .

Οι περισσότερες συγκριτικές μελέτες που έγιναν κατά την περίοδο 1970-80, κάνουν λόγο για το ” τέλος του κράτους πρόνοιας”, δίδοντας στην νέα γενιά πολιτικών το έναυσμα για την αναζήτηση νέων μοντέλων κοινωνικής οργάνωσης του κράτους.

484732_509719205737674_1149374640_n

Επί των ημερών μας, τα περισσότερα προηγμένα κράτη με αφορμή τα δημοσιονομικά ελλείμματα , την υπογεννητικότητα  και  την υπεργήρανση του πληθυσμού υλοποιούν ανασταλτικές   μεταρρυθμίσεις των κοινωνικών δικτύων ανεξάρτητα από την πολιτική κατεύθυνση της εκάστοτε διακυβέρνησης.

Ενίοτε κραταιές  σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις όπως των νέων εργατικών υπό των Blair στην Mεγάλη Βρετανία  ή   των Γερμανών σοσιαλδημοκρατών υπό τον Schröder, αποστράφηκαν από παραδοσιακά σοσιαλδημοκρατικά αιτήματα όπως αυτό της αναδιανομής μέσω προοδευτικής φορολογίας , της   περίθαλψης μέσω ενός δωρεάν συστήματος υγείας και τον στόχο της πλήρους απασχόλησης.

Αξιοσημείωτη επίσης είναι η σταδιακή αποστασιοποίηση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας από τα συνδικάτα , ιδιαίτερα στην Αγγλία.

Αντιστοίχως εύκολη ήταν και οι προσαρμογή τους ελληνικού ΠΑΣΟΚ , των ισπανών και πορτογάλων σοσιαλιστών στις νεοφιλελεύθερες απαιτήσεις των μνημονίων.

Οι λόγοι της “δεξιάς” στροφής , σχετίζονται αφενός με την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού και αφετέρου με την οικουμενική κατίσχυση του   αγοραίου καπιταλιστικού προτύπου, βάση του οποίου η επίκληση μίας  ίσης κοινωνίας , με ισόμερη συμμετοχή των πολιτών στα κοινωνικά αγαθά και στις   κοινωνικές αξίες  θεωρείται αναχρονιστική επιλογή.

Η κοινωνική ανισότητα εμφανίζεται  ως φυσικό στοιχείο και ως αναγκαίος όρος ανάπτυξης του κοινωνικού συστήματος.

Η κυριαρχία του αγοραίου προτύπου, δηλαδή η αντίληψη ότι το κάθε άτομο θα πρέπει να αμείβεται με βάση την εξατομικευμένη συμβολή του στην παραγωγή, επέβαλε τους όρους της και στον σοσιαλδημοκρατικό λόγο που είναι πλέον υποχρεωμένος να αναθεωρήσει τις αφετηριακές του καταβολές.

Στόχος δεν είναι πλέον η άρση της κοινωνικής ανισότητας μέσω ενός αγώνα ενάντια στην αδικία, στην αθλιότητα και τον αποκλεισμό , αλλά η άμβλυνση των πιο ανυπόφορων παρενεργειών της μέσω της οικοδόμησης στοιχειωδών δικτύων ασφάλειας.

Εντούτοις εάν επιχειρήσει κανείς να αναζητήσει ένα ενιαίο μοντέλο κοινωνικού  κράτους προνοίας στην Ευρώπη θα συναντήσει σημαντικές δυσκολίες.

Ως εκ τούτου ο  Gosta – Esping Andersen διαφοροποιεί μεταξύ τριών μοντέλων – καθεστώτων κοινωνικού κράτους προσφέροντας έτσι αφενός   ένα εργαλείο για την μεγαλύτερη προγνωστική ακρίβεια και δυνατότητα και αφετέρου ένα τυπολογικό μοντέλο συγκριτικής αναλυτικής αναφοράς και σύνθεσης.

Συγκεκριμένα ο Espimg –Andersen αναφέρεται :

  1. Στο σοσιαλδημοκρατικό καθεστώς ευημερίας η πρόνοιας , το οποίο βασίζεται στην ατομική ελευθερία και κρατική ευθύνη   και χρηματοδοτείται κυρίως από φόρους.  Με πυξίδα την αρχή της παγκοσμιότητας το μοντέλο αυτό εγγυάται ίσους τίτλους σε όλους τους πολίτες , ανεξάρτητα από την ποσοτική τους συνεισφορά στους φόρους . Σήμα ποιότητας του σκανδιναβικού πρότυπου είναι η αντιμετώπιση όλων των πολιτών με τον ίδιο τρόπο   και η ένταση των υπηρεσιών του ειδικά σε σχέση με την κοινωνική φροντίδα .

Είναι χαρακτηριστικό ότι τα σκανδιναβικά κράτη πρόνοιας διαθέτουν διαστρωμματική υποστήριξη , ακόμη  και των ευημερούντων , επειδή ακριβώς διαθέτουν υψηλή περιεκτικότητα και ποιότητα υπηρεσιών.

Χώρες αναφοράς για το μοντέλο αυτό είναι οι σκανδιναβικές , όπως η Σουηδία, Δανία , Νορβηγία αλλά και η Φιλανδία.

  1. Στο συντηρητικό-κορπορατιστικό καθεστώς ευημερίας η πρόνοιας , όπως απαντάται στην Γερμανία , Γαλλία , Αυστρία, Βέλγιο αλλά και στην Ιταλία.

Το συγκεκριμένο μοντέλο στηρίζεται στην οικογένεια ( ο άνδρας κερδίζει το ψωμί) και παραδοσιακές κοινότητες , αποτελώντας ένα είδος κοινωνικού δικτύου θεμελιωμένο στην βάση της αλληλουποστήριξης.  Το συγκεκριμένο μοντέλο είναι θεμελιωμένο στην βάση , ότι τα κοινωνικά ασφαλιστικά σχήματα συνδέονται απευθείας με την εργασία και προϋποθέτει σταθερή εργασία σε όλη την διάρκεια της ζωής. Προτεραιότητα είναι η προστασία για την απώλεια εισοδήματος . Παραμελημένος είναι ο τομέας ενδο-οικογενειακής φροντίδας απέναντι στα παιδιά και τους ηλικιωμένους.

Η χρηματοδότηση του συστήματος διασφαλίζεται μέσω των κοινωνικών εισφορών και των φόρων.

       3. Το φιλελεύθερο καθεστώς ευημερίας , που βασίζεται στην προσωπική ελευθερία και ατομική συνεισφορά. Βασική του αρχή είναι αυτή της ατομικής ευθύνης . Ως παραδείγματα του μοντέλου αυτού αναφέρονται η Μεγάλη Βρετανία και οι Η Π Α . Η χρηματοδότηση στηρίζεται σε ιδιωτικές ασφαλιστικές συνεισφορές αντί για κοινωνική ασφάλιση και φόρους.

Ο ρόλος της κυβέρνησης είναι ελάχιστος και τα προγράμματα πρόνοιας απευθύνονται στους πλέον άπορους , εφόσον θεωρείται ως δεδομένο ότι η πλειοψηφία έχει την δυνατότητα να συντηρήσει τον εαυτό της   μέσω της αγοράς

603235_540047992674641_1420258125_nΌσον αφορά την Ελλάδα, το κοινωνικό δίκτυο εισήχθη με βάση τον συντηρητικό τύπο καθεστώτος ευημερίας κατά το γερμανικό και γαλλικό πρότυπο , συμπεριλαμβάνει όμως και σημαντικά στοιχεία  του φιλελεύθερου μοντέλου, τύπου Αγγλίας .

Πολύ περισσότερο όμως η περίπτωση της Ελλάδος εκπροσωπεί ένα ιδιόμορφο νοτιοευρωπαϊκό τύπο κοινωνικού κράτους όπου η οικογένεια   έχει ακόμη πρωτεύοντα ρόλο στην κοινωνική στήριξη , οι υπέρογκες κρατικές δαπάνες δεν αντιστοιχούν σε μακροπρόθεσμες κοινωνικές επενδύσεις και τα πελατειακά δίκτυα αντικαθιστούν πολλές φορές τον θεσμικό ρόλο του κράτους υποκαθιστώντας όμως  εν μέρει   την κοινωνική του ανεπάρκεια.

Οι πολιτικές και κοινωνικές ελίτ της χώρας προώθησαν ένα μοντέλο της “πανταχού παρουσίας του κράτους”, όπως θα έλεγε ο μεγάλος γάλλος κοινωνιολόγος και πολιτικός φιλόσοφος Τοκβίλ , εννοώντας ότι οι πολίτες τα περιμένουν όλα από αυτό βολευόμενοι στην αντίληψη ότι το δημόσιο είναι η πιο άνετη και η περισσότερη ανοιχτή από όλες τις οδούς .

Οι κυβερνήσεις είναι επομένως καταδικασμένες σε αδυναμία , επειδή τους είναι δύσκολο να περάσουν εκείνα τα μέτρα που προάγουν το γενικό συμφέρον έναντι των συντεχνιακών και πελατειακών συμφερόντων.

Παράλληλα το άτομο ως μονάδα αναδεικνύεται όλο και περισσότερο σε θεμέλιο λίθο του κοινωνικού ιστού ενταγμένο όμως σε παραδοσιακές κοινότητες και δεσμούς .

Το  ελληνικό κοινωνικό κράτος , το οποίο ποτέ δεν ολοκληρώθηκε τελεί σήμερα υπό την επίθεση της πλήρους απορρύθμισης των όποιων στοιχείων διαθέτει.

Η μετάβαση ωστόσο σε ένα  (νέο)φιλελεύθερο μοντέλο την οποία φαίνεται η σημερινή κυβέρνηση να προκρίνει , δεν είναι δυνατή στα πλαίσια ενός καπιταλιστικού συστήματος το οποίο είναι σε πολλές πτυχές λιγότερο ανεπτυγμένο από το ίδιο το κράτος.

Οι αποκρατικοποιήσεις ως μοχλός καπιταλιστικής ανάπτυξης φέρνουν αποτελέσματα μόνο όταν έχουν πολλαπλασιαστικές οικονομικές συνέπειες .

Αυτό προϋποθέτει την ύπαρξη δυναμικών οικονομικών τάξεων και δρώντων  , πράγμα που στην Ελλάδα μόνο εν μέρει  διαφαίνεται.

Δεν είναι επομένως διόλου παράλογο να υποθέσει κανείς , ότι οι αποκρατικοποιήσεις στην Ελλάδα δεν είναι ενταγμένες σε ένα ευρύτερο και μακρόπνοο αναπτυξιακό σχεδιασμό, αλλά εξυπηρετούν ως επί τω πλείστον  πρόσκαιρες  δημοσιονομικές και εν μέρει πελατειακές ανάγκες.

Το ίδιο άλλωστε, δύναται  να υποθέσει κανείς και για τον τρόπο με τον οποίο οι κυβερνήσεις χειρίστηκαν διαχρονικά ο ζήτημα του ασφαλιστικού.

Αποσπασματικά, πρόχειρα , πελατειακά.

Σήμερα δεν αποδίδουν οι  ετοιμοπαράδοτες συνταγές όπως αυτές που επιβάλει η τρόικα στην Ελλάδα.

Αντιθέτως η  πολιτική πρέπει να  επανασυνδεθεί με το αίτημα της κοινωνικής ισότητας χωρίς να παραγνωρίζει τα δημοσιονομικά δεδομένα της σύγχρονης εποχής.

Μία τέτοια στρατηγική δύναται να μεταφραστεί σε μήνυμα εξυγίανσης και μεταρρύθμισης της χώρας  όταν και εφόσον σε σύντομο ιστορικό χρόνο καταλήξει σε συγκεκριμένα κοινωνικά στηρίγματα και σαφής πολιτικές προτάσεις.

Απαιτείται μια κοινωνική στροφή όλων των κομμάτων εξουσίας με  κεντρικές αναφορές την προάσπιση  της δημόσιας δωρεάν παιδείας και υγείας , την πρόσβαση στην κοινωνία της γνώσης, την ολοκληρωμένη και βιώσιμη ανάπτυξη , την επένδυση στον άνθρωπο, την πτώση  των τιμών και τελικά την προώθηση μίας δίκαιης εισοδηματικής αναδιανομής υπέρ των ασθενέστερων.

Η επιδίωξη κοινωνικής δικαιοσύνης ακόμα και σε μια περίοδο λιτότητας  δεν είναι χαμένη υπόθεση.

Χρειάζονται όμως  ισχυρά εργαλεία κρατικής παρέμβασης στα πλαίσια ενός κεντρικού δημοκρατικού  προγραμματισμού με απώτερο σκοπό την εξισορρόπηση  της κοινωνικής αδικίας που ανακύπτει στις βαθιά ταξικές καπιταλιστικές κοινωνίες, οι οποίες εκ των δομικών τους στοιχείων γέρνουν την ζυγαριά υπέρ των ολίγων.

Με βάση αυτές τις παρατηρήσεις αναφύονται τεράστιες ευθύνες για  εκείνες τις παρατάξεις  που επιθυμούν  να εκφράσουν  την σοσιαλδημοκρατία στην Ελλάδα και ιδιαίτερα για το ΠΑΣΟΚ.

Παραδοσιακά η σοσιαλδημοκρατία στηρίζεται στην θέση η ότι κοινωνική δικαιοσύνη είναι η ίση κατανομή του πλούτου και των ευκαιριών.

Η κατανομή του πλούτου ωστόσο γίνεται μέσα από το κοινωνικό κράτος που  χρηματοδοτείται με μια προοδευτική φορολογία.

Το κοινωνικό κράτος είναι αυτό που αυξάνει το βιοτικό επίπεδο των κοινωνικά αδύναμων διευκολύνοντας έτσι την κοινωνική σύγκλιση και συνοχή.

Στο πλαίσιο αυτό, το ζητούμενο της  οικονομικής ανάπτυξη όχι μόνο δεν συγκρούεται με τις προστακτικές της σοσιαλδημοκρατίας αλλά συμβάλει στην υλοποίηση τους.

Μια δυναμικά αναπτυσσόμενη οικονομία παράγει τις φορολογικές

εισφορές οι οποίες είναι αναγκαίες για τη χρηματοδότηση των κοινωνικών δαπανών.

Ακόμα και υπό συνθήκες δημοσιονομικής κρίσης είναι σημαντικό  οι ανισότητες που εδράζονται στην αγορά, να μην επιφέρουν παρενέργειες στο επίπεδο της δημοκρατικής πολιτικής συμμετοχής, την εκπαίδευση, την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ή την δημόσια αξιοπρέπεια των ατόμων.

 Ως εκ τούτου απαιτείται να διανέμονται τα αναγκαία αγαθά  στους πολίτες ανεξάρτητα από την αγοραστική δύναμη τους.

Επομένως στόχος τους κράτους, σύμφωνα με την σοσιαλδημοκρατία, είναι η ελαχιστοποίηση εκείνων των κοινωνικών παραγόντων που υποσκάπτουν την κοινωνική ισότητα.

Στην κατεύθυνση αυτή ο στόχος πρέπει να είναι πρωτίστως η καταπολέμηση της φτώχειας, ένα φαινόμενο που κατά τη διάρκεια της κρίσης εντάθηκε στην χώρα μας.

Υπό το βάρος των παραπάνω επισημάνσεων, το άλλοτε κραταιό  ΠΑΣΟΚ  δεν μπορεί πλέον να συγκαλύπτει  την δεξιά του στροφή πίσω από τις ανάγκες της σωτηρίας της χώρας.

Αντίθετα,  οφείλει να αποσαφηνίσει  την κοινωνική του στροφή  και  να υπερβεί τα ετερόκλητα δομικά του χαρακτηριστικά που προέρχονται από την παλινδρόμηση μεταξύ συντηρητικών θέσεων και προοδευτικών αντιλήψεων.

Ήρθε η ώρα να εκφραστεί  καθαρά με ποιόν είναι και με ποιόν δεν είναι το ΠΑΣΟΚ για να  οδηγηθεί σε μία ενιαία πλέον πολιτική στάση.

Μαυροζαχαράκης Μανόλης – Κοινωνιολόγος – Πολιτικός Επιστήμονας

 by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Συναφές: 

Η κρίση της Δημοκρατίας 

Το ανώτατο στάδιο του καιροσκοπισμού 

Ούτε λεφτά ούτε ιδέες

Ιδιωτικός πλούτος και ευρωπαϊκή αλληλεγγύη 

Μήπως έφτασε το τέλος της Δύσης;