Επιδημία Ιλαράς – Πληροφορίες και Οδηγίες


Η επιδημία ιλαράς στην Ευρώπη, που ξεκίνησε το Φεβρουάριο του 2016, λόγω ανεπαρκούς εμβολιασμού του πληθυσμού, πλήττει και την Ελλάδα, στην οποία μέχρι πρότινος καταγραφόταν πολύ μικρός αριθμός σποραδικών περιστατικών (περίπου 1 κρούσμα ετησίως την τελευταία 3ετία).

Τι είναι η Ιλαρά;

Είναι ιογενής λοίμωξη υψηλής μεταδοτικότητας που οφείλεται στον ιό της ιλαράς. Τις πρώτες 2-4 ημέρες, εμφανίζεται πυρετός, έντονη καταρροή, βήχας, επιπεφυκίτιδα και φωτοφοβία. 1-2 ημέρες πριν ή μετά την εμφάνιση του εξανθήματος εμφανίζονται κηλίδες που είναι χαρακτηριστικές της νόσου. Το εξανθηματικό στάδιο διαρκεί 5-6 ημέρες, ενώ το στάδιο της ανάρρωσης χαρακτηρίζεται από πτώση του πυρετού και εξαφάνιση του εξανθήματος σταδιακά, σβήνοντας πρώτα από το πρόσωπο και τελικά από τα άκρα.

Πώς μεταδίδεται η Ιλαρά;

Η Ιλαρά χαρακτηρίζεται ως πολύ μεταδοτική νόσος. Μεταδίδεται κυρίως αερογενώς από άτομο σε άτομο   με   σταγονίδια   που   αποβάλλουν   οι   ασθενείς   και   σπανιότερα   με   αντικείμενα   που μολύνθηκαν πολύ πρόσφατα από ρινικές και φαρυγγικές εκκρίσεις. Τα άτομα που νοσούν μεταδίδουν την νόσο 4 ημέρες πριν την εμφάνιση του εξανθήματος, έως και 4 ημέρες μετά την εμφάνιση του εξανθήματος.

Πώς μπορώ να προλάβω τη μετάδοση Ιλαράς;

Υπάρχει αποτελεσματικό   εμβόλιο που κυκλοφορεί στην Ελλάδα από το 1970 και συνιστάται να γίνεται υποδόρια σε δυο δόσεις σε ηλικία 12-15 μηνών και 4-6 ετών.   Αν κάποιος δε έχει εμβολιαστεί πλήρως με δύο δόσεις του εμβολίου ή δεν έχει νοσήσει από ιλαρά, διατρέχει κίνδυνο να νοσήσει και πρέπει να εμβολιαστεί.  Ο εμβολιασμός εξασφαλίζει μακρόχρονη ανοσία.

Ποιες είναι οι συστάσεις για εμβολιασμό;

Η σύσταση της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμού περιλαμβάνει τον άμεσο εμβολιασμό των παιδιών, των εφήβων και των ενηλίκων που δεν έχουν εμβολιαστεί με τις απαραίτητες δόσεις. Σύμφωνα με το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών, παιδιά, έφηβοι και ενήλικες που έχουν γεννηθεί μετά το 1970 και δεν έχουν ιστορικό νόσου πρέπει να είναι εμβολισμένοι με 2 δόσεις εμβολίου για την ιλαρά (με τη μορφή μονοδύναμου εμβολίου ιλαράς ή μικτού εμβολίου MMR).

Συνιστάται η διενέργεια της 1ης δόσης του εμβολίου MMR στην ηλικία των 12 μηνών και η διενέργεια της 2ης δόσης τρεις (3) μήνες μετά την 1η δόση ή –εφόσον έχει παρέλθει το διάστημα αυτό– το ταχύτερο δυνατόν. Σε περιπτώσεις υψηλού κινδύνου, η 2η δόση μπορεί να γίνει με μεσοδιάστημα  τουλάχιστον  4  εβδομάδων  από  την  1η.  Οι  συστάσεις  αυτές  ισχύουν  για  όσο διάστημα η επιδημική έξαρση ιλαράς είναι σε εξέλιξη και μέχρι να εκδοθεί νεότερη απόφαση της Επιτροπής.

Πότε να απευθυνθώ στον Ιατρό μου;

Το συντομότερο δυνατόν αν ένας ενήλικας ή ένα παιδί εμφανίσει ύποπτα συμπτώματα συμβατά με την ιλαρά όπως ο πυρετός και το εξάνθημα. Προτείνεται να προηγηθεί τηλεφωνική επικοινωνία πριν την επίσκεψη, ώστε να γίνουν ρυθμίσεις των ραντεβού με σκοπό να μειωθεί ο κίνδυνος μετάδοσης της ιλαράς. Επίσης, πρέπει να απευθυνθεί στον Ιατρό του κάποιος που έχει έρθει σε στενή επαφή με άτομο που πάσχει από ιλαρά και είναι επίνοσος, ακόμα και αν δεν εχει συμπτώματα.

Τι θα γίνει αν κάποιος νοσήσει;

Αρχικά, το κρούσμα θα δηλωθεί στις αρμόδιες υγειονομικές αρχές. Η απομόνωση- καραντίνα των ασθενών ή η ταυτόχρονη απολύμανση δεν εφαρμόζονται σε ευρεία βάση, ωστόσο παιδιά με ιλαρά απομακρύνονται από το σχολείο για 4-5 ημέρες από την εμφάνιση του εξανθήματος. Αν υπάρχουν παιδιά του στενού περιβάλλοντος των κρουσμάτων με πρόδρομα καταρροϊκά φαινόμενα πρέπει να γίνει περιορισμός της επικοινωνίας με ευπαθή άτομα ιδίως βρέφη και εγκυμονούσες. Ικανοποιητική προστασία προσφέρει ο εμβολιασμός των στενών επαφών 72 ώρες από την έκθεση στον ιό, ενώ η παθητική ανοσοποίηση με ανοσοσφαιρίνη (IVIG) εφαρμόζεται μέσα στις πρώτες 6 ημέρες από την έκθεση στον ιό σε ευπαθή (βρέφη κάτω του έτους, έγκυες γυναίκες) ή ανοσοκατασταλμένα άτομα του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος του ασθενούς που έχουν αυξημένο  κίνδυνο  επιπλοκών  ή  σε  άτομα  που ο  εμβολιασμός  αντενδείκνυται.  Το  εμβόλιο  θα πρέπει να χορηγηθεί σε όλα τα παραπάνω άτομα που έλαβαν ανοσοσφαιρίνη, μετά από 5-6 μήνες, εκτός όσων ο εμβολιασμός αντενδείκνυται.

Πρέπει να γίνει διερεύνηση επαφών;

Θα πρέπει να γίνει έλεγχος για εντοπισμό της πηγής μόλυνσης και αναζήτηση άλλων πιθανών κρουσμάτων στο ευρύτερο περιβάλλον του ασθενούς. Οι στενές επαφές από το οικογενειακό, εργασιακό, σχολικό, κοινωνικό περιβάλλον, ιατρονοσηλευτικό προσωπικό, θα πρέπει να διερευνώνται σε όλη την περίοδο μεταδοτικότητας της νόσου.

Υπάρχει θεραπεία;

Ειδική θεραπεία ασθενών δεν εφαρμόζεται. Σε αναπτυσσόμενες χώρες και ιδίως σε παιδιά με υποθρεψία, συνιστάται η χορήγηση βιταμίνης Α για πρόληψη επιπλοκών (τύφλωση) και μείωση της θνητότητας.

________

  Πηγή: GEP – Ολοκληρωμένες Υπηρεσίας Υγείας


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -