Συνθετικές a priori κρίσεις του Καντ

cant-corteseΕισαγωγή


Το θέμα του παρόντος άρθρου είναι οι συνθετικές a priori κρίσεις του Καντ. Προκειμένου να προσεγγίσουμε το θέμα μας όσο πιο ολοκληρωμένα γίνεται, θα αναφερθούμε στις έννοιες του a priori που χρησιμοποιεί ο Καντ καθώς και στις συνθετικές a priori προτάσεις πριν αναλύσουμε τις συνθετικές a priori κρίσεις εκτενέστερα.

  1. Οι έννοιες του a priori στον Κάντ

Για τον Καντ ο ανθρώπινος νους είναι εφοδιασμένος με κάποιες γενικές έννοιες. Τις έννοιες αυτές ο άνθρωπος δεν τις απέκτησε με το πέρασμα του χρόνου μέσω της εμπειρίας αλλά προϋπήρχαν και αυτός είναι και ο λόγος που τις ονομάζει a priori.

Τις a priori έννοιες ο Κάντ τις ονομάζει κατηγορίες και διακρίνει δώδεκα από αυτές οι οποίες με τη σειρά τους χωρίζονται σε τέσσερις ομάδες. Η πρώτη ομάδα είναι αυτή του ποσού όπου συμπεριλαμβάνονται οι κατηγορίες της ενότητας, της πολλαπλότητας και της ολότητας. Η δεύτερη ομάδα είναι αυτή του ποιου στην οποία περιλαμβάνονται οι κατηγορίες της πραγματικότητας, της άρνησης και του περιορισμού. Η τρίτη ομάδα είναι αυτή της αναφοράς όπου περιλαμβάνονται οι κατηγορίες της ουσιότητας, της αιτιότητας και της αλληλεπίδρασης και η τέταρτη ομάδα είναι αυτή του τρόπου στην οποία περιλαμβάνονται οι κατηγορίες της δυνατότητας, της ύπαρξης και της αναγκαιότητας. 1

Για τις συγκεκριμένες έννοιες ο Καντ αναφέρει ότι: Οι καθαρές έννοιες του νου γεννούν την αναπότρεπτη ανάγκη να ζητήσομε όχι μόνο τη δική τους υπερβατική παραγωγή αλλά και του χώρου. Πραγματικά επειδή αυτές μιλάνε για αντικείμενα όχι μέσω των κατηγορημάτων της εποπτείας και της αισθητικότητας αλλά μέσω της καθαρής a priori νοήσεως, αυτές [οι έννοιες] αναφέρονται στα αντικείμενα ανεξάρτητα από τους όρους της αισθητικότητας και, επειδή δε βασίζονται στην εμπειρία, δεν μπορούν και να δείξουν κανένα αντικείμενο στην a priori εποπτεία, όπου να στηρίξουν τη σύνθεσή τους πριν από κάθε εμπειρία και γι’ αυτό όχι μόνο προκαλούν υποψία για το αντικειμενικό κύρος και τα όρια της χρήσεώς τους αλλά και καθιστούν διφορούμενη [αμφίσημη] ακόμα και αυτή την έννοια του χώρου λόγω του ότι έχουν την τάση να τον χρησιμοποιούν πέρα από τους όρους της καθ’ αίσθηση εποπτείας. αυτός είναι ο λόγος που πάρα πάνω χρειαζόταν μια υπερβατική παραγωγή του [του χώρου]. 2

Οι κατηγορίες αυτές, δηλαδή οι a priori έννοιες που υπάρχουν στον άνθρωπο, ο Κάντ αποσαφηνίζει πως δεν σχετίζονται με αυτές που δημιουργούνται μέσω της εμπειρίας. Ο Θ. Πελεγρίνης αναφέρει ένα παράδειγμα που κάνει διακριτή τη διαφορά που υπάρχουν ανάμεσα στις δύο αυτές κατηγορίες εννοιών, δηλαδή αυτές που είναι a priori και αυτές που δημιουργούνται μέσω της εμπειρίας: Για παράδειγμα, δεν θα μπορούσα να σχηματίσω την έννοια ενός κίτρινου τριαντάφυλλου, εάν προηγουμένως δεν είχα δει το κίτρινο χρώμα, εάν δεν είχα μυρίσει το άρωμα του ή εάν, αγγίζοντας το, δεν είχα νιώσει την βελούδινη αίσθηση του στο χέρι μου. Από τις παραστάσεις αυτές, με τις οποίες οι αισθήσεις μου εφοδιάζουν την εμπειρία μου, συνάγω την έννοια του κίτρινου τριαντάφυλλου. Δεν θα μπορούσα, όμως στηριζόμενος στις παραστάσεις των αισθήσεων μου, να σχηματίσω την έννοια του κίτρινου τριαντάφυλλου, εάν δεν είχαν από πριν μέσα μου την κατηγορία της ενότητας ή της ολότητας, οι οποίες μου υποδεικνύουν πως από διάφορα κομμάτια μπορώ να φτιάξω ένα ενιαίο, ολοκληρωμένο σύνολο, από το οποίο δεν θα μένει απέξω κανένα από τα κομμάτια αυτά. 3

Οι a priori κατηγορίες για τον Καντ είναι επινόηση του μυαλού που αφού τις δημιούργησε, έπειτα τις δοκίμασε μέσω της εμπειρίας και επειδή τις βρήκε αποτελεσματικές τις διατήρησε. Αυτό σημαίνει ότι η εμπειρία είναι αυτή που αποτελεί το μέσο για τη διατήρηση ή όχι των κατηγοριών, αφού στην αντίθετη περίπτωση, δηλαδή αν δεν βρεθούν αποτελεσματικές μπορούν να αντικατασταθούν με άλλες. Βάση αυτής της λογικής, καμία κατηγορία δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη και σίγουρη και ανά πάσα στιγμή κάποια από αυτές μπορεί να αντικατασταθεί από κάποια άλλη. 4Kant_338721b

  1. Οι συνθετικές a priori προτάσεις

Πριν από τον Καντ, μία κατηγοριοποίηση των προτάσεων που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος για να εκφραστεί έκανε ένας άλλος φιλόσοφος, ο Χιουμ. Σύμφωνα με τον Χιουμ, οι προτάσεις αυτές χωρίζονται σε αναλυτικές και συνθετικές.

Αναλυτικές ονομάζονται οι προτάσεις που οδηγούν σε συμπέρασμα λόγω της ανάλυσης που γίνεται στις λέξεις που περιέχουν. Ένα παράδειγμα μίας αναλυτικής πρότασης είναι η «όλα τα τρίγωνα έχουν τρεις γωνίες». Από τη λέξη τρίγωνο και μόνο ο άνθρωπος μπορεί να συμπεράνει ότι υπάρχουν τρεις γωνίες γιατί αυτή είναι η ιδιότητα που έχουν τα τρίγωνα. Έτσι, ένα κύριο χαρακτηριστικό αυτών των προτάσεων είναι ότι είναι αληθινές γιατί για παράδειγμα αν δεν υπάρχουν τρεις γωνίες δεν αναφερόμαστε σε τρίγωνο αλλά σε ένα όλο σχήμα και έτσι αναιρείται όχι μόνο ένα μέρος αλλά όλη η πρόταση. 5

Οι αναλυτικές όμως προτάσεις παρόλο που είναι αληθινές δεν έχουν καμία απολύτως γνωστική αξία για τον άνθρωπο γιατί περιλαμβάνουν γνώση που ήδη κατέχει. Ο άνθρωπος που διατυπώνει τη πρόταση που χρησιμοποιήθηκε ως παράδειγμα γνωρίζει ότι το τρίγωνο έχει τρεις γωνίες και εκφράζει μεν την αλήθεια αλλά δεν αποκτά κάποια περαιτέρω γνώση από αυτή που ήδη έχει.

Εντελώς αντίθετες από τις αναλυτικές προτάσεις είναι οι συνθετικές. Οι συνθετικές δεν είναι πάντα αληθινές όπως στη περίπτωση των αναλυτικών αλλά έχουν γνωστική αξία, κάτι που δεν συμβαίνει στη περίπτωση των δεύτερων. Ένα παράδειγμα μίας συνθετικής πρότασης είναι η «έξω βρέχει». Και σε αυτή τη περίπτωση για να διαπιστωθεί αν η πρόταση είναι αληθινή ή όχι απαιτείται ανάλυση των λέξεων που υπάρχουν σε αυτά αλλά αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι μέσω αυτής της διαδικασίας θα εξακριβωθεί η αλήθεια της. 6

Στις συνθετικές προτάσεις για να εξακριβωθεί αν είναι αληθείς ή όχι, θα πρέπει να υπάρχει και η εξακρίβωση μέσω της εμπειρίας. Μπορεί κάποιος δηλαδή να καταλάβει αν η πρόταση που χρησιμοποιήθηκε είναι αληθινή ή όχι μόνο αν βγει έξω να ελέγξει αν πραγματικά βρέχει ή όχι. Οι συνθετικές προτάσεις λοιπόν, όπως μαρτυρά και η ονομασία τους απαιτούν μία σύνθετη διαδικασία προκειμένου να εξακριβωθεί η αλήθεια τους. Επίσης, θα πρέπει να σημειωθεί ότι λόγω αυτής της ιδιαιτερότητας τους ναι μεν οι συνθετικές προτάσεις μπορούν να παρέχουν πληροφορίες και γνώσεις αλλά αυτές θα πρέπει να ελεγχθεί πρώτα αν ισχύουν και να μην λαμβάνονται ως δεδομένες γιατί μπορεί να μην ισχύουν.

Κατά συνέπεια, οι αναλυτικές προτάσεις είναι μεν αξιόπιστες αλλά δεν παρέχουν γνώση ενώ οι συνθετικές παρέχουν γνώση αλλά δεν είναι αξιόπιστες. Τον τρόπο σκέψης του Χιουμ προσπάθησε να τον ανασκευάσει ο Καντ και να δημιουργήσει ένα νέο τρόπο σκέψης: Το πρώτο βήμα στα ζητήματα της καθαρής λογικής, το οποίο χαρακτηρίζει την παιδική ηλικία της, είναι δογματικό. Το δεύτερο βήμα είναι σκεπτικιστικό, και μαρτυρεί την περίσκεψη της μέσω εμπειρίας σωφρονισμένης κριτικής ικανότητας. Χρειάζεται όμως τώρα κι ένα τρίτο βήμα, που ταιριάζει στην ωριμασμένη κι αντρίκια κριτική ικανότητα, η οποία στηρίζεται πάνω σε στέρια και ως προς τη γενικότητά τους δοκιμασμένα αξιώματα· χρειάζεται δηλαδή να υποβάλει σε εξέταση όχι μόνο τα λογικά πραγματώματα αλλά και την ίδια τη λογική, ως προς όλη την ικανότητα και καταλληλότητά της στο να παράγει καθαρές γνώσεις a priori· αυτό δεν είναι λογοκρισία, παρά κριτική της λογικής. Αυτή η κριτική δεν θα καταδείξει μόνο φραγμούς αλλά και θα καθορίσει τα όρια της λογικής, δηλαδή όχι μόνο την άγνοιά της ως προς αυτό ή εκείνο το μέρος, αλλά ως προς όλα τα ενδεχόμενα ερωτήματα ενός ορισμένου είδους, κι όχι μόνο με εικασίες αλλά βάσει αρχών. 7

Έτσι ο Καντ δημιούργησε ένα τρίτο τύπο προτάσεων οι οποίες και γνώση παρέχουν αλλά και αξιόπιστες είναι και αυτές είναι οι συνθετικές a priori. Οι προτάσεις αυτές και γνώσεις και πληροφορίες παρέχουν αλλά παράλληλα είναι και αληθινές. 8

Ένα παράδειγμα συνθετικής a priori πρότασης είναι η «7+5=12». Η συγκεκριμένη πρόταση αρχικά φαίνεται σαν αναλυτική πρόταση αφού είναι δεδομένο ότι η συγκεκριμένη πράξη δίνει το συγκεκριμένο αριθμητικό αποτέλεσμα. Αυτό όμως δεν ισχύει απόλυτα στη συγκεκριμένη πρόταση. Οι αναλυτικές προτάσεις όταν μετατραπούν σε αρνητικές εμπεριέχουν την αντίφαση. Για παράδειγμα η πρόταση «όλα τα λευκά λουλούδια είναι λευκά» αν αντιστραφεί σε «όλα τα λευκά λουλούδια δεν είναι λευκά», τότε υπάρχει αντίφαση. Στη περίπτωση όμως του παραδείγματος της συνθετικής πρότασης. Η αρνητική διάσταση της πρότασης αποδίδεται όπως είδαμε μέσα από την αντιστροφή των λέξεων της. Στη πρόταση όμως που χρησιμοποιείται ως παράδειγμα συνθετικής η αντιστροφή των στοιχείων της δεν μας δίνει ούτε αρνητικό αλλά ούτε κα αρνητικό αποτέλεσμα αφού «5+7» μας κάνει και πάλι 12. Ακόμα και αν το αποτέλεσμα που βγει που από τη πρόσθεση των δύο αριθμών είναι λανθασμένο όπως για παράδειγμα 13, και πάλι δεν μπορεί να θεωρηθεί αντιφατικό. 9

Το ότι θεωρούμε όμως αυτή την αριθμητική πράξη και την πρόταση στην οποία εμπεριέχεται αληθινή είναι ως ένα βαθμό λόγω της εξοικείωσης που υπάρχει με αυτή με αποτέλεσμα το άθροισμα της να θεωρείται δεδομένο. Η συγκεκριμένη πράξη είναι μία πράξη που εύκολα μπορεί να κάνει κάποιος άνθρωπος και κατά συνέπεια δεν νοείται γι’ αυτόν να υπάρχει διαφορετικό αποτέλεσμα πέρα του 12. Αν όμως οι αριθμοί της πρότασης ήταν εξαιρετικά μεγάλοι και κάποιος αναφέρει ένα διαφορετικό αποτέλεσμα, τότε αυτό δεν εύκολο να αμφισβητηθεί γιατί δεν είναι εύκολο να ελεγχθεί άμεσα. Θα πρέπει να γίνει η πράξη της πρόσθεσης ανάμεσα στους δύο μεγάλους αριθμούς για να εξακριβωθεί αν το άθροισμα είναι σωστό ή όχι.

Βάση λοιπόν των παραπάνω ο ίδιος ο Καντ αναφέρει ότι η πρόταση «7+5=12» δεν είναι αναλυτική γιατί: η έννοια του αθροίσματος των αριθμών 7 και 5 δεν περιέχει τίποτε παραπάνω από την συνένωση των δύο αριθμών σ’ έναν, χωρίς, συγχρόνως, να μας υποδεικνύει και ποιος είναι ο αριθμός αυτός που περιέχει τους δύο άλλους αριθμούς. Η έννοια του 12 κατ’ ουδένα τρόπον νοείται απλώς και μόνον από το γεγονός ότι σκέφτηκα την συνένωση του πέντε και του εφτά. Όσο κι αν αναλύσω μέσα μου την έννοια του αθροίσματος των δύο αυτών αριθμών, δεν θα βρω σε αυτήν τον αριθμό δώδεκα. 10Kant-1

  1. Οι συνθετικές a priori κρίσεις

Όπως είδαμε στη προηγούμενη ενότητα, ο Καντ χρησιμοποιεί παραδείγματα από την επιστήμη των μαθηματικών για να επεξηγήσει τις συνθετικές a priori προτάσεις. Τα μαθηματικά εντοπίζονται και στις συνθετικές a priori κρίσεις όπου ο Καντ τα κατονομάζει ως μία από τις δύο επιστήμες όπου εντοπίζονται με δεύτερη αυτή της φυσικής.

Για τα μαθηματικά λοιπόν ο Καντ, και ειδικότερα για τη γεωμετρία, αναφέρει ότι η βασική της έννοια είναι ο χώρος και ότι αυτή μπορεί να εξηγηθεί χωρίς την βοήθεια της φιλοσοφίας. Ο χώρος στα μαθηματικά, και αναφερόμαστε στον εξωτερικό χώρο που μπορεί να γίνει αντιληπτός μέσα από τις ανθρώπινες αισθήσεις, αποτελεί τη μορφή της εποπτείας του. 11

Θα πρέπει σε αυτό το σημείο να αναφερθεί ότι ο χώρος και ο χρόνος αποτελούν για τον Καντ, βασικές μορφές της καθαρής εποπτείας: «γιατί αν κάποιος αφαιρέσει από τις εμπειρικές εποπτείες των σωμάτων και των μεταβολών τους (κίνηση) κάθε τι εμπειρικό, δηλαδή οτιδήποτε ανήκει στο αίσθημα, εξακολουθεί να παραμένει ο χώρος και ο χρόνος, οι οποίοι συνεπώς είναι καθαρές εποπτείες, οι οποίες υπάρχουν a priori ως θεμέλιο των εμπειρικών εποπτειών και γι’ αυτό ποτέ δεν μπορούν να λείπουν· αλλ’ ακριβώς επειδή είναι καθαρές εποπτείες a priori, αποδείχνουν ότι δεν είναι παρά μορφές της αισθητήριας ικανότητας, οι οποίες πρέπει να προηγούνται κάθε εμπειρικής εποπτείας, δηλαδή κάθε κατ’ αίσθηση αντίληψης πραγματικών αντικειμένων, και σύμφωνα με αυτές μπορούν κάποια αντικείμενα να γνωρίζονται a priori, αλλά βέβαια μόνο καθώς αυτά μας φαίνονται. 12

Με αυτή την άποψη του Κάντ για το χώρο και το χρόνο συμφωνεί και ο Παπανούτσος ο οποίος επεξηγεί και τι σημαίνει με την έννοια σύνθεση ο φιλόσοφος και πως οι έννοιες αυτές αποτελούν a priori μορφές εποπτείας:

Πρώτα χρησιμοποιούνται οι a priori μορφές της εποπτείας, ο τόπος και ο χρόνος, για να σχηματισθούν οι παραστάσεις, και έπειτα με την επέμβαση των καθαρών μορφών της νόησης, των κατηγοριών, ο νους συγκροτεί τελειότερα λογικά πλάσματα: τις έννοιες, όπου αποθησαυρίζεται η αντικειμενική, έγκυρη γνώση. Κατά βάθος όλη αυτή η επεξεργασία είναι μια διαδικασία συνθετική. Σύνθεση, λέγει ο Καντ, ονομάζω αυτή τη δραστηριότητα, για να δείξω ότι οι δεσμοί με τους οποίους ο νους συνθέτει τα δεδομένα των αισθήσεων και κατασκευάζει τα αντικείμενα (τις έννοιές τους) δεν δίνονται μαζί με αυτά, αλλά υφαίνονται από το ίδιο το υποκείμενο με την αυτενέργειά του. Είναι πλάνη λοιπόν να νομίζομε τα αντικείμενα είδωλα μιας αυθύπαρκτης πραγματικότητας απάνω στο αδρανές κρύσταλλο της συνείδησης. Τα αντικείμενα είναι προϊόντα της συνθετικής λειτουργίας της 13

Η επιστήμη των μαθηματικών είναι υποχρεωμένη να αναφέρεται σε εποπτείες λόγω του ότι δεν υπάρχει εμπειρικός τρόπος επιβεβαίωσης της γνώσης. Έτσι, η γνώση που ο άνθρωπος αποκτά μέσα από αυτή την επιστήμη είναι a priori ασχέτως αν μετέπειτα εφαρμόζεται και εμπειρικά.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν θεωρείται εφικτή η επίτευξη της γνώσης μόνο μέσω των αισθήσεων και των εμπειριών. Αυτό σημαίνει ότι για να επιτευχθεί η γνώση θα πρέπει να υπάρχει και κάποιος άλλος παράγοντας που αναμειγνύεται. Έτσι, παράλληλα με αυτές τις αισθήσεις και τις εμπειρίες, η γνώση μπορεί να είναι εφικτή μέσω της καθαρής εποπτείας κατά την διάρκεια της οποίας μπορούν να γίνουν αποδεκτά φαινόμενα που δεν έχουν δημιουργηθεί από εμάς. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο με τη χρήση συγκεκριμένων αξιωμάτων που θεωρούνται ως αποδεκτά: Αλλά το ζήτημα δεν είναι, πώς προσδιορίζονται τα πράγματα καθ’ εαυτά, αλλά πώς προσδιορίζεται η εμπειρική μας γνώση για τα πράγματα σε σχέση προς αυτά τα στοιχεία των κρίσεων ενγένει, δηλαδή πώς τα πράγματα ως αντικείμενα της εμπειρίας μπορούν και οφείλουν να υπάγονται σ’ εκείνες τις νοητικές έννοιες. Είναι λοιπόν σαφές ότι εγώ αναγνωρίζω εντελώς όχι μόνο τη δυνατότητα αλλά και την αναγκαιότητα του να υπάγονται όλα τα φαινόμενα σ’ αυτές τις έννοιες, δηλαδή να χρησιμεύουν αυτές οι έννοιες ως αξιώματα που αφορούν τη δυνατότητα της εμπειρίας. 14

Η επιστήμη των μαθηματικών σχετίζεται με το χώρο όπως έχει ήδη αναφερθεί και η γεωμετρία σχετίζεται με το χρόνο. Οι δύο αυτές όμως έννοιες είναι υποκειμενικές για τον άνθρωπο και κατά συνέπεια η γνώση στο συγκεκριμένο επιστημονικό πεδίο μπορεί να προέλθει μόνο μέσω της εποπτείας. Για παράδειγμα, ένα γεωμετρικό σχήμα δεν γίνεται αντιληπτό από τον άνθρωπο μέσω της σωματικής εμπειρίας και δεν μπορεί να προκαλέσει σε αυτόν και κανένα αίσθημα. Αυτό σημαίνει ότι η εποπτεία που εφαρμόζεται στο συγκεκριμένο αντικείμενο είναι απολύτως καθαρή και έτσι μπορούν να υπάρχουν συνθετικές a priori κρίσεις ή προτάσεις.

Για να γίνει όμως κατανοητό τι εννοούμε με τα παραπάνω θα πρέπει να αποσαφηνιστεί τι ακριβώς είναι οι εποπτείες και τι ακριβώς είναι οι κρίσεις. Οι εποπτείες δημιουργούνται από τις αισθήσεις του ανθρώπου. Με τη σειρά του ο ανθρώπινους νους είναι αυτός που συνδέει τις παραστάσεις που δημιουργούνται στον άνθρωπο με τη συνείδηση του: Έργο των αισθήσεων είναι να σχηματίζουν εποπτείες· έργο του νου να σκέπτεται. Σκέπτομαι θα πει: συνενώνω παραστάσεις σε μια συνείδηση. Αυτή η συνένωση γίνεται ή μόνο σχετικά προς το υποκείμενο και τότε είναι τυχαία και υποκειμενική, ή γίνεται απόλυτα και τότε είναι αναγκαία και αντικειμενική. Η συνένωση των παραστάσεων σε μια συνείδηση είναι κρίση. Σκέπτομαι θα πει λοιπόν: κρίνω, ή ανάγω παραστάσεις σε κρίσεις. Γι’ αυτό οι κρίσεις είναι ή απλώς υποκειμενικές, αν οι παραστάσεις σχετίζονται μόνο με μια συνείδηση μέσα σε ένα υποκείμενο και συνενώνονται μέσα του· ή είναι αντικειμενικές, αν συνενώνονται σε μια συνείδηση εν γένει, δηλαδή με αναγκαιότητα. Τα λογικά στοιχεία όλων των κρίσεων είναι πολλοί μπορετοί τρόποι συνένωσης των παραστάσεων σε μια συνείδηση. Αλλ’ αν αυτά τα στοιχεία εκληφθούν ως έννοιες, τότε είναι έννοιες που αφορούν την αναγκαία συνένωση των παραστάσεων σε μια συνείδηση, συνεπώς αρχές αντικειμενικών κρίσεων. Αυτή η συνένωση σε μια συνείδηση είναι ή αναλυτική, μέσω ταυτότητας, ή συνθετική, μέσω συντοποθέτησης διαφόρων παραστάσεων. Η εμπειρία συνίσταται στη συνθετική σύναψη των φαινομένων (δηλαδή των κατ’ αίσθηση αντιλήψεων) σε μια συνείδηση, κατά το μέτρο που αυτή η σύναψη είναι αναγκαία. Γι’ αυτό οι καθαρά νοητικές έννοιες είναι εκείνες, στις οποίες οφείλουν να υπαχθούν όλες οι κατ’ αίσθηση αντιλήψεις, για να μπορέσουν να μετατραπούν σε κρίσεις εμπειρίας, δηλαδή σε κρίσεις, μέσα στις οποίες η συνθετική ενότητα των κατ’ αίσθηση αντιλήψεων παρουσιάζεται ως αναγκαία και με γενικό κύρος. 15

Στη περίπτωση που η σύνδεση των παραστάσεων με τη συνείδηση γίνεται συγκεκριμένα για ένα άνθρωπο, τότε είναι τυχαία ενώ αν η σύνδεση αυτή θεωρείται απόλυτη και ευρέως αποδεκτή, τότε θεωρείται αναγκαία. Παράλληλα, βάση της συγκεκριμένης διάκρισης, η σύνδεση μπορεί να χαρακτηριστεί και ως υποκειμενική και αντικειμενική αντίστοιχα. 16

Η σύνδεση λοιπόν που πραγματοποιεί ο ανθρώπινος νους ανάμεσα στις παραστάσεις και τη συνείδηση είναι η κρίση. Οι κρίσεις ακολουθούν στον Καντ μία κατηγοριοποίηση ανάλογη με αυτή των προτάσεων, δηλαδή μπορεί να είναι αναλυτικές ή συνθετικές ανάλογα με τον αριθμό των συνειδήσεων που μπορεί να είναι συνδεδεμένες με αυτές. Εάν οι παραστάσεις συνδέονται με μία και μόνο κρίση τότε αυτή είναι υποκειμενική, στην αντίθετη περίπτωση, δηλαδή αν οι παραστάσεις συνδέονται με όλες τις συνειδήσεις τότε η κρίση είναι αντικειμενική. Στην υποκειμενική περίπτωση η σύνδεση είναι αναλυτικά ενώ στην αντικειμενική περίπτωση είναι συνθετική γιατί δεν αναφερόμαστε στις παραστάσεις ενός και μόνο ατόμου αλλά περισσοτέρων οι οποίες μπορεί να είναι και διαφορετικές ανάμεσα τους.17

Στη σύνδεση των παραστάσεων με τη συνείδηση έχουν πολύ σημαντικό ρόλο οι εμπειρικές αρχές που έχουν οι άνθρωποι. Στις περισσότερες των περιπτώσεων οι αρχές αυτές είναι a priori γνώση και από αυτή προκύπτουν a priori κανόνες οι οποίοι βοηθούν τη σύνδεση και παράλληλα αποτελούν και μορφές της κρίσης.

Κατά συνέπεια, όταν αναφερόμαστε σε συνθετικές a priori κρίσεις εννοούμε τις κρίσεις που ισχύουν γενικώς και δεν χρησιμοποιούνται με αναλυτικό τρόπο για να επιφέρουν τη γνώση. Οι συνθετικές a priori κρίσεις δηλαδή είναι αυτές που βασίζονται σε αρχές που προέρχονται από την a priori γνώση και θεωρούνται ότι ισχύουν.

KantLecturingΕπίλογος

Με τον όρο a priori γενικότερα ο Καντ δημιούργησε μία συγκεκριμένη μεθοδολογία σκέψης η οποία στηριζόταν κυρίως στην επιστήμη των μαθηματικών και υποστήριζε την επίτευξη της αληθινής γνώσης μέσω της ανθρώπινης εμπειρίας που δημιουργούν οι αισθήσεις. Χρησιμοποιώντας τις έννοιες του χώρου και του χρόνου ως καθαρές εποπτείες ο Καντ ανέπτυξε τη σύνδεση της συνείδησης με τις ανθρώπινες παραστάσεις καθιστώντας τις συνθετικές a priori κρίσεις ως αξιώματα που είναι ευρέως αποδεκτά και τα οποία βοηθούν τον άνθρωπο να κατακτήσει τη γνώση. Βάση αυτής της λογικής οι συνθετικές a priori κρίσεις, έτσι όπως καταδείχτηκε ότι αποτελούν βασικά αξιώματα στην επιστήμη των Μαθηματικών, μπορούν να χρησιμοποιηθούν γενικότερα στην ανθρώπινη διανόηση.

Τη μέθοδο αυτή ο Καντ την χρησιμοποίησε για να αναδείξει τις θεωρίες του σχετικά με την επιστήμη της μεταφυσικής, την οποία δεν απέρριπτε αλλά προσπαθούσε να την ανασυγκροτήσει και παράλληλα να της αποδώσει και μία πιο επιστημονική διάσταση αφού θεωρούσε ότι και σε αυτή μπορεί να είναι εφαρμόσιμη μία μεθοδολογία ανάλογη με αυτή των μαθηματικών η οποία θα κατέρριπτε κάθε προηγούμενο δεδομένο: Μπορεί λοιπόν και πρέπει να θεωρεί κανένας όλες τις προσπάθειες, που έγιναν ως τώρα για να συγκροτηθεί δογματικά μια Μεταφυσική, σα να μην έγιναν ποτέ, γιατί ότι αναλυτικό υπάρχει στη μια και στην άλλη, δηλαδή απλή ανατομία των εννοιών που ενοικούν a priori στο λόγο μας, αυτό δεν αποτελεί διόλου το σκοπό της παρά μόνο προπαρασκευή για την a priori γνώση της. Η ανάλυση αυτή είναι απρόσφορη για ένα τέτοιο σκοπό, γιατί δείχνει μονάχα τι περιέχεται σ’ αυτές τις έννοιες, όχι όμως και πως φτάνουμε a priori σ’ αυτές, ώστε να μπορέσουμε κατόπι να καθορίσουμε και την έγκυρη χρήση τους ως προς τα αντικείμενα κάθε γνώσεως γενικά. Άλλωστε δεν απαιτείται και μεγάλη αυταπάρνηση, για να θυσιάσει κανένας όλες αυτές τις [μεταφυσικές] αξιώσεις, αφού οι αναμφισβήτητες αλλά και αναπόφευκτες αντιφάσεις του λόγου με τον εαυτό του στο δογματικό τρόπο του σκέπτεσθαι έχουν από καιρό υπονομεύσει το κύρος κάθε είδους Μεταφυσικής που εμφανίστηκε ως τώρα. Θα απαιτηθεί [μάλλον] να επιδείξει κανένας περισσότερη σταθερότητα, ώστε ενδογενείς δυσκολίες και εξωγενείς αντιστάσεις να μην τον εμποδίσουν από το να προαγάγει με μια νέα μέθοδο, εντελώς αντίθετη από όσες χρησιμοποιήθηκαν ως τώρα, μιαν επιστήμη τόσο απαραίτητη στον ανθρώπινο λόγο, χαρίζοντάς της επιτέλους μια νέα γονιμότητα και καρποφορία – μιαν επιστήμη που μπορεί να της κόβει κανένας κάθε νεογέννητο βλαστό αλλά όχι και να την κόψει σύρριζα.  18

Kant_Portrait*************

1 Πελεγρίνης Ν. Θεοδόσιος (2009), Οι πέντε εποχές της φιλοσοφίας, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, σελ. 300.

2 Kant Immanuel (1979), Κριτική του καθαρού λόγου, Αθήνα: Παπαζήσης, σελ. 65-66.

3 Πελεγρίνης Ν. Θεοδόσιος (2009), Οι πέντε εποχές της φιλοσοφίας, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, σελ. 300.

4 Πελεγρίνης Ν. Θεοδόσιος (2009), Οι πέντε εποχές της φιλοσοφίας, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, σελ. 301.

5 Πελεγρίνης Ν. Θεοδόσιος (2009), Οι πέντε εποχές της φιλοσοφίας, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, σελ. 301.

6 Πελεγρίνης Ν. Θεοδόσιος (2009), Οι πέντε εποχές της φιλοσοφίας, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, σελ. 301-302.

7 Kant Immanuel (1982), Προλεγόμενα σε κάθε μελλοντική μεταφυσική, Αθήνα- Γιάννινα: Δωδώνη, σελ. 47-48.

8 Πελεγρίνης Ν. Θεοδόσιος (2009), Οι πέντε εποχές της φιλοσοφίας, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, σελ. 302-303.

9 Πελεγρίνης Ν. Θεοδόσιος (2009), Οι πέντε εποχές της φιλοσοφίας, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, σελ. 303.

10 Πελεγρίνης Ν. Θεοδόσιος (2009), Οι πέντε εποχές της φιλοσοφίας, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, σελ. 304.

11 Kant Immanuel (1979), Κριτική του καθαρού λόγου, Αθήνα: Παπαζήσης, σελ. 65.

12 Kant Immanuel (1982), Προλεγόμενα σε κάθε μελλοντική μεταφυσική, Αθήνα- Γιάννινα: Δωδώνη, σελ. 50.

13 Παπανούτσος Ε. (1962), Γνωσιολογία, Αθήνα: Ίκαρος, σελ. 23.

14 Kant Immanuel (1982), Προλεγόμενα σε κάθε μελλοντική μεταφυσική, Αθήνα- Γιάννινα: Δωδώνη, σελ. 105. 

15 Kant Immanuel (1982), Προλεγόμενα σε κάθε μελλοντική μεταφυσική, Αθήνα- Γιάννινα: Δωδώνη, σελ. 94-95.

16 Καντ Ιμμανουέλ (1937), Προλεγόμενα εις πάσαν μέλλουσαν μεταφυσικήν, Αθήνα: Οίκου Βιβλίου, σελ. 55-78.

17 Καντ Ιμμανουέλ (1937), Προλεγόμενα εις πάσαν μέλλουσαν μεταφυσικήν, Αθήνα: Οίκου Βιβλίου, σελ. 55-78. 

18 Kant Immanuel (1979), Κριτική του καθαρού λόγου, Αθήνα: Παπαζήσης, σελ. 95-96.

Βιβλιογραφία

  • Καντ Ιμμανουέλ (1937), Προλεγόμενα εις πάσαν μέλλουσαν μεταφυσικήν, Αθήνα: Οίκου Βιβλίου
  • Kant Immanuel (1979), Κριτική του καθαρού λόγου, Αθήνα: Παπαζήσης
  • Kant Immanuel (1982), Προλεγόμενα σε κάθε μελλοντική μεταφυσική, Αθήνα- Γιάννινα: Δωδώνη
  • Παπανούτσος Ε. (1962), Γνωσιολογία, Αθήνα: Ίκαρος
  • Πελεγρίνης Ν. Θεοδόσιος (2009), Οι πέντε εποχές της φιλοσοφίας, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα

Αθανάσιος Βλήτας – [email protected]

*  O Ιμμάνουελ Καντ (Immanuel Kant), γεννήθηκε στις 22 Απριλίου του 1724 στο Καίνιξμπεργκ της Πρωσίας (που σήμερα ονομάζεται Καλίνινγκραντ και ανήκει στη Ρωσία) και πέθανε στο Καίνιξμπεργκ στις 12 Φεβρουαρίου του 1804) ήταν Γερμανός φιλόσοφος και επιστήμονας. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους στοχαστές και φιλοσόφους όλων των εποχών. Στην ελληνική γλώσσα το όνομά του παλαιότερα αποδιδόταν ως Εμμανουήλ Κάντιος.

Αντικλείδι , http://antikleidi.com


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -