Νίκος Καζαντζάκης – Πότε άραγε θα ξαναντικρύσω τον αγαπημένο μου κάβο


Ζώντας στην Αντίπολη, ο Καζαντζάκης συνειδητοποίησε ότι άφησε πίσω του κάθε τι που αγαπούσε. Του έλειπε η Αίγινα, εκεί όπου έζησε για δέκα περίπου χρόνια. Ο ήπιος ρυθμός του νησιού τού ταίριαζε∙ τον συγκινούσε με τρόπο μυστηριώδη. Ερημιά, ήλιος, θάλασσα. Του έλειπε το σπίτι του στην Αίγινα, με τον μεγάλο κήπο γεμάτο πορτοκαλιές, μανταρινιές, δάφνες και ελιές.

Το νησί ήταν κοντά στην Αθήνα αλλά μακριά από τη βουή της και μπορούσε να εργάζεται σε απόλυτη ηρεμία. Περισσότερο από όλα, όμως, του έλειπε το φθινόπωρο της Αίγινας, τότε που έφευγαν οι θερινοί επισκέπτες και το νησί ξανάβρισκε τη ραθυμία του. Βροχές, δροσιά, το χώμα να μυρίζει, οι βαρκούλες να λικνίζονται στο νερό, με τον ίδιο να γράφει βυθισμένος σε νηφάλια μέθη.

Νοσταλγούσε το καθημερινό του πρόγραμμα στην Αίγινα. Σηκωνόταν νωρίς το πρωί και πήγαινε στα αμπέλια να κόψει σταφύλια και σύκα. Γύριζε στο σπίτι, τα έπλενε, έτρωγε όσα μπορούσε – και μπορούσε να φάει πολλά –, άφηνε τα υπόλοιπα μέσα σε βαθουλωτά πιάτα πάνω στο τραπέζι για να παίρνει δύναμη βλέποντάς τα. Δούλευε στα γραπτά του ως το μεσημέρι και κατόπιν τα παρατούσε για να χαρεί την καλύτερη στιγμή της μέρας: το κολύμπι. Έμπαινε στη θάλασσα και πλατσούριζε με τις ώρες. Επέστρεφε στο σπίτι, έτρωγε και συνέχιζε να δουλεύει. Λίγο προτού δύσει ο ήλιος, έκανε το δεύτερο μπάνιο της μέρας, ξεπλενόταν και ανέβαινε στην ταράτσα για να κοιμηθεί γαλήνιος όσο ποτέ.

Σε επιστολή του από την Αντίπολη προς τον Αιγινήτη φίλο του Δημήτρη Λορέντζο, στις 20 Οκτωβρίου του ’55, σημείωνε:

«Όλο ρίχνουμε ρίζες στην ξενιτιά, μα οι ρίζες της καρδιάς μου είναι στην Αίγινα. Πότε άραγε θα ξαναντικρύσω τον αγαπημένο μου κάβο, μόνο ο Θεός το ξέρει». 

(1941 – Ο Καζαντζάκης και η Ελένη στην Αίγινα την εποχή της κατοχής)

Εκτός από την Αίγινα, ο Καζαντζάκης άφησε πίσω του και τη γενέτειρά του, την Κρήτη. Την πόλη του, τον Χάνδακα, με τα στενά δρομάκια, τα δεκάδες τζαμιά και τις τρεις ορθόδοξες εκκλησίες. Θυμόταν τους χριστιανούς και τους μουσουλμάνους να πίνουν τσικουδιά στα καφενεία, να συζητούν, να γελάνε και μετά από λίγο να παίρνουν τα όπλα για να αλληλοσκοτωθούν. Θυμόταν την απόγνωση στο βλέμμα των μανάδων καθώς περίμεναν στο λιμάνι το πλοίο που θα έπαιρνε εκείνες και τα παιδιά τους μακριά από τις σφαγές και τις λεηλασίες, στα ασφαλή ελληνικά νησιά. Στα νησιά αυτά ταξίδεψε κάποτε και ο ίδιος για να γράψει:


«Το είπα και το ξαναλέω: μια από τις πιο μεγάλες χαρές που μπορεί ν’ αξιωθεί ο άνθρωπος στον κόσμο τούτο είναι να ’ναι άνοιξη, να φυσάει αλαφρό αγεράκι και ν’ αρμενίζεις στο Αιγαίο. Δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ πώς γίνεται να ’ναι αλλιώς ο Παράδεισος. Ποια άλλη χαρά, στον ουρανό και στη γη, μπορεί να ’ναι καλύτερα αρμονισμένη με το κορμί και την ψυχή του ανθρώπου;»

Ο νους του ξαναγύριζε στην Κρήτη∙ γέμιζε το είναι του με εικόνες, γεύσεις, μυρωδιές. Μια λαγήνα νερό στο σταμνοστάτη, μια νταμιτζάνα ρακί στη γωνιά. Στα δοκάρια των σπιτιών κρέμονταν αρμαθιές κυδώνια, ρόδια και μυρωδάτα βότανα, φασκόμηλο, δυόσμος και δεντρολίβανο. Στην κουζίνα, το σταμναγκάθι με το τρυφερό βλαστάρι, περιζήτητο για σαλάτες στο νησί. Σύκα και μυγδαλόψιχα αραδιασμένα πάνω στο τραπέζι, ξερές σταφίδες, σταμνιά με μέλι, λάδι και κρασί.

Θυμόταν τα γλέντια και τα πανηγύρια στο νησί, με αφορμή κάποιο γάμο. Ο γαμπρός χιμούσε καβαλάρης κατά τη νύφη, που έκανε ότι του αντιστεκόταν, μέχρι που ο γαμπρός την άρπαζε, την πέταγε στη σέλα του αλόγου και εξαφανιζόταν πυροβολώντας στον αέρα. Αυτήν ακριβώς την αντίληψη για τη ζωή και το θάνατο, ο ίδιος ονόμαζε Κρητική Ματιά: αγαπάς παράφορα τη ζωή – δε φοβάσαι το θάνατο.

(1945 – Ιούλιος – ο Καζαντζάκης περιοδεύει στα Χανιά)

Στο Παρίσι, σε συνέντευξη που έδωσε στον Πιέρ Σιπριό τον Μάιο του ’55, ανέφερε μεταξύ άλλων: 

«Οι Κρητικοί έχουν τόσο εξοικειωθεί με το θάνατο, που δεν τον φοβούνται πια. Υπέφεραν τόσο επί αιώνες, διαπίστωσαν τόσες φορές ότι ο ίδιος ο θάνατος δεν μπορεί να τους καταβάλει, που έφτασαν στη διαπίστωση ότι ο θάνατος είναι απαραίτητος για το θρίαμβο του ιδανικού τους, ότι στην κορυφή της απελπισίας αρχίζει η σωτηρία. Ναι, είναι δύσκολο να μασήσεις την αλήθεια. Αλλά οι Κρητικοί, σκληραγωγημένοι από τον αγώνα, λαίμαργοι για ζωή, την καταπίνουν σαν ένα ποτήρι δροσερό νερό.

“Πώς σου φάνηκε η ζωή, παππού;” ρώτησα μια μέρα ένα γέρο Κρητικό, εκατοχρονίτη, γεμάτο παλιές πληγές, τυφλό. Ζεσταίνονταν στον ήλιο, κουκουβιστός στο κατώφλι της καλύβας του. Ήταν περήφανος στ’ αυτιά, όπως λέμε στην Κρήτη. Δεν άκουε καλά. Τού επανέλαβα την ερώτηση:

“Πώς σου φάνηκε η μεγάλη σου ζωή, τα εκατό σου χρόνια, παππού;”

“Σαν ένα ποτήρι δροσερό νερό”, μου απάντησε.

“Και διψάς ακόμα, παππού;”

Σήκωσε απότομα το χέρι.

“Καταραμένος αυτός που δε διψάει”, φώναξε.

Αυτοί είναι οι Κρητικοί. Πώς να μη τους κάνω σύμβολο;»  

 

Κώστας Αρκουδέας – Το χαμένο Νόμπελ

Εκδόσεις Καστανιώτη (απόσπασμα από το 4ο μέρος – Αντίπολη )

by Αντικλείδι , https://antikleidi.com

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

Leave a Reply