Ο Καζαντζάκης στην Αντίμπ


Εφόσον ούτε στην Ελλάδα μπορούσε να επιστρέψει ούτε και στην Αμερική να ταξιδέψει, όπως επιθυμούσε, ο Καζαντζάκης άρχισε να αναζητεί τόπο διαμονής στη Γαλλία. Ο συγγραφέας Θράσος Καστανάκης του πρότεινε μια παραθαλάσσια πόλη στην Κυανή Ακτή, ανάμεσα στις Κάνες και τη Νίκαια. Το όνομά της; Αντίμπ.

Η αρχαία ελληνική αποικία της Αντίπολης, που είχε ιδρυθεί από τους Φωκαείς της Μασσαλίας. Ο Καστανάκης την περιέγραψε με ζωηρά χρώματα, με πεύκα που μύριζαν Ελλάδα και θάλασσα της Μεσογείου, τόσο πειστικά, που ο Καζαντζάκης πήγε να τη δει.

«Καλορίζικη η villa Rose», έγραψε περιχαρής στη γυναίκα του, στις 3 Ιουνίου του ’48.

«Πώς βρέθηκε η βίλα αυτή είναι ένα θαύμα. Πάλι οι γυναίκες με βοήθησαν. Γύριζα απελπισμένος με λεωφορεία, με τρένα, με τα πόδια. Πουθενά, τίποτα. Ύστερα από περιπέτειες, έπεσα στα χέρια μιας μεσίτριας, παχουλής, στρουμπουλής, ξανθιάς, σαν ευνούχος. “Πάμε”, μου είπε, “έχω κάτι για σας”.

Στρίψαμε ένα δρομάκι καταπράσινο και φτάσαμε στη viila Rose. Μπαίνουμε: κήπος με μουσμουλιά, κατάφορτη ώριμα μούσμουλα, με ελιές, συκιές, βερικοκιές, μέγα κυπαρίσσι στην είσοδο. Έξοχη ταράτσα, θέα στη θάλασσα και στις χιονισμένες Άλπεις. Ησυχία απόλυτη, δέκα λεφτά από τη θάλασσα. Είμαι χαρούμενος που το βρήκα και θα χαρείτε κι εσείς ένα άνετο σπίτι».

Σύντομα το ζεύγος Καζαντζάκη μετακόμισε στο νέο του σπίτι. Εκεί, στις υπώρειες των Άλπεων, τα βάσανα της Ελλάδας έμοιαζαν μακρινά, λες και τα είχαν ζήσει κάποιοι άλλοι. Έκαναν βόλτες στους κατάφυτους λόφους, που μύριζαν θυμάρι και σκίνα, για να επιστρέψουν κατόπιν στο σπίτι, να κολατσίσουν με την ησυχία τους και να ασχοληθούν με τα δικά τους.

«Εδώ κάθομαι λοιπόν, στον Παράδεισο της Αντίπολης, και δουλεύω όσο μπορώ την ελληνική γλώσσα και το νεοελληνικό πνεύμα», έγραψε ο Καζαντζάκης στο Μπέργε Κνες. «Σαράντα χρόνια τώρα άλλο δεν κάνω, χωρίς καμιά αμοιβή, με μεγάλους διωγμούς από τους επίσημους Έλληνες. Μα είμαι από καλό χώμα, made in Creta, και αντέχω. Ελπίζω έτσι να πολεμώ ως το θάνατο».

Oς Καζαντζάκης στη βίλλα «Μανολίτα» στην Αντίμπ 1953.

Μια μέρα, ήρθε στο σπίτι του ένας νεαρός Γάλλος. Του πρότεινε να δει τη βίλα Μανολίτα και, αν του άρεσε, να τη νοικιάσει. Ο Καζαντζάκης πήγε, την είδε και έμεινε με τις καλύτερες εντυπώσεις. Το σπίτι βρισκόταν μέσα σ’ ένα μεγάλο κήπο, με λεμονιές, πορτοκαλιές, ελιές, αμυγδαλιές και δυο πανέμορφες συκιές. Ψηλά στο οίκημα, κάτω από τη στέγη, υπήρχε μια καμαρούλα την οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιεί ως συγγραφικό εργαστήρι. Η θέα από εκεί πάνω ήταν απεριόριστη· όλο το ακρωτήρι της Αντίπολης και οι Ιταλικές Άλπεις μέχρι τα κόκκινα βουνά του Εστερέλ. Βλέποντας τον ενθουσιασμό του, ο νεαρός του πρότεινε να υπογράψει τριετές συμβόλαιο.

«Θεός φυλάξει», έκανε τρομαγμένος ο Καζαντζάκης. «Ακόμα τρία χρόνια στην ξενιτιά;»

Τα τρία χρόνια στη βίλα Μανολίτα έμελλε να γίνουν πέντε, προτού μετακομίσει σε άλλο σπίτι, και πάλι στην Αντίπολη.

 Το καλοκαίρι του ’50, ο πανεπιστημιακός Άγγελος Αγγελόπουλος επισκέφθηκε τον Καζαντζάκη στην Αντίπολη, συντροφιά με τη γυναίκα του, και κατέγραψε τη συνάντησή τους.

«Μας περίμενε μπροστά στη Μανολίτα – το όνομα της κατοικίας του. Ψηλός, με λυγερή κορμοστασιά, ντυμένος με απλότητα και γούστο, μας δέχτηκε στον κήπο, που ήταν καταπράσινος από τα δέντρα και γεμάτος λουλούδια που μοσχοβολούσαν.


“Εδώ είναι το καταφύγι μου”, μας είπε με το συνηθισμένο του χαμόγελο.

Σε λίγο, ο Καζαντζάκης μας ανέβασε στο «κελί» του, όπως το έλεγε. Ανεβαίναμε τα σκαλοπάτια, και σε κάθε σκαλοπάτι στεκόταν σαν κάτι να συλλογιόταν, σαν κάτι να σήμαινε αυτό το ανέβασμα.

“Μ’ αρέσει πάντα ο Ανήφορος”, μας είπε.

Τα σκαλοπάτια για τον Καζαντζάκη σήμαιναν τους σταθμούς της πάλης κάθε ανθρώπου, που χαρακτηρίζουν και την αξία της ζωής του. Θα το πει αργότερα στην Αναφορά στον Γκρέκο:

“Η μόνη αξία που αναγνωρίζω στη ζωή μου είναι τούτη: ο αγώνας της ν’ ανέβει από σκαλοπάτι σε σκαλοπάτι και να φτάσει όσο πιο ψηλά μπορούσαν να την πάνε η δύναμή της και το πείσμα – στην κορφή που αυθαίρετα ονομάτισα Κρητική Ματιά”.

Ο “πύργος” όπου φτάσαμε σε λίγο ήταν επιβλητικός παρά τις περιορισμένες διαστάσεις του, που επέτρεπαν μόνο ένα γραφείο, ένα κάθισμα και μια μικρή θέση για βιβλία. Εδώ μέσα σ’ αυτόν τον “πύργο”, κλεινόταν ο Καζαντζάκης από τα ξημερώματα ως αργά τη νύχτα και δούλευε. Ο πύργος αυτός του ταίριαζε και τον βοηθούσε στη σύνθεση και στην εξισορρόπηση του παλιού με το σύγχρονο. Από το ένα μέρος έβλεπε την Αντίπολη με όλο της το παρελθόν, και από την άλλη το Ζουάν-Λε-Πεν, την πιο μοντέρνα πλαζ της Κυανής Ακτής. Συχνά περπατούσε και ανεβοκατέβαινε την κορφή του πύργου του, πηγαίνοντας πότε στην Αντίπολη και πότε στο Ζουάν-Λε-Πεν.

 “Μ’ αρέσει να περπατώ ανάμεσα στους δυο αυτούς κόσμους”, είπε σε λίγο, “γιατί αναβαπτίζομαι κάθε φορά με την πραγματικότητα”».  

Αφού η Ελλάδα δεν τον καταδεχόταν, ο Καζαντζάκης έκανε τη Γαλλία δεύτερη πατρίδα του και την Αντίπολη ύστατο σπιτικό του.

Κώστας Αρκουδέας – Το χαμένο Νόμπελ

Εκδόσεις Καστανιώτη (απόσπασμα από το 4ο μέρος – Αντίπολη )

by Αντικλείδι , https://antikleidi.com

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -