Τζακ Λόντον – Τα ίχνη των θεών


ΜΕ ΤΟΝ ΕΡΧΟΜΟ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ, όταν οι μέρες μίκραιναν και ο νυγμός της παγωνιάς μεταφερόταν στον αέρα, ο Ασπροδόντης είχε μια ευκαιρία να ξαναβρεί την ελευθερία του. Για κάμποσες μέρες στον καταυλισμό βασίλευε μεγάλη αναταραχή. Ο καλοκαιρινός καταυλισμός διαλυόταν και οι Ινδιάνοι, με όλα τα υπάρχοντά τους, ετοιμάζονταν να φύγουν σε άλλη περιοχή, όπου θα έβρισκαν κυνήγι.

Ο Ασπροδόντης παρακολουθούσε με μάτια ορθάνοιχτα και όταν οι σκηνές άρχισαν να λύνονται και τα κανό να φορτώνονται έξω στην όχθη, τότε κατάλαβε. Κιόλας είχαν αρχίσει να φεύγουν τα πρώτα κανό και μερικά εξαφανίστηκαν ήδη κατηφορίζοντας τον ποταμό.

Αποφάσισε να μείνει πίσω. Περίμενε την ευκαιρία για να γλιστρήσει έξω απ’ τον καταυλισμό ως το δάσος. Εδώ, στο τρεχούμενο ρυάκι, όπου άρχισε να σχηματίζεται μια λεπτή κρούστα πάγου, άφησε τα τελευταία ίχνη του. Ύστερα προχώρησε μισοέρποντας ως την καρδιά ενός μικρού σύθαμνου και περίμενε. Η ώρα πέρναγε και κοιμήθηκε με τις ώρες. Κάποια στιγμή ξύπνησε από τη φωνή του Γκρίζου Κάστορα που τον φώναζε με τ’ όνομά του. Ακουγόντουσαν κι άλλες φωνές. Ο Ασπροδόντης ξεχώρισε τη γυναίκα του Γκρίζου Κάστορα, που έπαιρνε κι αυτή μέρος στην αναζήτησή του, και τον Μιτ-σαχ, το γιο του Γκρίζου Κάστορα.

Ο Ασπροδόντης έτρεμε από το φόβο του και μόλο που για μια στιγμή πήγε να πεταχτεί από την κρυψώνα του, αντιστάθηκε. Με την ώρα οι φωνές σβήστηκαν και λίγο αργότερα σύρθηκε έξω για να χαρεί με την επιτυχία της απόδρασής του. Έπεφτε το σούρουπο κι άρχισε να χοροπηδάει ανάμεσα στα δέντρα, χαρούμενος για την ελευθερία του. Τότε κι εντελώς ξαφνικά ένιωσε μια μοναξιά. Κάθισε χάμω να συλλογιστεί-αφουγκραζόμενος τη σιωπή του δάσους που τον αναστάτωνε. Το ότι τίποτα δεν κουνιόταν, το ότι κανένας ήχος δεν ακουγόταν προμήνυε κάτι κακό. Αισθάνθηκε τον κίνδυνο να παραμονεύει, αόρατος και απροσδιόριστος. Κοίταζε φιλύποπτα τους απειλητικούς όγκους των δέντρων και τις σκοτεινές σκιές που ίσως να ’κρυβαν κάθε είδους κίνδυνο.

Έπειτα έκανε και κρύο. Εδώ δεν έβρισκες κάποια σκηνή να κουρνιάσεις και να ζεσταθείς. Οι πατούσες του είχαν παγώσει και σήκωνε πότε το ένα και πότε το άλλο μπροστινό πόδι. Τύλιξε τη φουντωτή ουρά του ολόγυρά τους και, ταυτόχρονα, είδε ένα όραμα. Με τα μάτια του νου του είδε μια σειρά από εικόνες. Είδε ξανά τον καταυλισμό, τις σκηνές και τη λάμψη της φωτιάς. ‘Άκουσε πάλι τις τσιριχτές φωνές των γυναικών, τις τραχιές φωνές των αντρών και το γρύλισμα των σκυλιών. Πεινούσε και θυμήθηκε τα κομμάτια το κρέας και το ψάρι που του πέταγαν. Εδώ δεν υπήρχε κρέας, τίποτα, παρά μόνο η απειλητική σιωπή.

Η υποδούλωσή του στον άνθρωπο τον είχε κάνει μαλθακότερο. Η ανευθυνότητα τον είχε αποδυναμώσει. Είχε λησμονήσει τον αγώνα της επιβίωσης. Η νύχτα απλωνόταν. Οι αισθήσεις του, συνηθισμένες στην οχλοβοή του καταυλισμού, εξοικειωμένες στις εικόνες και στους ήχους, δεν έβρισκαν οπτικά και ακουστικά ερεθίσματα. Δεν είχε τίποτα να κάνει, ν’ ακούσει ή να δει. Προσπαθούσε να συλλάβει κάποια διακοπή της σιωπής και της ακινησίας της φύσης. Τρόμαζε από την αδράνεια και την αίσθηση ότι κάτι το τρομαχτικό θα συνέβαινε από στιγμή σε στιγμή.


Αναπήδησε τρομαγμένος. Κάτι το κολοσσιαίο και άμορφο διέτρεξε το όραμά του. Ήτανε η σκιά ενός δέντρου που σχηματιζόταν από το φως του φεγγαριού, απ’ όπου τα σύννεφα είχαν χαθεί. Καθησυχασμένος, έπιασε να κλαψουρίζει σιγανά. Έπειτα προσπάθησε να καταπνίξει το κλάμα του από φόβο μην τραβήξει την προσοχή των τρομερών πραγμάτων που παραμονεύανε.

Μέσα στην παγερή νυχτιά, από να δέντρο, ακούστηκε κάποιος θόρυβος. Υψωνόταν ακριβώς από πάνω του. Φοβισμένος, έμπηξε ένα ουρλιαχτό. Πανικός τον κυρίεψε κι άρχισε να τρέχει αλαφιασμένος κατά το χωριό. Μια ακαταμάχητη επιθυμία για τη συντροφιά και την προστασία του ανθρώπου τον κατέλαβε. Στα ρουθούνια του ένιωθε τη μυρωδιά του καπνού της κατασκήνωσης. Στ’ αυτιά του ηχούσαν δυνατά φωνές και θόρυβοι του καταυλισμού. Διέσχισε το δάσος κι έφτασε στην ανοιχτωσιά, όπου το φως του φεγγαριού διέλυε το σκοτάδι και τις σκιές. Αλλά τα μάτια του δεν αντίκρισαν κανένα χωριό. Είχε ξεχάσει. Το χωριό είχε μεταφερθεί αλλού.

Το άγριο τρεχαλητό του σταμάτησε απότομα. Δεν είχε πού να πάει. Τριγύρισε έρημος και δυστυχισμένος τον εγκαταλειμμένο καταυλισμό, μυρίζοντας τους σωρούς των σκουπιδιών και τα σκόρπια απομεινάρια από τα πράγματα των θεών. Με πόση χαρά θα δεχόταν το πετροβολητό κάποιας θυμωμένης Ινδιάνας, πόση χαρά θα ένιωθε να ’βλεπε το χέρι του Γκρίζου Κάστορα να κατεβαίνει βαρύ και οργισμένο επάνω του. Και θα καλωσόριζε με αγαλλίαση τώρα τον Λιπ-λιπ κι όλο το σκυλοκοπάδι με τα θρασύδειλα γρυλίσματά τους.

Πλησίασε το μέρος που άλλοτε ήταν στημένη η σκηνή του Γκρίζου Κάστορα και κάθισε χάμω. Ύψωσε το μουσούδι του στον ουρανό. Ο λαιμός του συσπάστηκε, το στόμα του άνοιξε κι έσυρε μια μακρόσυρτη κραυγή διαλαλώντας τη μοναξιά και το φόβο του, τη θλίψη του για την Κίσε, κάθε προηγούμενη λύπη και δυστυχία του, την προσμονή για τα βάσανα και τους κινδύνους που επέρχονταν. Ήταν το μακρόσυρτο ουρλιαχτό του λύκου, δυνατό και θρηνητικό, το πρώτο ουρλιαχτό που έβγαζε απ’ το λαρύγγι του.

Το πρωινό φως διέλυσε τους φόβους του αλλ’ αύξησε τη μοναξιά του. Η απογυμνωμένη γη, που πριν λίγο ήταν ακόμα τόσο πολυάνθρωπη, έκανε εντονότερο το αίσθημα της μοναξιάς του. Δε χρειάστηκε πολλή ώρα για ν’ αποφασίσει. Χύθηκε στο δάσος ακολουθώντας την όχθη του ποταμού, κατηφορίζοντας το ρέμα. Έτρεχε ολημερίς. Ούτε λεπτό δε στάθηκε. Έμοιαζε φτιαγμένος για να τρέχει συνεχώς. Το ατσαλένιο σώμα του δεν ήξερε τι σημαίνει κούραση. Κι ακόμα κι όταν, ύστερα από ώρα, ήρθε η κόπωση, η κληρονομημένη αντοχή του τον στήριξε γερά κι έπεισε το σώμα του, που διαμαρτυρόταν, να προχωρήσει εμπρός.

Εκεί όπου το ποτάμι σχημάτιζε απόκρημνες ακτές σκαρφάλωσε στα ψηλά πίσω βουνά. Διέσχισε και κολύμπησε ποτάμια και ρυάκια που χύνονταν στον κύριο ποταμό. Συχνά, κατά λάθος, πατούσε τη λεπτή κρούστα του πάγου που άρχιζε να σχηματίζεται κι ο πάγος έσπαζε και πολεμούσε να σωθεί από τα νύχια του παγωμένου ρεύματος. Και πάντοτε ο νους του βρισκόταν στην αναζήτηση για τα ίχνη των θεών, πιστεύοντας ότι μπορεί να είχαν αφήσει το ποτάμι και να είχαν προχωρήσει στο εσωτερικό.

Ο Ασπροδόντης διέθετε μια ευφυΐα πάνω από το μέσο όρο σε σύγκριση με τ’ άλλα πλάσματα της ράτσας του. Ωστόσο η οξυδέρκειά του δεν ήταν τόσο αναπτυγμένη ακόμα, ώστε ν’ αγκαλιάσει και την άλλη όχθη του Μακένζι. Τι κι αν τα ίχνη οδηγούσαν προς εκείνη την πλευρά; Ποτέ δεν τον απασχόλησε αυτό. Αργότερα, όταν πια θα είχε ταξιδέψει περισσότερο και θα χε γίνει μεγαλύτερος και σοφότερος, μαθαίνοντας περισσότερα για ίχνη και ποτάμια, τότε ίσως να καταλάβαινε τι πιθανότητες υπήρχαν. Μα η νοητική αυτή δυνατότητα ήταν του μέλλοντος. Για την ώρα έτρεχε στα τυφλά, ερευνώντας μονάχα τη μια όχθη του ποταμού Μακένζι.

Όλη νύχτα έτρεχε αντιμετωπίζοντας εμπόδια κι αναποδιές που τον καθυστερούσαν, μα δεν τον αποκάρδιωναν. Στα μέσα της δεύτερης μέρας έφτασε να τρέχει συνεχώς για τριάντα ώρες και η ατσάλινη αντοχή του άρχισε να λυγίζει. Μονάχα η ψυχική αντοχή του τον έκανε να συνεχίζει. Ήτανε νηστικός σαράντα ώρες και η πείνα τον είχε αποδυναμώσει. Λασπωμένος και βρεγμένος από τα παγωμένα νερά, ένιωθε το κουράγιο του να τον αφήνει. Το όμορφο τρίχωμά του είχε μουσκέψει. Τα πλατιά πέλματα των ποδιών του ήταν μελανιασμένα και ματωμένα. Άρχισε να κουτσαίνει και χειροτέρευε όσο πέρναγαν οι ώρες. Και σαν να μην έφταναν όλα τ’ άλλα, ο ουρανός άρχισε να σκοτεινιάζει και να πέφτει χιόνι, ένα υγρό ψυχρό χιόνι που έλιωνε και κολλούσε και γλίστραγε κάτω απ’ τις πατούσες του, έκρυβε το τοπίο που διέσχιζε και κάλυπτε τις ανομοιομορφίες του εδάφους κάνοντας το τρέξιμο δυσκολότερο και οδυνηρότερο.

Ο Γκρίζος Κάστορας σκόπευε να κατασκηνώσει εκείνο το βράδυ στην πέρα όχθη του Μακένζι, γιατί προς τα εκεί υπήρχε κι άφθονο κυνήγι. Μα στην κοντινή όχθη, λίγο πριν σουρουπώσει, η γυναίκα του, η Κλουκούτς, ανακάλυψε έναν τάρανδο που είχε κατεβεί για να πιει νερό. Τώρα, αν δεν είχε κατεβεί να πιει νερό ο τάρανδος, αν ο Μιτσαχ δεν είχε ξεφύγει από την πορεία, εξαιτίας του χιονιού, αν η Κλουκούτς δεν έβλεπε τον τάρανδο κι αν ο Γκρίζος Κάστορας δεν τύχαινε να τον σκοτώσει με μια πετυχημένη βολή του τουφεκιού του, η πορεία των πραγμάτων θα ήταν διαφορετική. Ο Γκρίζος

Κάστορας δε θα κατασκήνωνε στην κοντινή όχθη του ποταμού Μακένζι και ο Ασπροδόντης θα είχε προσπεράσει και προχωρήσει, είτε για να βρει το θάνατο είτε για να συναντήσει τ’ άλλα άγρια αδέλφια του και να ενωθεί με την αγέλη τους, λύκος ως το τέλος της ζωής του.

Η νύχτα είχε πέσει. Έριχνε πυκνό χιόνι κι ο Ασπροδόντης, κλαίγοντας σιγανά, τρικλίζοντας και κουτσαίνοντας, ανακάλυψε ίχνη από φρέσκες πατημασιές στο χιόνι. Κι ήτανε τόσο φρέσκες, που αμέσως κατάλαβε περί τίνος πρόκειται. Κλαψουρίζοντας ζωηρά, ακολούθησε τα ίχνη από την όχθη του ποταμού ίσαμε τα δέντρα. Στ’ αυτιά του έφτασαν φωνές απ’ τον καταυλισμό. Είδε τη λάμψη της φωτιάς, την Κλουκούτς να μαγειρεύει και τον Γκρίζο Κάστορα, καθισμένο ανακούρκουδα, να μασουλάει ένα κομμάτι ωμό ξίγκι. Υπήρχε φρέσκο κρέας στον καταυλισμό.

Ο Ασπροδόντης περίμενε ένα γερό ξυλοκόπημα. Μαζεύτηκε κι η τρίχα του ορθώθηκε στη σκέψη αυτή. Ύστερα προχώρησε και πάλι. Φοβότανε και θα ’θελε ν’ αποφύγει το δάρσιμο που ήξερε ότι τον περίμενε. Αλλά, όμως, γνώριζε πως η ζεστασιά της φωτιάς θα ήταν δική του, η προστασία των θεών, η συντροφιά των σκύλων — έστω και μια συντροφιά εχθρική, μα, ωστόσο, μια συντροφιά που ικανοποιούσε τις αγελαίες ανάγκες του.

Σίμωσε συρτός και ζαρωμένος στο σύφλογο. Βλέποντάς τον, ο Γκρίζος Κάστορας σταμάτησε να μασουλάει το ξίγκι. Ο Ασπροδόντης σύρθηκε αργά, ζαρωμένος, ταπεινωμένος και υποταγμένος. Προχώρησε ολόισια προς τον Γκρίζο Κάστορα, κερδίζοντας ίντσα ίντσα την απόσταση, αργά και οδυνηρά. Και τέλος ακούμπησε στα πόδια του αφέντη που τώρα του παραδινόταν με τη θέλησή του, σώμα και ψυχή. Από δική του θέληση ήρθε και κάθισε πλάι στη φωτιά του ανθρώπου και δέχτηκε να υποταχτεί σ’ αυτόν.

Ο Ασπροδόντης, τρέμοντας, περίμενε την τιμωρία. Το χέρι από πάνω του κινήθηκε. Ζάρωσε αθέλητα περιμένοντας το χτύπημα. Αλλ’ αυτό αργούσε. Έριξε μια κλεφτή ματιά προς τα πάνω. Ο Γκρίζος Κάστορας έκοβε στα δυο το κομμάτι το ξίγκι. Ο Γκρίζος Κάστορας του έδινε ένα κομμάτι απ’ το ξίγκι! Αργά αργά και λίγο φιλύποπτα, μύρισε πρώτα το ξίγκι κι ύστερα άρχισε να το τρώει. Ο Γκρίζος Κάστορας διέταξε να φέρουν κρέας γι’ αυτόν, φυλάγοντάς τον από τ’ άλλα σκυλιά όσο έτρωγε.

Μετά, χαρούμενος και ευγνώμων, ξαπλώθηκε ο Ασπροδόντης στα πόδια του Γκρίζου Κάστορα κοιτάζοντας τη φωτιά που τον ζέσταινε, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια, λαγοκοιμισμένος, καθησυχασμένος στη σκέψη ότι το αύριο δε θα τον έβρισκε να περιπλανιέται ολομόναχος μες στο κρύο δάσος αλλά μέσα στον καταυλισμό των ανθρώπων, μαζί με τους θεούς στους οποίους είχε προσφέρει την υποταγή του και που απ’ αυτούς τώρα εξαρτιόταν.

***

Από το βιβλίο του Τζακ Λόντον –  Ο Ασπροδόντης

by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

Leave a Reply