Ηρώδης Αττικός: Ένας πολυεκατομμυριούχος με ψυχή καλλιτέχνη


Το ύφος του ήταν πιο συγκρατημένο αλλά η συμπεριφορά του πιο εξεζητημένη. Πολυεκατομμυριούχος με ψυχή καλλιτέχνη, ο Ηρώδης Αττικός χρησιμοποίησε τουλάχιστον σωστά τα πλούτη του. Αφού αναφέρει ότι ήταν γόνος ιστορικής ελληνικής οικογένειας, ο Φιλόστρατος συνεχίζει απαριθμώντας τις δωρεές του στο δημόσιο:

Απ’ όλους τους ανθρώπους, ο Ηρώδης χρησιμοποίησε τα πλούτη με τον καλύτερο τρόπο’ κι αυτό δεν πρέπει να το θεωρούμε εύκολη υπόθεση, αντιθέτως είναι πάρα πολύ δύσκολο, επειδή οι άνθρωποι συνήθως μεθούν από τα πλούτη και γίνονται αλαζόνες απέναντι στους υπόλοιπους. Λένε για τον πλούτο πως είναι τυφλός. Ακόμα κι αν πράγματι έμοιαζε να ’ναι τυφλός σε άλλους καιρούς, στα χρόνια του Ηρώδη βρήκε το φως του και είχε μάτια για φίλους, για πόλεις, για έθνη, αφού ο άνθρωπος φρόντισε για τους πάντες και ασφάλισε τα πλούτη του στις ψυχές όλων όσοι τον μοιράζονταν μαζί του.

Συνήθιζε μάλιστα να λέει πως για να χρησιμοποιήσει κανείς τα χρήματά του σωστά, θα πρέπει να προσφέρει αρκετά σε όσους έχουν ανάγκη, ακριβώς για να μη βρίσκονται σε ανάγκη, αλλά και σε όσους δεν έχουν ανάγκη ώστε να μη βρεθούν ποτέ σε κατάσταση ανάγκης.

Ονόμαζε τον πλούτο που δεν συμβάλλει σε τίποτε και μένει αιχμάλωτος της φιλαργυρίας, νεκρό πλούτο και τα θησαυροφυλάκια όπου συγκεντρώνουν μερικοί τα χρήματά τους, φυλακές του πλούτου. (Φιλ. Βίοι σοφιστών Β 546-7)·

Η μεγαλοψυχία του Αττικού ήταν παροιμιώδης. Την εποχή που ήταν διοικητής των ελευθέρων πόλεων της Ασίας, διαπίστωσε ότι τα δημόσια λουτρά της Τροίας βρίσκονταν σε άθλια κατάσταση, κι ότι οι κάτοικοι έβγαζαν από τα πηγάδια λασπόνερο κι ήσαν αναγκασμένοι να σκάβουν δεξαμενές για να μαζεύουν νερό της βροχής. Έστειλε λοιπόν μια επιστολή στον αυτοκράτορα Αδριανό ζητώντας του να μην αφήσει να χαθεί από την ξηρασία μια πόλη αρχαία και με καλό λιμάνι, αλλά να παραχωρήσει τρία εκατομμύρια δραχμές για υδρευτικά έργα, αφού και σε μικρότερες πόλεις ήδη είχε δώσει περισσότερα χρήματα.

Ο αυτοκράτορας ενέκρινε το περιεχόμενο της επιστολής, που ταίριαζε και με τη νοοτροπία του, και ανέθεσε στον Ηρώδη την επίβλεψη των έργων. Όταν όμως η δαπάνη για το έργο έφτασε στα επτά εκατομμύρια, οι κυβερνήτες της Ασίας έστειλαν γράμμα στον αυτοκράτορα και έλεγαν πως είναι φοβερό, ο φόρος πεντακοσίων πόλεων να ξοδεύεται για τη βρύση μιας πόλης. Τότε ο αυτοκράτορας καταλόγισε ευθύνες στον Αττικό και αυτός απάντησε με μεγαλοπρέπεια:

«Βασιλιά, μην οργίζεσαι για πράγματα ασήμαντα. Τα χρήματα που ξοδεύτηκαν πέρα από τα τρία εκατομμύρια θα τα δώσω εγώ στον γιο μου και αυτός θα τα διαθέσει για την πόλη της Τρωάδας».

Ακόμα και στη διαθήκη του, με την οποία όριζε να παίρνει ο κάθε Αθηναίος μία μνα τον χρόνο, φάνηκε η μεγαλοσύνη με την οποία χειριζόταν το καθετί πολλές φορές θυσίαζε εκατό βόδια τη μέρα στη θεά κι έκανε τραπέζι στους Αθηναίους, κατά φυλές και γένη’ κι όταν γιορτάζονταν τα Διονύσια, κι η εικόνα του Διόνυσου μεταφερόταν στην Ακαδημία, ο Ηρώδης πρόσφερε κρασί σε όλους, ντόπιους και ξένους, που συνήθιζαν να μαζεύονται στον Κεραμεικό και να ξαπλώνουν πάνω στους κισσούς.

Μιας και αναφέρθηκα στη διαθήκη του Αττικού, θα πρέπει να γράψω και για τις αιτίες που ο Ηρώδης ήρθε σε σύγκρουση με τους Αθηναίους. Το περιεχόμενο της διαθήκης ήταν αυτό που είπα τη συνέταξε όμως συμβουλευόμενος τους απελεύθερους που είχε γύρω του. Αυτοί, επειδή θεωρούσαν ότι ο Ηρώδης δεν ήταν εντάξει με τους απελεύθερους και τους δούλους, προσπάθησαν να πείσουν τον Αθηναϊκό λαό ότι σ’ αυτούς οφειλόταν η δωρεά. (Τα όσα καταλόγιζαν οι απελεύθεροι στον Ηρώδη φανερώνονται κι από το κατηγορητήριό του ενάντιά τους, όπου δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει τη ρητορική του δεινότητα στο έπακρο).


Όταν διαβάστηκε η διαθήκη, οι Αθηναίοι συμφώνησαν με τον Ηρώδη να δώσει εφάπαξ πέντε μναις στον καθένα, κι έτσι να εξαγοράσει την υποχρέωση να τους πληρώνει συνέχεια. Όταν όμως πήγαν στις τράπεζες για να εισπράξουν τα συμφωνημένα, τους γνωστοποιήθηκαν παλιά συμβόλαια των πατεράδων και των παππούδων τους, σύμφωνα με τα οποία ήταν χρεωμένοι στους γονείς του Ηρώδη και έπρεπε τώρα να πληρώσουν τα χρέη αυτοί’ με αποτέλεσμα, άλλοι να εισπράξουν λίγα, άλλοι καθόλου, ενώ άλλοι συνελήφθησαν μες στην αγορά και κρατήθηκαν μέχρι να ξοφλήσουν το χρέος τους.

Αυτά εξαγρίωσαν τους Αθηναίους που ένιωσαν σαν να τους άρπαξαν τη δωρεά μέσα από τα χέρια κι από τότε δεν έπαψαν να μισούν τον Ηρώδη, ακόμη και όταν εκείνος εργαζόταν για να τους προσφέρει τις μεγαλύτερες ευεργεσίες. Και λέγαν πως σωστά ονομάστηκε Παναθηναϊκό το στάδιο, γιατί το είχε χτίσει με τα λεφτά που στερήθηκαν όλοι οι Αθηναίοι.

Υπηρέτησε και ως επώνυμος άρχοντας των Αθηνών, και επίσης ως διοργανωτής των Πανελληνίων. Όταν του ανατέθηκε τιμητικά και η διοργάνωση των Παναθηναίων, είπε:

«Και εσάς, Αθηναίοι, και τους επισκέπτες από την υπόλοιπη Ελλάδα και τους αθλητές που θα αγωνιστούν, θα σας υποδεχτώ σε ένα στάδιο από λευκό μάρμαρο».

Μετά απ’ αυτό, μέσα σε τέσσερα χρόνια ολοκληρώθηκε η κατασκευή του σταδίου στον Ιλισσό -ενός έργου που ξεπερνά όλα τα θαύματα, γιατί κανένα θέατρο δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί του. Για τα Παναθήναια εκείνης της χρονιάς άκουσα και τα εξής: το πέπλο της Αθηνάς που κρεμόταν στο καράβι, έτσι καθώς οι πτυχές του φούσκωναν στον άνεμο ήταν ομορφότερο κι από ζωγραφιά, και το καράβι δεν το έσερναν υποζύγια, αλλά γλιστρούσε από μόνο του χάρη σ’ έναν υπόγειο μηχανισμό. Ξεκίνησε από τον Κεραμεικό με χίλιους κωπηλάτες, έφτασε στο Ελευσίνιο, έκανε έναν κύκλο, πέρασε από το Πελασγικό και κατέληξε στο ιερό του Απόλλωνα, όπου τώρα είναι αραγμένο. Στην απέναντι πλευρά του σταδίου βρίσκεται ο ναός με το φιλντισένιο άγαλμα της θεάς Τύχης που τη δείχνει να εξουσιάζει τα πάντα.

Ο Ηρώδης άλλαξε επίσης και την αμφίεση των Αθηναίων εφήβων και καθιέρωσε την τωρινή ενδυμασία, ντύνοντας τους με λευκές χλαμύδες. Ως τότε συμμετείχαν στις λαϊκές εκδηλώσεις και τις παρελάσεις των Αθηναίων φορώντας μαύρες χλαμύδες ως δημόσιο πένθος για τον κήρυκα Κοπρέα, τον οποίο οι ίδιοι είχαν σκοτώσει, όταν προσπαθούσε να απομακρύνει τους Ηρακλείδες από τον βωμό.

Στους Αθηναίους δώρισε και το θέατρο, στη μνήμη της γυναίκας του Ρηγίλλης. Η οροφή του είναι φτιαγμένη από κέδρο -ξύλο ακριβό ακόμα και για την κατασκευή αγαλμάτων. Τα δυο αυτά κτίρια των Αθηνών είναι μοναδικά σ’ ολόκληρη τη ρωμαϊκή επικράτεια. Όμως αξίζει να αναφέρω και το στεγασμένο θέατρο που έχτισε για τους Κορίνθιους (πολύ κατώτερο από της Αθήνας, όμως καλύτερο από κάποια άλλα φημισμένα), κι επίσης τα αγάλματα στον Ισθμό, τους κολοσσούς του Ισθμιου Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης, και τις άλλες προσφορές με τις οποίες γέμισε το ιερό ας μην παραλείψω και το δελφίνι του Μελικέρτη .

Έχτισε και προς τιμήν του Απόλλωνα το στάδιο στους Δελφούς και προς τιμήν του Δία τις κρήνες στην Ολυμπία. Για τους Θεσσαλούς και τους Έλληνες που ζουν γύρω από τον Μαλιακό κόλπο έχτισε στις Θερμοπύλες λουτρά για να θεραπεύονται οι άρρωστοι. Κι ακόμα, φρόντισε να εποικιστεί το Ωρικό της Ηπείρου που τότε είχε πέσει σε παρακμή, και το Κανύσιο στην Ιταλία, που του εξασφάλισε το νερό που χρειαζόταν και το ξαναέκανε κατοικήσιμη πόλη. Αλλά και σε πόλεις της Εύβοιας, της Πελοποννήσου και της Βοιωτίας έκανε πολλές και διάφορες ευεργεσίες.

Κι όμως, παρ’ όλα τα μεγάλα του έργα, ο ίδιος πίστευε πως δεν έκαμε τίποτε το σπουδαίο, αφού δεν άνοιξε τον Ισθμό της Κορίνθου. Το ’βλεπε σαν λαμπρό κατόρθωμα, να κόψει τη στεριά, να ενώσει τα δύο πέλαγη και να συντομέψει τη θαλάσσια διαδρομή στα είκοσι έξι στάδια’ και το λαχταρούσε μ’ όλη του την ψυχή, μα δεν έβρισκε το θάρρος να το ζητήσει από τον βασιλιά, για να μη τον κατηγορήσουν ότι βάζει με το νου του σχέδια που ούτε ο Νέρωνας δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει. Και να πώς εκδήλωσε αυτή του την επιθυμία: όπως άκουσα από τον Αθηναίο Κτησίδημο εγώ ο ίδιος, έτυχε κάποτε ο Ηρώδης να ταξιδεύει για την Κόρινθο παρέα με τον Κτησίδημο. Φτάνοντας στον Ισθμό, είπε ο Ηρώδης:

«Ποσειδώνα, εγώ το θέλω, μα κανείς δεν πρόκειται να το δεχτεί».

Ο Κτησίδημος απόρησε με τα λόγια του και τον ρώτησε για τι πράγμα μιλάει. «Αγωνίζομαι εδώ και πολύ καιρό», αποκρίθηκε ο Ηρώδης, «ν’ αφήσω στους ανθρώπους του μέλλοντος ένα σημάδι που να δείχνει ποιος πραγματικά είμαι. Κι ακόμα δεν μπόρεσα να ικανοποιήσω αυτή τη φιλοδοξία μου». Ο Κτησίδημος άρχισε τότε να μιλά πολύ επαινετικά για τους λόγους και τα έργα του που παραμένουν αξεπέραστα.

Κι ο Ηρώδης του είπε:

«Μιλάς για πράγματα φθαρτά που τα αφανίζει ο χρόνος. Όσο για τους λόγους μου, θα τους διαρρήξουν, κι ο ένας θα βρίσκει κουσούρια εδώ κι ο άλλος εκεί. Ενώ η διάνοιξη του Ισθμού θα ήταν έργο αθάνατο: δύσκολο να το αποδώσεις στην ανθρώπινη φύση, γιατί εδώ χρειάζεται Ποσειδώνας, απ’ ό,τι φαίνεται, κι όχι άνθρωπος.»

***

livingstoΑπό το βιβλίο «Η αποστολή της Ελλάδας» του sir Richard Livingstone

by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

Leave a Reply