Γιούρι Ναγκίμπιν – Η χειμερινή βελανιδιά


ΤΟ ΧΙΟΝΙ ΠΟΥ ΕΠΕΣΕ τη νύχια έστρωσε τα στενό δρομάκο από την Ουβάροφκα στο σχολείο και μόνο το περπάτημά της φαινόταν από τα λεπτά ίχνη που άφηναν οι μυτερές της γαλότσες πάνω στο χιονισμένο χαλί. Η δασκάλα έβαζε προσεκτικά το πόδι της με τη μυτερή γούνινη γαλότσα της για να μπορεί να βρίσκει την ισορροπία αν την ξεγελάσει το χιόνι και δεν πρσφτάσει να στηριχτεί. Υπήρχε κίνδυνος να σωριαστεί πάνω στο χιόνι.

Μέχρι το σχολείο η απόσταση ήταν μισό χιλιόμετρο. Η δασκάλα έριξε πάνω της το γούνινο παλτό της και το κεφάλι της το έδεσε με ένα ελαφρύ μάλλινο μαντίλι. Το κρύο ήταν τσουχτερό και επιπλέον φυσούσε και κρύος αέρας που πετούσε το χιόνι στο πρόσωπό της και σε όλο το σώμα της. Η εικοσιτετράχρονη δασκάλα χαιρόταν να περπατάει μέσα στο χιόνι και να τη φυσάει ο παγωμένος αέρας, χαιρόταν να παγώνουν η μύτη και τα μάγουλά της, να της μπαίνει ο αέρας μέσα από το γούνινο παλτό της και να τη χτυπάει στο κορμί. Γυρίζοντας το πρόσωπό της για να προφυλαχθεί από τον αέρα, είδε τις μικρές πατημασιές που άφηναν οι μυτερές γαλότσες της, και έμοιαζαν σαν πατημασιές κάποιου αγριμιού.

Η δροσερή και καθαρή γεναριάτικη μέρα της ξυπνούσε χαρούμενες σκέψεις για τη ζωή και τον εαυτό της. Δυο χρόνια είχαν περάσει από τότε που άφησε τα φοιτητικά θρανία και διορίστηκε δασκάλα σ’ αυτό το σχολείο και απόχτησε κιόλας τη φήμη της ικανής και έμπειρης δασκάλας της ρωσικής γλώσσας. Και στην Ουβάροφκα και στο Κουζμίντι και στο Τσιόρνι Γιαρ και στο συνοικισμό των εργατών τύρφης και στο ιπποτροφείο — όλοι την ήξεραν, την εκτιμούσαν και σε ένδειξη σεβασμού τη φώναζαν Άννα Βασίλγιεβνα.

Από την αντίθετη μεριά του δρόμου ερχόταν καταπάνω της κάποιος, περπατώντας με δυσκολία από το χιόνι και τον αέρα. «Και τι θα κάνω αν δεν προθυμοποιηθεί να με αφήσει να περάσω; — σκέφτηκε με κάποιο εύθυμο φόβο η Άννα Βασίλγιεβνα. Ο δρομάκος δε χωράει και τους δυο μας και αν κάνεις και παραμερίσεις θα σωριασθείς πάνω στο χιόνι». Ήξερε όμως πολύ καλά ότι δεν υπάρχει κανένας στην περιοχή που να μην αφήσει να περάσει πρώτη η δασκάλα της Ουβάροφκα. Πλησίασε ο ένας τον άλλο. Ήταν ο Φρολόφ, δαμαστής των αλόγων.

— Καλημέρα σας, Άννα Βασίλγιεβνα,! Ανασήκωσε το μαύρο γούνινο καπέλο του και φάνηκε το κουρεμένο κεφάλι του.

— Καλή σας μέρα! Φορέστε το καπέλο σας, γιατί θα παγώσετε! Δε βλέπετε τι κρύα και παγερή μέρα είναι!

Ο Φρολόφ θα ήθελε να φορέσει γρήγορα το καπέλο του, αλλά ήθελε και να δείξει ότι είναι παλικάρι, δεν τον φοβίζει ούτε ο πάγος, ούτε το κρύο, ούτε το χιόνι. Το κοντογούνι του, είναι αλήθεια, τον προφύλαγε από το κρύο. Στο χέρι του κρατούσε ένα λεπτό μαστίγιο σαν φίδι και χτυπούσε ελαφρά τις άσπρες τσόχινες μπότες του.


— Πώς πάει ο δικός μου, ο Λιόσια, κάνει ζαβολιές; ρώτησε με σεβασμό ο Φρολόφ.

—  Φυσικά, είναι άτακτο παιδί. Εξάλλου, όλα τα παιδιά κάνουν αταξίες. Μόνο να μην ξεπερνάνε τα όρια — απάντησε η Άννα Βασίλγιεβνα, δείχνοντας ότι είναι έμπειρη παιδαγωγός.

Ο Φρολόφ γέλασε δυνατά:

— Ο δικός μου ο Λιόσια είναι ήσυχο παιδί, ολόιδιος ο πατέρας του!

Αναμέρισε και πέφτοντας με τα γόνατα μέσα στο χιόνι έμοιαζε με μαθητή της πέμπτης τάξης του δημοτικού. Η Άννα Βασίλγιεβνα κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι της και συνέχισε το δρόμο της.

Το διώροφο σχολείο με τα μεγάλα παράθυρα και τους κόκκινους τοίχους του ήταν δίπλα από το δημόσιο δρόμο, περιφραγμένο με φράχτη. Ανάμεσα από την Ουβάροφκα για να εξυπηρετεί τους μαθητές όλης της περιοχής. Οι μαθητές έρχονταν να φοιτήσουν στο σχολείο αυτό από όλα τα περίχωρα, από το συνοικισμό των εργατοϋπαλλήλων του ιπποτροφείου, από το θεραπευτήριο των πετρελαιοεργατών και από το μακρινό συνοικισμό των εργατών τύρφης. Και από τις δυο μεριές του δρόμου μαζεύονταν σαν ρυάκια στην κύρια είσοδο του σχολείου οι σκουφίτσες και τα μαντιλάκια, οι τραγιάσκες και τα καπελάκια, τα μεγάλα γούνινα καπέλα και οι κουκούλες.

— Γεια σας, Άννα Βασίλγιεβνα! αντηχούσε κάθε δευτερόλεπτο πότε ηχηρά και καθαρά και πότε υπόκωφα και σιγανά κάτω από τις σάρπες και με τα τυλιγμένα μέχρι τα μάτια μαντίλια.

Το πρώτο μάθημα της Άννας Βασίλγιεβνα ήταν στην πέμπτη τάξη «Α». Μόλις χτύπησε το κουδούνι, η δασκάλα μπήκε μέσα στην τάξη. Τα παιδιά σηκώθηκαν αθόρυβα, καλημέρισαν τη δασκάλα και κάθισαν στα θρανία τους.

— Σήμερα θα συνεχίσουμε τη διδασκαλία των μερών του λόγου…

Στην τάξη επικράτησε ησυχία, ακουγόταν μόνο ο κρότος του φορτηγού αυτοκινήτου που ανέβαινε με δυσκολία το χιονισμένο δρόμο.

Η Άννα Βασίλγιεβνα θυμήθηκε την ανησυχία που ένιωσε όταν πρωτομπήκε στην τάξη αυτή πριν από δυο χρόνια να διδάξει το πρώτο μάθημα και σαν να ήταν μαθήτρια έλεγε από μέσα της: «Επίθετο είναι μέρος του λόγου… και ουσιαστικό είναι μέρος του λόγου…». Θυμήθηκε ακόμα πως τη βασάνιζε ο φόβος μήπως οι μαθητές δεν την καταλάβουν…

Γέλασε, διόρθωσε τη φουρκέτα στο βαρύ κότσο της και με καθαρή φωνή, νιώθοντας την ηρεμία της σαν ζεστασιά σε όλο το σώμα της, άρχισε: «Ουσιαστικό είναι μέρος του λόγου που προσδιορίζει πρόσωπα, ζώα, πράγματα, ενέργεια, κατάσταση, ιδιότητα, φυσικά φαινόμενα κ.α.». — Για παράδειγμα, μαθητής, βιβλίο κ.α.

—  Περάστε.

Στη μισάνοιχτη πόρτα στεκόταν ένας μαθητής με ανόμοιες χιονισμένες τσόχινες μπότες, με στρογγυλό, καμένο από τον πάγο πρόσωπο και κάτασπρα από την πάχνη φρύδια.

—  Πάλι άργησες, Σάβουσκιν; όπως και οι περισσότεροι νέοι δάσκαλοι, η Άννα Βασίλγιεβνα ήταν αυστηρή, όμως τώρα η φωνή της ήταν συμπονετική.

Ο Σάβουσκιν νόμισε ότι η δασκάλα τον άφησε να μπει και αδιάφορος πήγε και κάθισε στη θέση του. Η Άννα Βασίλγιεβνα πρόσεξε πως ο μικρός έβαλε τη μουσαμαδένια τσάντα του πάνω στο θρανίο και κάτι ρώτησε το διπλανό του, χωρίς να γυρίσει το κεφάλι — ασφαλώς, ρώτησε ποιο μάθημα διδάσκει η δασκάλα.

Η Άννα Βασίλγιεβνα στενοχωρήθηκε από την αργοπορία του Σάβουσκιν. Για την αργοπορία αυτού του μαθητή παραπονέθηκε πολλές φορές και η δασκάλα της γεωγραφίας, μια κοντή και αδύνατη γριούλα, που έμοιαζε σαν χρυσαλίδα. Η δασκάλα αυτή συχνά παραπονιόταν πότε για το θόρυβο που κάνουν οι μαθητές στην τάξη και πότε για την αφηρημάδα τους. «Τα πρώτα μαθήματα είναι πολύ δύσκολα» — σκεφτόταν η γριούλα. «Φυσικά, αυτοί που δεν μπορούν να εξουσιάσουν τους μαθητές, δεν μπορούν και να διδάξουν έτσι το μάθημα που να τους προκαλεί το ενδιαφέρον» — σκέφτηκε η Άννα Βασίλγιεβνα και της πρότεινε να αλλάξουν τις ώρες των μαθημάτων τους. Τώρα ένιωθε τον εαυτό της ένοχο απέναντι σ’ αυτή την πολύ διορατική γριούλα, που θεώρησε την πρόταση φιλοφροσύνης σαν επιτίμηση.

— Έγιναν σε όλους σας κατανοητά αυτά που είπαμε; στράφηκε η δασκάλα προς τους μαθητές.

— Όλα, όλα!… απάντησαν όλα μαζί τα παιδιά.

— Πολύ καλά. Αφού τα καταλάβατε, φέρτε μερικά παραδείγματα.

Επικράτησε για μερικά δευτερόλεπτα ησυχία και ξαφνικά κάποιος πρόφερε σιγά:

—  Γάτα.

—  Σωστά, είπε η Άννα Βασίλγιεβνα και αμέσως θυμήθηκε ότι και πέρυσι η πρώτη λέξη ήταν γάτα. Και αμέσως άκουσε πολλές φωνές μαζί:

— Παράθυρο! — Τραπέζι! — Σπίτι! — Δρόμος!

—  Σωστά, είπε η Άννα Βασίλγιεβνα.

Η τάξη ζωήρεψε. Η δασκάλα ένιωσε μεγάλη χαρά για τη ζωηράδα των παιδιών, που συνέχισαν να φέρνουν παραδείγματα: Ρόδα, τρακτέρ, πηγάδι, φωλιά κ.α. Από το πίσω θρανίο, όπου καθόταν ο χοντρός Βάσιατκα, ακουγόταν ηχηρά και επίμονα η λέξη:

— Γαρίφαλο… γαρίφαλο… γαρίφαλο…

Και κάποιος άλλος πρόφερε σιγά:

—  Πόλη.

—  Πόλη, μάλιστα! επιβεβαίωσε η Άννα Βασίλγιεβνα. Και όλη η τάξη με μια φωνή: Δρόμος… Μετρό… Τραμ… Κινηματογραφική ταινία…

—  Φτάνει, είπε η δασκάλα, βλέπω ότι τα καταλάβατε.

Οι φωνές έσβησαν απότομα και μόνο ο χοντρός Βάσιατκα συνέχιζε να μουρμουρίζει: «Γαρίφαλο’». Και ξαφνικά σαν να πετάχτηκε από τον ύπνο, ο Σάβουσκιν σηκώθηκε όρθιος και φώναξε δυνατά:

—           Χειμερινή βελανιδιά!

Τα παιδιά ξέσπασαν στα γέλια.

—           Ησυχία! φώναξε η Άννα Βασίλγιεβνα και χτύπησε με την παλάμη της πάνω στο τραπέζι.

—           Χειμερινή βελανιδιά! ξανάπε ο Σάβουσκιν, χωρίς να δίνει σημασία ούτε στα γέλια των μαθητών, ούτε στη φωνή της δασκάλας. Το έλεγε αυτό με έναν δικό του, ιδιόμορφο τρόπο. Τα λόγια του έβγαιναν μέσα από την ψυχή του σαν ευγνωμοσύνη’, σαν ευχάριστο μυστικό, που δεν μπορεί να το αντέξει η πλημμυρισμένη του καρδιά.

Η Άννα Βασίλγιεβνα δεν μπορούσε να καταλάβει αυτή τη συγκίνηση του μικρού και είπε με συγκρατημένο θυμό:

—           Και γιατί χειμερινή; Απλώς βελανιδιά!

—           Απλώς βελανιδιά — τι λέτε! Χειμερινή βελανιδιά, αυτό είναι ουσιαστικό.

—           Κάθισε, Σάβουσκιν, να τι σημαίνει να μην έρχεσαι στο μάθημα κανονικά. Βελανιδιά είναι ουσιαστικό, τι μέρος του λόγου είναι η λέξη «χειμερινή» — θα το μάθετε αργότερα. Στο μεγάλο διάλειμμα κάνε τον κόπο να ’ρθεις στο γραφείο μου.

—           Να και η χειμερινή σου βελανιδιά — χαχάνισε κάποιος στο πίσω θρανίο.

Ο Σάβουσκιν κάθισε αναπαυτικά στη μαλακή καρέκλα του γραφείου και κοίταζε αφηρημένα τη δασκάλα.

—           Αν έχεις την καλοσύνη, εξήγησέ μου: Γιατί συστηματικά αργείς να ’ρθεις στο μάθημα;

—           Δεν ξέρω, Άννα Βασίλγιεβνα, και άνοιξε σαν μεγάλος τα χέρια του. Φεύγω από το σπίτι πάντα μια ώρα πριν αρχίσουν τα μαθήματα.

Της ήταν πολύ δύσκολο να τον πιστέψει. Πολλά παιδιά έμεναν μακρύτερα από τον Σάβουσκιν και κανένα δεν έκανε πάνω από μια ώρα στο δρόμο.

—           Μένεις στο Κουζμίνκι;

—           Όχι, κοντά στο θεραπευτήριο.

—           Και δεν ντρέπεσαι να λες ψέματα; Από το θεραπευτήριο μέχρι το δρόμο είναι δεκαπέντε λεπτά και από το δρόμο μέχρι το σχολείο το πολύ μισή ώρα.

—           Δεν έρχομαι από το δρόμο. Έρχομαι από ένα σύντομο μονοπάτι κατευθυνόμενος μέσα από το δάσος — είπε ο Σάβουσκιν σαν να απορούσε…

—          «Κατευθείαν» και όχι «κατευθυνόμενος» — τον διόρθωσε η δασκάλα από συνήθεια.

Η δασκάλα στενοχωρούνταν πολύ όταν κάποιο παιδί της έλεγε ψέματα.

—           Λυπηρό, Σάβουσκιν, πολύ λυπηρό! Είμαι υποχρεωμένη να μιλήσω στους γονείς σου.

—          Άννα Βασίλγιεβνα, μόνο τη μητέρα μου έχω, χαμογέλασε ο Σάβουσκιν.

Η Άννα Βασίλγιεβνα ντράπηκε. Θυμήθηκε τη μητέρα του Σάβουσκιν, την «ανοιχτόκαρδη νοσοκόμα», όπως την έλεγε ο γιος της. Εργαζόταν στο θεραπευτήριο στα μπάνια — αδύνατη, κουρασμένη με ασπρουδερά και πλαδαρά από το ζεστό νερό χέρια. Ο άντρας της είχε σκοτωθεί στον Πατριωτικό Πόλεμο και ανάθρεψε μόνη της εκτός από τον Κόλια και άλλα τρία παιδιά.

—           Τότε θα μιλήσω στη μητέρα σου;

—           Ελάτε, Άννα Βασίλγιεβνα, η μητέρα μου θα χαρεί πολύ!

Δυστυχώς, μ’ αυτά που θα της πω δε θα τη χαροποιήσω. Η μητέρα σου είναι πρωινή;

—           Όχι, είναι δεύτερη βάρδια. Αρχίζει από τις τρεις.

—           Πολύ καλά. Εγώ τελειώνω στις δύο. Μετά τα μαθήματα θα με συνοδέψεις…

Το μονοπάτι που ο Σάβουσκιν οδηγούσε την Άννα Βασίλγιεβνα άρχιζε αμέσως από την άκρη του σχολικού κήπου. Μόλις μπήκαν μέσα στο δάσος και τα βαρυφορτωμένα από το χιόνι ελατίσια κλωνάρια διασταυρώνονταν πάνω από τους ώμους τους, βρέθηκαν σε ένα άλλο, μαγεμένο κόσμο της ηρεμίας και της βουβαμάρας. Οι καρακάξες και οι κουρούνες πετούσαν από το ένα δέντρο στο άλλο, κουνούσαν τα κλαδιά, έριχναν κάτω τα κουκουνάρια και καμιά φορά αγγίζοντας με τα φτερά τους έσπαζαν τις τρυφερές ξερές βέργες τους. Όμως τίποτα δεν προκαλούσε ήχο. Μια απέραντη ησυχία επικρατούσε παντού. Η ασπράδα του χιονιού τύφλωνε τα μάτια. Και μόνο μακριά μαύριζαν οι κορυφές των σημύδων που λικνίζονταν από το φύσημα του αέρα.

Το μονοπάτι έτρεχε κατά μήκος του μικρού ποταμού — πότε δίπλα του, ακολουθώντας υπάκουα όλες τις στροφές του και πότε ανεβαίνοντας ψηλά έπεφτε σε έναν απότομο γκρεμό.

Κάποτε τα δέντρα αναμέριζαν και φαίνονταν τα προσήλια γεμάτα από τις περπατησιές των λαγών που έμοιαζαν σαν αλυσιδίτσες του ρολογιού. υπήρχαν και περπατησιές από μεγαλύτερα αγρίμια που έμοιαζαν σαν τριφύλλι. Τα ίχνη χάνονταν μέσα στα πυκνά χαμόκλαδα.

—           Ελάφι πέρασε! Λες και ήταν ένας καλός του φίλος, είπε ο Σάβουσκιν, βλέποντας ότι η Άννα Βασίλγιεβνα κοίταξε με προσοχή τα ίχνη. Μόνο μη φοβάστε — πρόσθεσε σαν απάντηση στη φοβισμένη ματιά που έριξε η δασκάλα στο βάθος του δάσους. Το ελάφι είναι ήσυχο.

—           Το είδες; ρώτησε ανυπόμονα η δασκάλα.

—           Το ίδιο; Ζωντανό; ο Σάβουσκιν αναστέναξε.

—           Όχι, δεν έτυχε. Μόνο τα λεπτοκάρυδά του είδα.

—           Τι είπες;

—           Τις κακαρέντζες του — εξήγησε με κάποια συστολή ο Σάβουσκιν.

Το μονοπάτι αναμέρισε τις λεπτοκαρυές και χώρισε το δάσος στη μέση. Μπροστά φάνηκε μια κάτασπρη κοιλάδα και στο κέντρο της μια θεόρατη επίσης κάτασπρη βελανιδιά. Λες και τα δέντρα από σεβασμό παραχώρησαν τη θέση τους στο μεγαλύτερο αδελφό τους να απλώσει βαθιές ρίζες και να φθάσει την κορυφή του ως τον ουρανό. Τα χαμηλότερα κλαδιά της έπεφταν σαν αντίσκηνο πάνω από το άσπρο χαλί. Το χιόνι κόλλησε στις βαθιές ζαρωματιές του φλοιού της και ο χοντρός κορμός της λες και ήταν τρυπημένος με ασημένιες κλωστές. Η φυλλωσιά της, που είχε ξεραθεί από το φθινόπωρο, δεν είχε πέσει και τα φύλλα της ήταν τυλιγμένα μέσα στις χιονισμένες θήκες.

—           Αυτή είναι η χειμερινή βελανιδιά, που σας έλεγα!

Η Άννα Βασίλγιεβνα έκανε ένα διατακτικό βήμα προς τη βελανιδιά και ο τεράστιος μεγαλόψυχος φύλακας του δάσους τη χαιρέτισε με το απαλό άγγιγμα του κλωναριού του.

Ο Σάβουσκιν, αδιαφορώντας για τις σκέψεις της Άννας Βασίλγιεβνα, έφερνε γυροβολιά στον κορμό της βελανιδιάς και τον χάιδευε σαν να ’ταν παλιός του γνώριμος.

—            Άννα Βασίλγιεβνα, κοιτάξτε!

Έβγαλε με κόπο ένα σωρό από χιόνι που είχε πιάσει ρίζες στο χώμα μαζί με χορτάρια και φάνηκε μια λακκούβα με σουφρωμένα φύλλα και δίπλα κάτι μυτερές βελόνες. Η δασκάλα υποψιάστηκε ότι είναι σκαντζόχοιρος.

—           Κοιτάξτε πώς ζάρωσε! Ο Σάβουσκιν ξέθαψε το χιόνι από τη δεύτερη ρίζα. Υπήρχε μια μικρή σπηλιά και στην άκρη της καθόταν ακίνητος ένας καστανόμαυρος βάτραχος με τεντωμένο το δέρμα του.

Ο Σάβουσκιν τον άγγιξε, όμως ο βάτραχος δεν έδωσε σημεία ζωής.

—           Κάνει τον ψόφιο — γέλασε ο μικρός. Ας τον χτυπήσει ο ήλιος και τότε θα δεις πώς θα κάνει.

Ο Σάβουσκιν συνέχιζε να οδηγεί την Άννα Βασίλγιεβνα στο δικό του μακρόκοσμο. Οι ρίζες της βελανιδιάς φιλοξενούσαν πολλούς ακόμα μόνιμους ένοικους: σκαθάρια, σαύρες, μαμούνια. Ορισμένοι ήταν χωμένοι κάτω από τις ρίζες και άλλοι κολλημένοι στις ζαρωματιές του φλοιού. Το μεγάλο και γερό δέντρο είχε συγκεντρώσει γύρω του τόση ζωντανή ζεστασιά, που το κακόμοιρο το άσπρο αγρίμι δεν μπορούσε να βρει καλύτερο καταφύγιο για να κρυφτεί. Η Άννα Βασίλγιεβνα με μεγάλο ενδιαφέρον κοίταζε αυτή την άγνωστη και μυστηριώδη ζωή του δάσους, όταν την ξάφνιασε η φωνή του Σάβουσκιν:

—           Τι κρίμα, δε θα προλάβουμε τη μητέρα:

Η Άννα Βασίλγιεβνα κοίταξε βιαστικά το ρολόι της — η ώρα ήταν τέσσερις και τέταρτο. Ένα αίσθημα την είχε πλημμυρίσει, λες και είχε πέσει σε παγίδα. Και νοερά ζητώντας συγνώμη από τη βελανιδιά για τη μικρή της ανθρώπινη πονηριά, είπε:

—           Λοιπόν, Σάβουσκιν, αυτό πάει να πει ότι ο συντομότερος δρόμος δεν είναι και ο πιο σωστός. Επομένως, πρέπει να πηγαίνεις από το δημόσιο δρόμο.

Ο Σάβουσκιν έσκυψε το κεφάλι και δεν απάντησε.

«Θεέ μου! Ύστερα απ’ όλα αυτά που είδα, σκέφτηκε η Άννα Βασίλγιεβνα με πόνο. — Πρέπει μήπως να παραδεχτώ την αδυναμία μου;». Θυμήθηκε το σημερινό της μάθημα και όλα τα άλλα μαθήματα που είχε διδάξει: Πόσο φτωχά, αδύναμα και ψυχρά μιλούσε για το λόγο, για τη γλώσσα, για το ότι ο άνθρωπος χωρίς αυτή είναι άλαλος μπροστά στον κόσμο, χωρίς αισθήματα — για τη μητρική του γλώσσα, που είναι τόσο δροσερή, όμορφη και πλούσια, όσο γενναιόδωρη και όμορφη είναι η ζωή.

Και νόμιζε ότι είναι ικανή δασκάλα,! Πολλά έχει να μάθει ακόμα και πρωτ’ απ’ όλα την ανθρώπινη ζωή, την ολοκληρωμένη, την όμορφη, τη χαρούμενη, την ευτυχισμένη. Δύσκολος ο δρόμος. Όμως μπορεί να τον βρει.

—            Λοιπόν, Σάβουσκιν, σ’ ευχαριστώ για τον περίπατο. Φυσικά, μπορείς να έρχεσαι και απ’ αυτό το μονοπάτι.

—           Εγώ σας ευχαριστώ, Άννα Βασίλγιεβνα.

Ο Σάβουσκιν κοκκίνισε. Ήθελε να πει στη δασκάλα, ότι άλλη φορά δε θα αργήσει από το μάθημα, όμως φοβήθηκε μην τη γελάσει. Σήκωσε το γιακά από το σακάκι του και έχωσε βαθύτερα στο κεφάλι του το μεγάλο γούνινο καπέλο του.

—           Θα σας συνοδέψω…

—           Δε χρειάζεται, Σάβουσκιν, προτιμώ μόνη μου.

Έριξε μια αμφίβολη ματιά στη δασκάλα, έπιασε μια χοντρή βέργα και της την έδωσε.

—          Αν το ελάφι κατά τύχη εμφανιστεί μπροστά σας, χαϊδέψτε το λίγο στην πλάτη και θα σας αφήσει να περάσετε. Ή απλώς φοβίστε το, αυτό φθάνει! Γιατί μπορεί να θυμώσει και να φύγει από το δάσος.

—           Πολύ καλά, Σάβουσκιν, δεν πρόκειται να το χτυπήσω.

Η Άννα Βασίλγιεβνα βάδισε λίγο, στάθηκε, γύρισε και κοίταξε για τελευταία φορά τη βελανιδιά, που έλαμπε από τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου, και δίπλα στον κορμό της είδε τον Σάβουσκιν: ο μικρός δεν είχε φύγει, από μακριά προστάτευε τη δασκάλα του. Και η Άννα Βασίλγιεβνα κατάλαβε ότι το πιο καταπληκτικό σ’ αυτό το δάσος δεν ήταν η χειμερινή βελανιδιά, αλλά ο μικρός ανθρωπάκος με τις ανόμοιες τσόχινες μπότες του, το μπαλωμένο παντελόνι του και το τριμμένο σακάκι του, γιος στρατιώτη που σκοτώθηκε για την πατρίδα και της «καλόκαρδης νοσοκόμας», αυτός ο υπέροχος και μυστηριώδης πολίτης του μέλλοντος.

Τον αποχαιρέτισε με μια κίνηση του χεριού της και πήρε το ανηφορικό μονοπάτι του γυρισμού.

Γιούρι Ναγκίμπιν (1920) – Η χειμερινή βελανιδιά

“Ανθολογία σοβιετικού διηγήματος” – «Λογοτεχνικές εκδόσεις» 1982

Γιούρι Ναγκίμπιν

Σχέδια Γ.Μπεχράκη

Αντικλείδι , http://antikleidi.com

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -