Οι Βιετναμέζοι εις την Θεσσαλονίκη, ο Χο-τσι-μινχ εις την Βέροιαν !


Από μια συνομιλία που είχε ένας Βιετναμέζος, γεροντάκι, στο Ν. Βιετνάμ στην αρχή του περασμένου έτους, με έλληνας δημοσιογράφους, πήρα αφορμή να γράψω το κατωτέρω σημείωμά μου μέρος του όποιου είναι μεταφορά ιστορικής επιφυλλίδος μου την όποιαν εδημοσίευσε επί 12 ήμερες η εφημερίς «Ελληνικός Βορράς» πριν από λίγα χρόνια, με τον γενικόν τίτλον “Ευδαίμων Βαβυλών η Θεσσαλονίκη”.

Μεγάλο κομμάτι από την εργασία μου αύτη εδημοσίευσα εις παλαιότερον τόμον του «Μακεδονικού Ημερολογίου». Αναγκάζομαι να αρυσθώ στοιχεία από αυτά τα δημοσιεύματά μου για να νοιώσει ο αναγνώστης —και προ παντός αι νεώτεραι γενεαί— την αλληλουχία μεγάλων παγκοσμίων ιστορικών γεγονότων, συνδεδεμένων με την Ελλάδα και ιδιαιτέρως με την Θεσσαλονίκην, μέσα στον αιώνα πού ζούμε.

Κατά τον πρώτον παγκόσμιον πόλεμον οι Σύμμαχοι ήθελαν καλά και σώνει να έχουν την Ελλάδα με το μέρος των. Η Κυβέρνησις των Αθηνών δεν το ήθελε. Επροτιμούσε την ουδετερότητα. ‘Αλλά οι Σύμμαχοι παραβίασαν την ουδετερότητα. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ενόμιζε ότι έπρεπε πάση θυσία να ταχθούμε με τούς «Αγγλογάλλους». Και έκανε την επανάσταση τού 1915 ιδρύοντας το ξεχωριστό Κράτος της Θεσσαλονίκης, αμέσως δε απεβιβάσθησαν τα συμμαχικά στρατεύματα εις αυτήν. Την 5ην Νοεμβρίου του 1915, εμφανίζεται ό συμμαχικός στόλος εις τον Θερμαϊκό κόλπο και εντός ολίγων ωρών αρχίζει η απόβασις έμψυχου και αψύχου υλικού.

Τι ήταν εκείνο που έβλεπαν τα μάτια των κατοίκων; Χιλιάδες παράξενοι στρατιώται αποβιβάζονται εις την Θεσσαλονίκην και ο στρατηγός Σαράι κηρύσσει την πάλιν ολόκληρο ως μέτωπο πολεμικό. Και εγκαθίσταται ο στρατός αυτός εντός της πόλεως. Όχι όμως με την ανανδρίαν με την οποίαν εχρησιμοποίησαν την πόλιν οι  Γερμανοί στον πρόσφατο πόλεμο. Οι σύμμαχοι εγκαταστάθηκαν σε σκηνές και παραπήγματα τα όποια ανήγειραν αμέσως και δεν ξεσπίτωσαν τον κόσμον για να οχυρωθούν στις κατοικίες τού λαού οικήματα κατέλαβαν όσο το Διεθνές Δίκαιον επέτρεπε και όσα με χρήματα βρήκαν να ενοικιάσουν, προσφέροντας περισσότερα από όσα εζητούσαν οι ιδιόκτητοι για την εγκατάστασιν υπηρεσιών Γραφείων και όχι στρατωνισμού.

Ο καταυλισμός των στρατευμάτων των διαφόρων εθνοτήτων ήρχισε  να γίνεται εις κενά οικόπεδα, ιδία προς το μέρος των «έξοχων» της πόλεως. Εις πολλά από αυτά ετοποθετούντο σκηναί εις άλλα δε ιδρύοντα ξύλινα παραπήγματα, προ παντός όταν επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν ως όπλα αναρρωτήρια, ως αποθήκαι ή καντίνες. Οι ονομαστότερες εγκαταστάσεις παραπηγμάτων ήτο ολόκληρος ξύλινος συνοικισμός επάνω από τα Γύφτικα της οδού Μάρκου Μπότσαρη με τον στρατιωτικόν αριθμόν 151, ό όποιος και μέχρι σήμερον ακόμη αναφέρεται ως τοπωνύμιων της Θεσσαλονίκης, και τα παραπήγματα της ερήμου τότε Καλαμαριάς, εις τα όποια εγκαταστάθηκαν Καναδικά στρατεύματα που τα εθέρισε η ελονοσία.

Η ίδρυσης στρατοπέδων εκ σκηνών ή παραπηγμάτων άρχισε να γίνεται εντατική από των πρώτων ημερών της αποβάσεως με πληθωρική πρόσληψη εργατών και τεχνιτών, αθρόως προσερχόμενων λόγου του αρχίσαντος να ρέει άφθονου χρυσού.


Και εντός δύο εβδομάδων με την συνεχή άφιξη των στρατευμάτων, η Θεσσαλονίκη παρουσίαζε ένα καταπληκτικό μωσαϊκό φυλών, χρωμάτων, στολών, γλωσσών και διαλέκτων, που ασφαλώς δεν θα τα είχε η αρχαία Βαβέλ κατά την σύγχυση των γλωσσών. Η κίνησις, πρωτοφανής διά την Θεσσαλονίκην, και η γενική εικών της από τα κινούμενα στρατιωτικώς ή διασκεδάζοντα ετερόκλιτα στρατεύματα, ανάμεσα εις τον πληθυσμό της πόλεως δεν περιεγράφη από κανένα ιστορικό των αιώνων της ζωής της. Και τούτο διότι παρομοίων πανσπερμίαν δεν εγνώρισε ποτέ η πόλις του Αγίου Δημητρίου, όσην κατά τα τρία έτη του παγκοσμίου πολέμου 1915—1918 εις τον όποιον, είτε ήθελε, είτε δεν ήθελε, έλαβε μέρος. Και έβλεπες εκείνο το πολύχρωμο κινούμενο κέντημα των φυλών να πλημμυρίζει την πόλιν και τα πέριξ.

Έλληνες, Οθωμανοί, Εβραίοι, Άγγλοι, Γάλλοι, Ιταλοί, Σκώτοι, Καναδοί, και εκ των ’Αποικιών των συμμάχων, Σενεγαλέζοι, Άλγερινοί, Iνδοκινέζο;, (όλοι όμοιοι στο πρόσωπο),Ρώσοι, Άναμίται, Θϊβετιανοί, Κογκολέζοι, Αυστραλοί, Νεοζηλανδοί, Σέρβοι, ’Ινδονήσιοι, Πακιστανοί, Αιγύπτιοι αργότερα Ρώσοι και άλλοι, ήσαν επί τρία χρόνια κάτοικοι της Θεσσαλονίκης. Αν επιχειρούσα να περιγράφω’ και τις στολές πού φορούσαν δεν θα το κατόρθωνα.

Ξεχώριζαν μέσα σ’ όλους, οι Σκωτσέζοι με τις (κύλτ], —ένα είδος σημερινής φούστας μίνι από αυθεντικό σκωτσέζικο ύφασμα με χρωματιστά σχέδια καρό, από τη μέση ως τα γόνατα και από κάτω από το μίνι τελείως γυμνοί:— οι όποιοι αδιαφορούσαν για τις αποκαλύψεις πού έκαμναν όταν καθόταν στα κέντρα ή στα οχήματα, κι οι Ζουάβοι με τα κόκκινα φέσια και τις χαντζάρες. Όταν δε έβγαιναν οι Σκωτσέζοι βόλτα στη Θεσσαλονίκη με τις γκάιντες και οι Ζοάβοι με τα άλογα και τις σπάθες γυμνές, στις παρελάσεις, και ανάμεσα στο λαό, που παρακολουθούσε το θέαμα και οι Τουρκάλες με τους φερετζέδες και οι Εβραίες με τις «κόφιες’’ την εθνική των φορεσιά, τότε το ζωντάνεμα της Βαβυλώνος, μέσα στη Θεσσαλονίκη, στον εικοστό αιώνα ήταν πλήρες.

Ανάμεσα από τις διάφορες περίεργες φυλές ξεχώριζαν τότε κάτι μικρόσωμοι στρατιώται με φαρδιά πανταλόνια και με καπέλα μεγάλα. Ήταν άνθρωποι της κίτρινης φυλής. Μας έλεγαν τότε, οι μεγαλύτεροι ότι ήταν από την ’Ινδοκίνα. Από το Βιετνάμ, από τη Καμπότζη και από το Λάος. Ποτέ δεν έκαμναν παρέα με συναδέλφους των άλλων φυλών. Πήγαιναν πάντα δυο – τρεις μαζί, τέσσερες – πέντε μαζί, μάλλον σιωπηλοί, χαζεύοντας μέσα στη πόλη. Πολλές φορές τούς βλέπαμε πιασμένους από το χεράκι να κάμνουν τον περίπατό των μέσα στη Θεσσαλονίκη, Και πάντα σαν φοβισμένοι, σαν κατάπληκτοι.

Ενθυμούμαι ένα περιστατικό, μια μέρα, στην Εγνατία. Μια ομάδα από Βιετναμέζους, χάζευε άσκοπα την πόλη, χαζεύαμε δε, και ημείς, τα παιδιά, αυτούς. Μάς έκαμναν εντύπωση τα μεγάλα καπέλα, των και το κίτρινο χρώμα των.

Ξαφνικά, ακούμε έναν θόρυβο σιδηρικών. Οι Βιετναμέζοι, τρομαγμένοι αφήνουν τα χεράκια των και τρέχουν σκορπισμένοι.

Τι είχε συμβεί;

Ένας καταστηματάρχης θέλησε να κλείσει για λίγο το μαγαζί του για να πάει κάπου. Και κατέβασε απότομα και νευρικά το σιδερένιο ρολό του μαγαζιού του, —εκείνα τα ρολά τα απαίσια της ένοχης— που προστάτευαν τα μαγαζιά από τους κλέφτες και της πυρκαγιές.

Και τρόμαξαν οι Βιετναμέζοι —έτος 1916— από το κρότο εκείνον τον όποιον θεώρησαν… πολεμικόν. Και το βαλαν στα πόδια.

Και τα φέρε η τύχη έτσι, ώστε ύστερα από 53 χρόνια, να βρεθούν “Έλληνες δημοσιογράφοι εις την κόλαση του Βιετνάμ. Και μια μέρα, δύο γεροντάκια, Βιετναμέζοι, που είδαν την ομάδα των δημοσιογράφων, από πολλά Ευρωπαϊκά Κράτη, πλησίασαν και ρώτησαν αν υπάρχουν στην αμάδα και “Έλληνες.

Τους υπέδειξαν τούς Έλληνας.

Επλησίασαν και τους ρώτησαν, σε γαλλική γλώσσα.

— Μήπως είναι κανείς από τη Θεσσαλονίκη;

— Όχι. Γιατί το ενδιαφέρον σας για τη Θεσσαλονίκη;

— Στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο ήμασταν στρατιώται και εμείς στη, Θεσσαλονίκη. Πολεμούσαμε μαζί με τούς “Έλληνες εναντίον των Γερμανών και Βουλγάρων, Θυμούμαστε και τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917. Έγινε μεγάλη πόλις η Θεσσαλονίκη;

Οι δημοσιογράφοι τούς έδωσαν πληροφορίες και τα βλέμματά των εχάθηκαν για λίγο εις το παρελθόν, εις την νεότητά των, εις τον πόλεμων εις την Ευρώπην…

Σε λίγο ο ένας από αυτούς τους λέγει.

— Ξέρετε, και ο Χό—Τσί—Μίνχ ήταν στη Μακεδονία. Υπηρετούσε στη Βέροια.

Δεν σχολιάσθηκε πολύ αυτό το περιστατικό από εκείνους πού το άκουσαν διότι δεν το έζησαν. Μπορούσα όμως να το αφήσω και εγώ ασχολίαστο, εγώ πού γνώρισα τούς Βιετναμέζους στη Θεσσαλονίκη;

Σαν ιστορικός μπορούσα να μη το προσθέσω εις τα όσα για την ιστορία της Θεσσαλονίκης έχω γράψει ως τα τώρα;

***

Ιστορικά σημειώματα 1916-1918

Από το Μακεδονικόν Ημερολόγιον . Ν.Σφενδόνη 1970

by Αντικλείδι – http://antikleidi.com

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -