Frans De Waal – Τι είναι η ενσυναίσθηση;


Τα κοινωνικά ζώα έχουν ανάγκη να συντονίζουν ενέργεια και κίνηση, να αποκρίνονται στον κίνδυνο σε συλλογικό επίπεδο, να επικοινωνούν για τροφή και νερό και να βοηθούν όσους έχουν ανάγκη.

Η απόκριση στις συμπεριφορές άλλων ζώων του ίδιου είδους καλύπτει μια ευρεία κλίμακα, από την άμεση απογείωση ολόκληρου του σμήνους πουλιών, μόλις κάποιο απ’ όλα ξαφνιαστεί από ένα αρπακτικό μέχρι τη μητέρα πίθηκο, που επιστρέφει σε ένα μικρό που κλαίει για να το βοηθήσει να περάσει από το ένα δένδρο στο επόμενο, μετατρέποντας το δικό της σώμα σε γέφυρα. Στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για μία αντανακλαστική μετάδοση φόβου, που ίσως να μην περιλαμβάνει το στοιχείο της κατανόησης του τι προκάλεσε την αρχική αντίδραση, αλλά είναι αναμφισβήτητα προσαρμοστική.

Το πουλί που δεν καταφέρνει να απογειωθεί ταυτόχρονα με το υπόλοιπο σμήνος μπορεί να γίνει γεύμα. Η πίεση από την επιλογή να προσέχει κανείς τους άλλους θα πρέπει να ήταν τεράστια. Το παράδειγμα της μητέρας πιθήκου δηλώνει μεγαλύτερη μεροληψία, καθώς περιλαμβάνει συγχρόνως την ανησυχία στο άκουσμα του κλάματος του παιδιού, την εκτίμηση του λόγου της δυσφορίας του και μια προσπάθεια να βελτιωθεί η κατάσταση.

Υπάρχουν άφθονα παραδείγματα που ένα πρωτεύον προστρέχει να βοηθήσει ένα άλλο σε έναν καβγά, βάζει το χέρι του γύρω από ένα πρώην θύμα επίθεσης ή εκδηλώνει άλλες συναισθηματικές αποκρίσεις στην αγωνία των άλλων, στις οποίες θα αναφερθούμε παρακάτω. Πράγματι, εκλαμβάνουμε σχεδόν όλη την επικοινωνία ανάμεσα σε μη ανθρώπινα πρωτεύοντα ως συναισθηματικά διαμεσολαβημένη.

Είμαστε εξοικειωμένοι με τον εξέχοντα ρόλο των συναισθημάτων που αποτυπώνονται εκφραστικά στο ανθρώπινο πρόσωπο, αλλά τα συναισθήματα αποδεικνύονται εξίσου σημαντικά και όταν εξετάζουμε αναλόγως τις μαϊμούδες και τους πιθήκους, που διαθέτουν ένα ομόλογο εύρος σε αντίστοιχες εκφράσεις.

Όταν η συναισθηματική κατάσταση ενός ατόμου μεταδίδει μιαν αντίστοιχη ή μια πολύ σχετική κατάσταση σε ένα άλλο άτομο, τότε μιλάμε για «συναισθηματική μετάδοση». Ακόμα κι αν μια τέτοια μετάδοση οπωσδήποτε αποτελεί ένα βασικό φαινόμενο, αυτή η μετάδοση περιέχει πολλά περισσότερα από την απλή επίδραση μιας κατάστασης από ένα άτομο σε ένα άλλο, εφόσον συχνά τα δύο άτομα συμπλέκονται σε άμεση διάδραση. Έτσι, ο νεαρός που έχει νιώσει απόρριψη μπορεί να ξεσπάσει ουρλιάζοντας στα πόδια της μητέρας του. Ένας αποδεκτός σύντροφος από την άλλη μπορεί να πλησιάσει τον κάτοχο τροφής με εκφράσεις, ήχους και χειρονομίες που μεταδίδουν συμπόνια. Κοντολογίς, οι συναισθηματικές καταστάσεις και εκείνες που παρακινούν εκδηλώνονται συχνά με συμπεριφορά που απευθύνεται ευθέως προς ένα σύντροφο. Άρα, η συναισθηματική επίπτωση στον άλλο δεν αποτελεί μια τυχαία ή ακούσια κατάσταση, αλλά την στοχευμένη επιδίωξη.


Καθώς αυξάνεται η διαφοροποίηση ανάμεσα στον εαυτό και στον άλλο και αυξάνεται η εκτίμηση των συγκεκριμένων περιστάσεων που βρίσκονται κάτω από τις συναισθηματικές καταστάσεις των άλλων, η συναισθηματική «μετάδοση» εξελίσσεται σε ενσυναίσθηση. Η ενσυναίσθηση περικλείει την συναισθηματική μετάδοση, και πιθανόν να μην μπορούσε να δημιουργηθεί ερήμην της, την ξεπερνάει και μάλιστα παρεμβάλλει φίλτρα ανάμεσα στην κατάσταση του άλλου και στην δική του. Στους ανθρώπους αυτές οι γνωσιακές στοιβάδες αναπτύσσονται γύρω στην ηλικία των δύο ετών.

Δύο μηχανισμοί, που συνδέονται με την ενσυναίσθηση, και είναι αντίθετοι ως προς τις κοινωνικές συνέπειές τους, είναι η συμπόνια και η προσωπική δυσφορία. Η συμπόνια εδώ ορίζεται ως μια

«συναισθηματική απόκριση, που συνίσταται από αισθήματα λύπης ή έγνοιας για τον άλλον που δυσφορεί ή έχει ανάγκη, παρά ταυτίζεται με το συναίσθημα καθαυτό του άλλου προσώπου. Θεωρείται ότι η συμπάθεια περικλείει αλτρουισμό που απευθύνεται στον άλλον» (Eisenberg, 2000).

Από την άλλη, η προσωπική δυσφορία ωθεί εκείνον στον οποίο έχει μεταδοθεί αυτή η δυσφορία να προσπαθεί εγωιστικά να ανακουφίσει τη δική του δυσφορία, που είναι παρόμοια με αυτή που αντιλαμβάνεται στο αντικείμενο. Άρα, η προσωπική δυσφορία δεν αφορά την κατάσταση του άλλου, που μεταδίδει την ενσυναίσθηση.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για τα πρωτεύοντα δίνεται από τον ντε Βάαλ οι κραυγές ενός μωρού πιθήκου ρέζους, που τιμωρήθηκε αυστηρά ή εγκαταλείφθηκε, προκαλούν συχνά τα άλλα μωρά να το πλησιάσουν, να το αγκαλιάσουν, να το σηκώσουν ή ακόμα και να προσπέσουν όλα μαζί αγκαλιάζοντας το θύμα. Έτσι, η αγωνία ή η δυσφορία ενός μωρού φαίνεται να μεταδίδεται στα όμοιά του, που επιζητούν την επαφή για να απαλύνουν τη δική τους αναστάτωση. Εφόσον η προσωπική δυσφορία ή αγωνία στερείται γνωσιακής αποτίμησης και συμπεριφορικής συμπληρωματικότητας δεν ξεπερνάει το επίπεδο της συναισθηματική μετάδοσης.

Τα περισσότερα βιβλία για την επίγνωση των ζώων (πχ. Shettleworth, 1998) δεν αναφέρονται στην ενσυναίσθηση ούτε στη συμπόνια, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οι συγκεκριμένες ικανότητες δεν αποτελούν ουσιώδεις παράμετρους για τη ζωή τους. Απλώς σημαίνει ότι τις παραβλέπει μία επιστήμη που μάλλον είναι παραδοσιακά εστιασμένη στις ατομικές παρά στις δια-ατομικές ικανότητες.

Για παράδειγμα η χρήση εργαλείων και η ικανότητα με τους αριθμούς, θεωρούνται ως χαρακτηριστικά ευφυΐας, ενώ η καλή μεταχείριση των άλλων όχι. Ωστόσο, είναι προφανές ότι η επιβίωση συχνά εξαρτάται από το πώς τα ζώα λειτουργούν στην ομάδα τους, τόσο σε επίπεδο συνεργασίας, πχ. συντονισμένες ενέργειες, μεταφορά πληροφορίας κτλ, όσο και σε επίπεδο ανταγωνισμού, πχ. στρατηγικές κυριαρχίας, εξαπάτηση. Άρα, τα υψηλότερα γνωσιακά επιτεύγματα τα περιμένει κανείς στο κοινωνικό πεδίο. Η εξελικτική επιλογή θα πρέπει να έχει ευνοήσει τους μηχανισμούς που αξιολογούν τις συναισθηματικές καταστάσεις των άλλων και ανταποκρίνονται γρήγορα σε αυτές. Η ενσυναίσθηση αποτελεί, ακριβώς, έναν τέτοιο μηχανισμό.

Στην ανθρώπινη συμπεριφορά υπάρχει στενή σχέση ανάμεσα στην ενσυναίσθηση και στη συμπόνια, και στην έκφρασή τους σε ψυχολογικό αλτρουισμό. Εύλογα υποθέτουμε ότι οι αποκρίσεις αλτρουισμού και φροντίδας των άλλων ζώων, ειδικά των θηλαστικών, εδράζονται σε παρόμοιους μηχανισμούς. Όταν η Ζαν-Γουόξλερ επισκεπτόταν σπίτια, για να διαπιστώσει πώς αντιδρούν τα παιδιά σε μέλη της οικογένειας που τα είχε δασκαλέψει να προσποιηθούν λύπη (κλαίγοντας με αναφιλητά), πόνο (κλαίγοντας με άναρθρες κραυγές) ή δυσφορία (δείχνοντας ότι πνίγονται), ανακάλυψε ότι τα παιδιά με ηλικία λίγο μεγαλύτερη του ενός έτους ήδη παρηγορούν τους άλλους. Εφόσον οι εκδηλώσεις συμπόνιας αναδύονται σε πρώιμη ηλικία δυνάμει σε κάθε μέλος του είδους μας, είναι τόσο φυσικές όσο και τα πρώτα βήματα. Ωστόσο, ένα ζήτημα που προέκυψε αναπάντεχα σε αυτή τη μελέτη ήταν ότι και τα κατοικίδια ζώα φάνηκαν το ίδιο ανήσυχα όσο και τα παιδιά εξαιτίας της «δυσφορίας» των μελών της οικογένειας. Τα περιτριγύριζαν ή έχωναν το κεφάλι τους στην αγκαλιά τους (Zahn-Waxler κ.ά., 1984).

Οι αποκρίσεις στα συναισθήματα των άλλων είναι κοινότυπες για τα κοινωνικά ζώα εφόσον είναι ριζωμένες στο μεταξύ τους δέσιμο και σε αυτό που οι Χάρλοου ονόμασαν «σύστημα στοργής»15 (Harlow και Harlow, 1965). Έτσι, τα τεκμήρια συμπεριφοράς και φυσιολογίας υποδεικνύουν συναισθηματική μετάδοση σε πολλά είδη (αναφέρεται στο Preston και de Waal, 2002b και de Waal, 2003). Μια ενδιαφέρουσα βιβλιογραφία, που κυκλοφόρησε την δεκαετία του 1950 και του ’60 από πειραματικούς ψυχολόγους, έθεσε τις λέξεις «ενσυναίσθηση» και «συμπόνια» εντός εισαγωγικών. Τον καιρό εκείνο μια συζήτηση για τα συναισθήματα των ζώων ήταν ταμπού.

Σε μία εργασία με τον προκλητικό τίτλο «Οι συναισθηματικές αντιδράσεις των αρουραίων στον πόνο των άλλων», ο Τσερτς διαπίστωσε ότι τα ποντίκια που είχαν μάθει να πατούν ένα μοχλό, για να αποκτήσουν τροφή, σταματούσαν να το κάνουν αν η αντίδρασή τους συνοδευόταν από ηλεκτροσόκ, που έβλεπε να γίνεται σε ένα κοντινό ποντίκι (Church, 1959). Μολονότι η συγκεκριμένη αποτροπή ξεπερνιόταν ταχύτατα, φανέρωνε όμως κάποια αποστροφή προς τις αντιδράσεις πόνου των άλλων. Ίσως, πάλι, τέτοιες αντιδράσεις να προκαλούν αρνητικά συναισθήματα στους αρουραίους που μπορούν να τις αντιληφθούν.

Οι μαϊμούδες εκδηλώνουν εντονότερη αποστροφή από τα ποντίκια. Τα πειστικότερα τεκμήρια για τη δύναμη της ενσυναίσθησης στις μαϊμούδες προέρχονται από τους Γουέτσκιν και Μάσερμαν . Ανακάλυψαν ότι οι μαϊμούδες ρέζους αρνούνται να τραβήξουν μια αλυσίδα που τους παρέχει τροφή, εάν αυτό προκαλεί ηλεκτροσόκ σε κάποιον σύντροφό τους. Μια μαϊμού σταμάτησε να την τραβάει για πέντε μέρες και μια άλλη για δώδεκα μέρες, μόλις διαπίστωσαν ιδίοις όμμασι το ηλεκτροσόκ που προκαλούσαν σε ένα σύντροφό τους. Αυτές οι μαϊμούδες κυριολεκτικά οδηγούνταν σε λιμοκτονία, ώστε να αποφύγουν να προκαλέσουν πόνο σε κάποιον άλλο. Μια τέτοια θυσία σχετίζεται με το σφιχτό κοινωνικό σύστημα και το συναισθηματικό δέσιμο ανάμεσα σε αυτούς τους μακάκα, όπως διαπιστώνεται και από την διαπίστωση ότι η αποτροπή να πληγεί ο άλλος είναι πιο αποφασιστική ανάμεσα σε οικεία παρά σε ξένα άτομα (Masserman κ.ά., 1964).

Παρόλο που αυτές οι πρώιμες μελέτες υποδηλώνουν ότι τα ζώα, συμπεριφερόμενα με ορισμένο τρόπο, προσπαθούν να ανακουφίσουν ή να αποτρέψουν την δυσφορία των άλλων, παραμένει ασαφές κατά πόσο οι αυθόρμητες αποκρίσεις σε πάσχοντα ομοειδή ζώα μπορούν να εξηγηθούν

  • (α) από την αποστροφή προς τα σημάδια δυσφορίας των άλλων,
  • (β) από την προσωπική δυσφορία που γεννιέται μέσω συναισθηματικής μετάδοσης,
  • (γ) από γνήσια παρόρμηση να βοηθήσουν.

Η έρευνα στα μη ανθρώπινα πρωτεύοντα μάς έχει εμπλουτίσει με περαιτέρω δεδομένα. Ορισμένα από αυτά είναι ποιοτικά, αλλά υπάρχουν και ποσοτικά δεδομένα που αναφέρονται στις αντιδράσεις ενσυναίσθησης.

Aπό το βιβλίο του Frans De Waal «Πρωτεύοντα και φιλόσοφοι»

Αντικλείδι , http://antikleidi.com

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -