“Νόμιζα, Σωκράτη, ότι οι φιλόσοφοι θα ’πρεπε να είναι πιο ευτυχισμένοι απ’ ότι οι άλλοι άνθρωποι”


Θα αδικούσαμε τον Σωκράτη, αν παραλείπαμε τη συζήτηση του με τον σοφιστή Αντιφώντα. Θέλοντας κάποτε ο Αντιφών να του πάρει τούς μαθητές, πλησίασε τον Σωκράτη και του είπε, μπροστά τους, τα έξης:

«Νόμιζα, Σωκράτη, ότι οι φιλόσοφοι θα ’πρεπε να είναι πιο ευτυχισμένοι απ’ ότι οι άλλοι άνθρωποι. Εσύ όμως μου δίνεις την εντύπωση πώς από τη φιλοσοφία έχεις αποκομίσει το αντίθετο. Ζεις μ έναν τρόπο, τον όποιο δεν θα ανεχόταν ούτε κι ένας δούλος πού τον συντηρεί ο αφέντης του: Τρως και πίνεις τα πιο δεύτερα πράγματα,  το ρούχο σου δεν είναι-μόνο δεύτερο άλλα και το φοράς χειμώνα καλοκαίρι· κι είσαι πάντα ξυπόλητος και δίχως πανωφόρι. Κι ακόμη, δεν παίρνεις χρήματα, τα όποια δίνουν χαρά σ’ όποιον τα αποκτά και κάνουν όσους τα έχουν να ζουν πιο ελεύθερα και πιο ευχάριστα. Σε όλα τα άλλα επαγγέλματα οι δάσκαλοι φτιάχνουν τούς μαθητές αντίγραφο δικό τους· αν κάνεις κι εσύ με τούς δικούς σου μαθητές το ίδιο, να ξέρεις πώς θα είσαι δάσκαλος τής κακομοιριάς».

Σ’ αυτά ο Σωκράτης απάντησε :

«Μου φαίνεται, Αντιφώντα, πώς έχεις την εντύπωση ότι ζω τόσο άθλια ώστε δεν αμφιβάλλω ότι θα προτιμούσες και να πεθάνεις ακόμη παρά να ζεις όπως εγώ. Ας δούμε, λοιπόν, τι βρίσκεις δυσάρεστο στη ζωή μου. Μήπως το ότι, ενώ όσοι παίρνουν χρήματα είναι υποχρεωμένοι να κάνουν αυτό για το όποιο πληρώνονται, εγώ, με το να μην παίρνω, δεν έχω καμιά υποχρέωση να συζητώ με κάποιον πού δεν τον θέλω; Η μήπως ελεεινολογείς τον τρόπο πού ζω, επειδή η τροφή μου είναι λιγότερο υγιεινή από τη δική σου και λιγότερο δυναμωτική; [. . .]  Δίνεις την εντύπωση, Αντιφώντα, ότι νομίζεις πώς ευτυχία είναι η καλοπέραση και η χλιδή. Αντίθετα, εγώ πίστευα ότι το να μη χρειάζεται κάποιος τίποτα είναι γνώρισμα θεϊκό, και το να χρειάζεται όσο το δυνατό πιο λίγα πράγματα είναι ένδειξη πώς βρίσκεται πολύ κοντά στο θείο, και ότι το θείο είναι το πιο μεγάλο καλό, και πώς ότι είναι πολύ κοντά στο θείο είναι πολύ κοντά στο μεγαλύτερο καλό».

Κάποτε άλλοτε πάλι, σε μια συζήτηση με τον Σωκράτη, ο Αντιφώντας είπε:

«Εγώ, Σωκράτη, σε θεωρώ δίκαιον άνθρωπο, σοφό όμως όχι, σε καμιά περίπτωση. Και νομίζω πώς αυτό το ξέρεις κι ο ίδιος, αφού δεν ζητάς λεφτά για τη διδασκαλία σου. Κι όμως, το ρούχο σου, το σπίτι σου ή οποιοδήποτε άλλο από τα πράγματά σου, επειδή πιστεύεις ότι έχουν κάποια χρηματική άξια, δεν θα τα ’δίνες σε κανέναν χάρισμα, άλλα ούτε κι αν σου έδινε λιγότερα από την άξια τους. Είναι, λοιπόν, φανερό, πώς αν πίστευες και για τη διδασκαλία σου ότι έχει κάποια άξια, θα ζητούσες και γι’ αυτήν χρήματα, όχι λιγότερα από την άξια της. Μπορεί, λοιπόν, να είσαι δίκαιος, ως προς το ότι δεν εξαπατάς ζητώντας κάτι το όποιο δεν σου ανήκει, όχι όμως και σοφός, αφού ή σοφία σου δεν έχει καμιάν άξια».

Σχετικά με αυτό ο Σωκράτης απάντησε:

«Στον κύκλο μας, Αντιφώντα, επικρατεί ή γνώμη ότι την ομορφιά και τη σοφία μπορεί κανείς να την εκμεταλλεύεται εξίσου προς το καλό ή προς το κακό. Όποιον λ.χ. πουλάει την ομορφιά του στον πρώτο τυχόντα για λεφτά, τον αποκαλούν “πόρνο”’ απεναντίας, όποιον σχετίζεται φιλικά μ’ έναν εραστή, για τον όποιο ξέρει ότι είναι καλός και αγαθός, τον θεωρούμε μυαλωμένο. Το ίδιο και με τη σοφία: Όσους την πουλάνε για λεφτά στον πρώτο τυχόντα τούς αποκαλούν σοφιστές, όπως τούς άλλους τούς αποκαλούν πόρνους, ενώ για εκείνον πού σαν δει κάποιον προικισμένο από τη φύση, τον κάνει φίλο του και τού διδάσκει ότι αγαθό κατέχει, πιστεύουμε ότι πράττει αυτό πού ταιριάζει σε έναν καλό και αγαθό πολίτη.  Εγώ, λοιπόν, Αντιφώντα, όπως οι άλλοι αισθάνονται χαρά για ένα καλό άλογο, ένα σκύλο, ένα πετεινάρι, νιώθω την ιδία κι ακόμη πιο μεγάλη χαρά για τούς καλούς φίλους. Κι αν συμβαίνει να κατέχω κάποιο αγαθό, τούς το μεταδίδω, και τούς φέρνω σε επαφή και με άλλους ανθρώπους, από τούς, οποίους πιστεύουν ότι έχουν να ωφεληθούν στην αρετή. Κι. ακόμη, ξετυλίγω με τούς φίλους και διαβάζω προσεκτικά μαζί τους τούς θησαυρούς τής σοφίας των παλαιών, θησαυρούς πού τούς έχουν γράψει σε βιβλία και μας τούς έχουν παραδώσει, κι ότι καλό βρίσκουμε, το διαλέγουμε. Και θεωρούμε μεγάλο το κέρδος, αν ο ένας κερδίζει τη φιλία τού άλλου».

Εγώ πού τα άκουγα αυτά είχα την εντύπωση ότι ο Σωκράτης ήταν άξιος να τον μακαρίζεις κι ότι οδηγούσε όσους τον άκουγαν στο καλό και στο αγαθό. Κι όταν πάλι κάποτε τον ρώτησε ο Αντιφών πώς συμβαίνει να νομίζει ότι φτιάχνει πολιτικούς, ενώ ο ίδιος, παρ’ όλη τη γνώση του, δεν καταπιάνεται με την πολιτική, ο Σωκράτης τού απάντησε:

«Με ποιόν τρόπο, Αντιφώντα, θα καταπιανόμουν πιο έντονα με την πολιτική; Αν καταγινόμουν μόνος μου με αυτήν ή αν θα φρόντιζα ώστε όσο το δυνατό περισσότεροι να είναι ικανοί να ασχολούνται με αυτήν;».

***

Ξενοφών – Απομνημονεύματα

Απόσπασμα από το βιβλίο “Η αρχαία σοφιστική – τα σωζόμενα αποσπάσματα” – Σκουτερόπουλος

Αντικλείδι , http://antikleidi.com

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

Συναφές: 

Ο Σωκράτης για τη φιλία

Σωκράτης: Η φοράδα, η χύτρα και η κοπέλα