Ernest Borneman – Η Πατριαρχία. Η προέλευση και το μέλλον του κοινωνικού µας συστήµατος


Ο πρώτος που έφραξε ένα κομμάτι γης και του ήρθε η ιδέα να πει: Αυτό είναι δικό μου και βρήκε αφελείς που τον πίστεψαν, αυτός ήταν ο αληθινός ιδρυτής της αστικής κοινωνίας. Jean-Jacques Rousseau

Η ιδέα της Ιδιοκτησίας διαμορφώθηκε με πολύ αργό ρυθμό. Για μεγάλα χρονικά διαστήματα βρισκόταν σε σπαργανώδη κατάσταση και ήταν αμυδρή… η υπεροχή της απέναντι σε όλες τις άλλες επιθυμίες χαρακτηρίζει την αρχή του πολιτισμού. Lewis Ηenry Morgan

Το ελληνικό χρονολογικό σύστημα έχει ως αφετηρία, ως έτος  την πρώτη Ολυμπιάδα, που έγινε το 776 π.Χ Φυσικά, αυτό το σύστημα είναι εξίσου αυθαίρετο όσο το δικό μας, αλλά μας επιτρέπει να καταλάβουμε τι θεωρούσαν οι Έλληνες «προϊστορικό» (δηλαδή: μητριαρχικό ή μυριστικό) και τι «ιστορικό» (δηλαδή: πατριαρχικό, πατριωτικό). Η μεγάλη ήττα της πατριαρχίας στους πρώτους αιώνες που ακολούθησαν το τέλος του μυκηναϊκού πολιτισμού, η εποχή της πείνας, της οπισθοδρόμησης, της ερήμωσης και του αφανισμού τοποθετείται πριν από την αρχή της ιστορίας.

Ακόμα και οι πρώτες δειλές προσπάθειες των Ελλήνων να ξεφύγουν από την αθλιότητα δεν αναγνωρίζονται ως ιστορικές, ως πατριαρχικές. Και δεν είναι παράξενο αυτό, γιατί σ’ αυτές τους τις πρώτες προσπάθειες οι Έλληνες κατέφυγαν στους περιφρονημένους μητριαρχικούς λαούς της Πρόσω Ασίας για να πάρουν μαθήματα στις στοιχειώδεις τέχνες της επιβίωσης, όπου ως εκείνη τη στιγμή τα είχαν κάνει θάλασσα. Αν πάρουμε για σημεία προσανατολισμού τους ποταμούς Έρμο και Μαίανδρο στη Μικρά Ασία, θα μπορούσαμε να πούμε, απλουστεύοντας κάπως τα πράγματα, ότι οι μητριαρχικοί Μυσοί και Φραγές ζούσαν τότε προς τα βόρεια του Έρμου, οι μητριαρχικοί Κάρες και Λύκιοι προς τα νότια του Μαιάνδρου, ενώ οι επίσης μητριαρχικοί Αυδοί ανάμεσα στους δυο ποταμούς. Αιολείς πρόσφυγες -πρόσφυγες κυνηγημένοι από την πείνα— στράφηκαν για βοήθεια στους Φρύγες. Δωρικές αποστολές ταξίδεψαν στους Λύκιους και τους Κάρες ζητώντας συμβουλές. Ίωνες κατέφυγαν στους Λαδούς για να πάρουν τα φώτα τους.

Κάτω από την επίδραση των μητριαρχικών γειτόνων τους, αυτοί οι Έλληνες της διασποράς δεν άργησαν να οικοδομήσουν μια κοινωνία πιο ελεύθερη και πιο ανεκτική από τους Ελλαδίτες, που μόνο πολύ αργότερα ξέφυγαν από τον επαρχιωτισμό των ζοφερών χρόνων και δεν ανέπτυξαν τον κοσμοπολίτικο πολιτισμό της Αθήνας του Περικλή παρά μόνο αφού οι ναυτικοί της Αττικής ήρθαν σε επαφή με άλλους λαούς, αλλά προπαντός αφού ανανέωσαν την επαφή τους με τους υπερπόντιους αδελφούς τους. Λίγοι είναι οι ιστορικοί που σηματολόγησαν σωστά την επίδραση των υπερπόντιων Ελλήνων στις ελληνικές πόλεις-κράτη, και αυτό δεν ισχύει μόνο για την επίδραση της ’Ιωνίας στην Αττική, αλλά και για την επίδραση της Αιολίδας στους Αιολείς που έμειναν στη Θεσσαλία και τη Βοιωτία.

Το σημαντικότερο είναι ότι στις αποικίες οι Ελληνίδες απολάμβαναν πολύ περισσότερη ελευθερία και κύρος. Σίγουρα δεν είναι σύμπτωση ότι οι σπουδαιότερες γυναίκες της Ελλάδας, ανάμεσα τους η Σαπφώ και η Ασπασία, δεν είχαν μεγαλώσει στην κυρίως Ελλάδα, παρά σχεδόν χωρίς εξαίρεση στις μικρασιατικές αποικίες και τα νησιά του Αιγαίου. Σε τουλάχιστο τρεις από τις δώδεκα πόλεις-αποικίες της ’Ιωνίας —στη Χίο, τις Κλαζομενές και την Έφεσο— τα κορίτσια μεγάλωναν μαζί με τα αγόρια και, όπως συνέβαινε και στους μητριαρχικούς Δωριείς, ασκούνταν μαζί τους γυμνά στο τρέξιμο και στην πάλη. ’Αντίθετα με τα έθιμα των Έλλαδιτών, οι γυναίκες των Ιώνων έτρωγαν πάντα μαζί με τούς άνδρες τους —ένα έθιμο που οι Ίωνες το πήραν από τους Κάρες.


Ακριβώς η επίδραση αυτών των Ελλήνων της διασποράς, που είχαν επηρεαστεί από τους μητριαρχικούς, κοσμοπολιτικούς πολιτισμούς της Μικράς Ασίας, εκπολίτισε σιγά τη σκυθρωπή, επαρχιακή, οπισθοδρομική Ελλάδα της πατριαρχίας και την έκανε αυτό πού εννοούμε σήμερα μιλώντας για την «κλασική» Ελλάδα. Από τους Λύκιους και τους Σύρους, όχι από τους Φοίνικες όπως πιστεύαμε άλλοτε, παρέλαβαν οι Έλληνες γύρω στα μέσα του 8ου αιώνα το αλφάβητο και ξανάμαθαν την τέχνη της γραφής .Αν συναντάμε στην Ελλάδα για πρώτη φορά μετά τη μυκηναϊκή εποχή μια ανθρώπινη, ρεαλιστική τέχνη, είναι έργο καλλιτεχνών από την ’Ανατολή. Όπως ακριβώς από αυτούς ξεκίνησαν τα ελληνικά μπρούντζινα και φιλντισένια γλυπτά, όπως ακριβώς αυτοί υπήρξαν οι πρωτουργοί των ειδωλίων από τερακότα, που διατήρησαν ζωντανή την εικόνα της Μεγάλης Μητέρας στους αιώνες της πατριαρχίας, έτσι ακριβώς αυτοί υπήρξαν οι «μαιευτήρες» της αττικής αγγειοπλαστικής.

Επίσης και το γεγονός ότι οι πόλεις, τα πρώτα ελληνικά κράτη, αναπτύχτηκαν κατά μήκος της ανατολικής ακτής μαρτυρεί την εξάρτηση της ελληνικής Αναγέννησης του ένατου αιώνα από μητριαρχικές επιδράσεις που προέρχονταν από τη Μικρά και την Πρόσω Ασία.Η ανοδική πορεία της Αθήνας —ή πρώτη πετυχημένη προσπάθεια των Ελλήνων να σωθούν από το φάσμα της πείνας με τις δικές τους δυνάμεις— ήταν το αποτέλεσμα πληροφοριών που έστειλαν στην ’Αττική οι υπερπόντιοι Ίωνες.

Άρχισαν λοιπόν να ξεφυτρώνουν ελληνικές αποικίες σε όλα σχεδόν τα νησιά της Μεσογείου, κατά μήκος της ιταλικής και σικελικής ακτής (π.χ. στη Νεάπολη, τον Τάραντα και τις Συρακούσες), στα παράλια της νότιας Γαλλίας και της ’Ισπανίας (Μασσαλία), κατά μήκος της βορειαφρικανικής ακτής από τη Λιβύη (Κυρήνη) ως την Αίγυπτο (Ναύκρατις), στη νότια, δυτική και βόρεια ακτή της σημερινής Τουρκίας, στην περιοχή του Εύξεινου πόντου, στις όχθες των ποταμών Δνείστερου, Μπούγκ, Δνείπερου και, ως την καρδιά της σημερινής Ρωσίας.

Αποικιστές βρίσκονταν εύκολα, γιατί ο εξαθλιωμένος πληθυσμός της υπαίθρου, που δεν μπορούσε να βρει δουλειά στις πόλεις, είχε την τάση να μεταναστεύει. Αυτό δεν έφερε μόνο υλικές προόδους, γιατί σε όλες τις αποικίες η πολιτιστική ζωή αναπτυσσόταν γρηγορότερα από όσο στις μητροπόλεις. Οι αποικίες, χάρη στην καθημερινή επαφή τους με ξένους πολιτισμούς και το καθήκον τους να δημιουργήσουν κάτι εντελώς καινούργιο, στάθηκαν για αιώνες δασκάλες των μητροπόλεων. Ο τύπος της πόλης που δημιούργησαν ανταποκρινόταν στον κοσμοπολιτικό τρόπο ζωής τους. Όλα ήταν ευρύχωρα και ανοιχτό, όλα ήταν χτισμένα σύμφωνα με ένα ακριβές σχέδιο, με ίσιους φαρδιούς δρόμους που τέμνονταν σε ορθές γωνίες, με πελώρια και τολμηρά στη σύλληψη οικοδομήματα (παραδείγματα είναι ο ναός του Δία στον Ακράγαντα και ο ναός του Ποσειδώνα στην Ποσειδώνια). Η μέθοδος της κατασκευής αγαλμάτων από χυτό μέταλλο. που την είχαν μάθει οι αποικιστές στην Πρόσω Ασία, στάθηκε βαρυσήμαντη για την εξέλιξη της ελληνικής πλαστικής.

Ακόμα και η ελληνική νομισματοκοπία ήρθε από τις αποικίες, όπου οι μετανάστες είχαν υιοθετήσει το ανατολικό σύστημα να εκφράζουν μεγάλα ποσά σε 100 δραχμές — 1 μνα (60 μνες = 1 τάλαντο), παρόλο που στην Ελλάδα δεν υπήρχαν καθόλου τέτοιες νομισματικές μονάδες. Τα μεταλλικά νομίσματα ήταν και αυτά προϊόν του αποικισμού. Η Αίγινα ήταν η πρώτη που τα εισήγαγε και ακολούθησαν άλλες πόλεις με ασημένιες δραχμές και χάλκινους οβολούς. Η Αίγινα είχε για έμβλημα τη χελώνα, η  Κόρινθος τον Πήγασο, η Αθήνα την κουκουβάγια.

Οι δωρικές μεταναστεύσεις και η αρχή του ελληνικού αποικισμού της Μικράς Ασίας είναι, λοιπόν, τα σημαντικότερα γεγονότα στην ιστορία της προκλασικής Ελλάδας. Μερικοί ελληνιστές ονομάζουν το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο γεγονότα «ομηρική περίοδο». Αλλά ο όρος αυτός είναι επικίνδυνος, γιατί χρησιμοποιείται με διάφορες σημασίες από τις διάφορες αυθεντίες. Για άλλους σημαίνει την εποχή που δημιουργήθηκαν τα ομηρικά έπη, ενώ για άλλους την περίοδο με την όποια ασχολούνται αυτά τα έπη. Γιατί, μόλο που η χρονική απόσταση ανάμεσα στα γεγονότα και την καταγραφή τους είναι αβέβαιη, ένα είναι σίγουρο: οι στίχοι δεν προέρχονται από την εποχή του Τρωικού πολέμου, ούτε από τις δεκαετίες με τις όποιες καταπιάνεται η Οδύσσεια. Επομένως, στις σελίδες που ακλουθούν πρέπει να αντιδιαστείλουμε αυστηρά τις κοινωνικές, οικονομικές και σεξουαλικές συνθήκες της εποχής του Τρωικοί πολέμου από τις αντίστοιχες της εποχής του Ομήρου.

Δεν είναι καν βέβαιο αν υπήρξε ποτέ ένας συγγραφέας πού λεγόταν Όμηρος. Αν υπήρξε, τότε πρέπει να έζησε τον 8ο αιώνα στην περιοχή της Σμύρνης. Οπωσδήποτε, από τον 10ο αιώνα και έπειτα κυκλοφορούσαν ανάμεσα στους “Έλληνες της Μικράς Ασίας πολλά λαϊκά άσματα πού τραγουδούσαν τα περιστατικά του λεγομένου Τρωικοί πολέμου και τα επακόλουθά του. Κάθε αοιδός (όπως λέγονταν οι λαϊκοί τραγουδιστές) πρόσθετε στους παλιούς στίχους νέες παραλλαγές, έτσι ώστε με το πέρασμα των αιώνων πλέχτηκε ένα πολύπλοκο δίχτυ από μύθους, θρύλους και ιστορικές αναμνήσεις, που οι λεπτομέρειές τους έρχονταν συχνά σε αντίφαση με τις λεπτομέρειες άλλων παραλλαγών.

Σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές, ο Τρωικός πόλεμος διάρκεσε από το 1194 ως το 1184 π.χ. Η νεότερη εποχή, όμως, αμφέβαλε για πολύ καιρό αν έγινε καθόλου. Ωστόσο, οι ανασκαφές του Schliemann στηνΤ ροία (1870 ως 1882) και προπάντων οι έρευνες του συνεργάτη του Michalis Dorpfeld (1853-1940) διέλυσαν αυτές τις αμφιβολίες και σήμερα θεωρούμε ότι τα γεγονότα πού περιγράφονται στα ομηρικά έπη είναι σε μεγάλο βαθμό ιστορικά. Είναι πιθανό ότι αποτελούν μια συρραφή της ιστορίας των λαών της θάλασσας και της εξόρμησης τους από τον Εύξεινο πόντο στη Μικρά Ασία με την ιστορία του ελληνικού αποικισμού των Δαρδανελλίων. Το ότι τα γεγονότα συνέβησαν στη μυκηναϊκή εποχή και αντανακλούν την κυριαρχία των Μυκηναίων πάνω στους Δωριείς προκύπτει, ανάμεσα στα άλλα, από την παράδοση, σύμφωνα με την όποια αρχιστράτηγος των Ελλήνων δεν ήταν ο Σπαρτιάτης Μενέλαος, πού είχε υποκινήσει ολόκληρο τον πόλεμο, παρά ο Μυκηναίος Αγαμέμνων.

Γύρω στα τέλη του 9ου ή τις αρχές του 8ου αιώνα ένας ποιητής, ίσως όμως και μια ομάδα από αοιδούς, άρχισαν να συγκεντρώνουν τους θρύλους και τούς μύθους της μυκηναϊκής εποχής και να τους συναρμολογούν σε δύο κολοσσιαία έργα, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Εδώ τα γεγονότα του παρελθόντος θα αποφαίνονται σαν πίσω από ένα πέπλο. Πολλά συμβάντα έχουν παραμορφωθεί, αλλαχτεί, συμπληρωθεί με τη φαντασία, αποκαλυφθεί από μεταγενέστερα γεγονότα, συγχωνευτεί με τον κόσμο των αοιδών. Είναι σαν να ζωγραφίζει ένας ζωγράφος του ισπανικού μπαρόκ μια βιβλική σκηνή, άλλα ντύνει τον Ιωσήφ και τον Πετεφρή με ισπανικές φορεσιές του 17ου αιώνα και τους βάζει μπροστά σ’ ένα μπαρόκ πύργο. Στα ομηρικά έπη διαβάζουμε ότι τα σπαθιά και οι αιχμές των δοράτων είναι πάντα μπρούντζινα, ενώ τα εργαλεία των τεχνιτών περιγράφονται ως σιδερένια. Αλλά δεν υπήρξε ποτέ εποχή που τα δυο αυτά μέταλλα να χρησιμοποιήθηκαν ταυτόχρονα για αυτούς τούς σκοπούς. Ο Όμηρος, λοιπόν, κράτησε τα σιδερένια εργαλεία του δικού του καιροί, άλλα, για να δημιουργήσει «ατμόσφαιρα εποχής», έδωσε στους ήρωες του μπρούντζινα όπλα.

Οι σύγχρονοι του Ομήρου δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι ήταν δυνατό να φτιάξουν ποτέ ανθρώπινα πλάσματα τόσο πελώρια και επιβλητικά παλάτια όσο τα ανάκτορα των Μυκηνών. Γι’ αυτό, στους στίχους τους μιλούσαν για τούς Κύκλωπες, μονόφθαλμους γίγαντες πού τάχα στοίβαξαν τούς ογκόλιθους των Μυκηνών και της Τίρυνθας. Τα υπολείμματα των «κυκλώπειων τειχών», που ακόμα και τον 2ο αντιχριστιανικό αιώνα εντυπωσίασαν τον Παυσανία, γέμιζαν με δέος τούς Έλληνες της ομηρικής εποχής, που ως τον 8ο αιώνα δεν είχαν ξαναμάθει ακόμα την τέχνη της λιθοδομίας. Από τους καιρούς που οι Μυκηναίοι ναυτικοί διέσχιζαν ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο απόμειναν, στα τραγούδια των αοιδών, μόνο κάτι θολές αναμνήσεις, που εκφράστηκαν στις καταπληκτικές περιπέτειες του Οδυσσέα εποχή του Τρωικού πολέμου φαντάζει σαν μια εποχή ημίθεων ηρώων. Εδώ που τα λέμε, μάλιστα, ολόκληρη η ελληνική μυθολογία είναι μια αντανάκλαση της μεγάλης λήθης: ένα είδος ιστορικής αμνησίας, που καθρεφτίζει την εποχή της οπισθοδρόμησης και τυλίγει λα όσα έγιναν πριν από αυτή την εποχή στο παραμυθένιο φως του υπερανθρώπινου.

ΟΙ περισσότεροι ερμηνευτές της «ηρωικής εποχής» παραβλέπουν συστηματικά σε πόσο μεγάλο βαθμό υπήρχε ακόμα τότε το μητρικό δίκαιο. Οπότε ο Οδυσσέας γυρεύει στα ξένα προστασία και βοήθεια, πάντα αυτή που ανταποκρίνεται στις παρακλήσεις του είναι η βασίλισσα, όχι ο βασιλιάς, που έχει διακοσμητική λειτουργία- η βασίλισσα αποφασίζει, όχι ο βασιλιάς. Όταν ο Οδυσσέας φτάνει ναυαγός στο νησί των Φαιάκων, κανένας δεν μιλάει για τον Αλκίνοο, το βασιλιά, παρά μόνο για τη γυναίκα του, γιατί: …Έτσι όλοι απ’ την καρδιά τους, και τα παιδιά της κι ο λαός κι ο βασιλιάς Αλκίνος, τη σέβονται και σαν θεά να βλέπουν τη δοξάζουν, όταν στην πόλη φαίνεται. Αυτή, και όχι ο βασιλιάς, λύνει τις διαφορές ανάμεσα στους υπηκόους της: …ακόμα και στους άντρες, λύνει ό λες τους τις διαφορές. Από καλό αν σε πάρει, έχεις ελπίδα στη γλυκιά πατρίδα να γυρίσεις…

Γι’ αυτό η Ναυσικά συμβουλεύει τον Οδυσσέα να μη προσπέσει στα πόδια του πατέρα της, παρά της μητέρας της:

Κι όταν περάσεις την αυλή, στο πρόσπιτο όταν φτάσεις, πέρνα απ’ τις σάλες γλήγορα στη μάνα μου να φτάσεις.

Κοντά στη στια θα κάθεται και στης φωτιάς τη λάμψη, θαλασσογράφων μαλλί στ’ αδράχτι της θα κλώθει, στο στύλο απάνου ακουμπιστή, που θα σαστίσει ο νους σου, κι ολόγυρα της κάθονται κοντά της κι άλλες σκλάβες.

Κοντά της κι ο πατέρας μου το θρόνο του έχει στήσει και κάθεται σάμπως θεός και πίνει το κρασί του.

Προσπέρασέ τον κι άγγιξε της μάνας μου το γόνα, γοργά να ίδεις χαρούμενος του γυρισμού τη μέρα, κι ας είναι αλάργα ο τόπος σου…

Η μητρογραμμική, μητροτοπική, εξωγαμική μορφή της πρωτοελληνικής κοινωνίας επιβεβαιώνεται από αναρίθμητους μύθους και θρύλους. Οι θρυλικοί βασιλιάδες της αθηναϊκής προϊστορίας, που τα ονόματα τους ενσαρκώνουν πιθανότατα ολόκληρα γένη, όπως ο Κέκροψ και ο Αμφικτύων, αποκτούσαν το θρόνο παίρνοντας γυναίκες από το γένος που είχε την εξουσία .Το στέμμα μεταβιβαζόταν πάντα μητρογραμμικά στους διαδόχους. Γι αυτό και το όνομα της Αττικής προέρχεται από την προμήτορα Ατθίδα. Τα μέλη του γένους ονομάζονταν ομογάλακτες, «αυτοί που θρέφτηκαν από το ίδιο γάλα», δηλαδή γιοι της ιδίας μητέρας .Αλλά και η αττική λέξη αδελφός έχει την ιδία ετυμολογία. Παράγεται από τη λέξη δελφύς, δηλαδή «μήτρα», και επομένως σημαίνει: «αυτός που βγήκε από την Ίδια μήτρα». Τα πατρογραμμικά αντίστοιχα αυτών των λέξεων είναι: «γιοι του ιδίου πατέρα» (ομοπάτριοι) και «γεννημένοι από το ίδιο σπέρμα» (άσποροι), φανερώνουν επομένως μια άλλη νοοτροπία, μια άλλη μορφή συνείδησης.

‘Ολόκληρη η ιστορία της «ηρωικής εποχής» είναι η ιστορία νεαρών ανδρών που αφήνουν τη γενέτειρά τους και το γένος τους, για να αναζητήσουν την ευτυχία τους σε μια άλλη χώρα, σε ένα άλλο γένος. Όσο γενναιότεροι είναι, τόσο πιο ψηλά ανεβαίνουν. Όμως η άνοδός τους αυτή ξεκινάει πάντα από το γάμο τους με την κόρη ή τη χήρα του βασιλιά. Ο ίδιος ο βασιλιάς οφείλει το αξίωμα του στη βασίλισσα. Φοράει το στέμμα μόνο χάρη στη γυναίκα του ή τη μητέρα του. Γι’ αυτό ο ήρωας, για να αποδείξει την αξιοσύνη του, πρέπει να περάσει από πολλές δοκιμασίες πριν πάρει για έπαθλο τη βασιλοπούλα. Το ίδιο μοτίβο συναντάμε και σε αναρίθμητα παραμύθια των βορείων χωρών. Το νοικοκυριό όπου εγκαθίσταται τελικά ο περιπλανώμενος ήρωας είναι πάντα μητροτοπικό: εκεί όπου ζει ή βασίλισσα, η μητέρα της πριγκιποπούλας, εκεί ριζώνει και αυτός. Το νοικοκυριό δεν είναι ποτέ πατροτοπικό, γιατί αυτό θα σήμαινε ότι η βασιλοπούλα πρέπει να ακολουθήσει τον ηρώα στη δική του χώρα. Αν το έκανε αυτό, τότε ολόκληρο το νόημα αυτών των ηρωικών θρύλων θα χανόταν. Γιατί αν ο ήρωας έχει εξασφαλισμένο από την αρχή ένα στέμμα και πάει στα ξένα απλώς για να βρει νύφη, τότε δεν είναι και τόσο μεγάλος ήρωας: δεν χρωστάει την άνοδό του στο θάρρος του, παρά στο γεγονός ότι είναι γιός του πατέρα του και τον κληρονόμησε.

Βλέπουμε λοιπόν ότι η λεγόμενη «ηρωική εποχή» των Ελλήνων είναι, ολοφάνερα, η μεταβατική περίοδος από το μητρικό στο πατρικό δίκαιο. Όπου δεν υπάρχει πια μητρικό δίκαιο, ο ήρωας δεν μπορεί να είναι ήρωας, γιατί στο πατρικό δίκαιο όλοι οι αγώνες περιορίζονται στη διατήρηση του ήδη αποκτημένου ή κληρονομημένου. Είναι σκέτες αντιδικίες και μηχανορραφίες με στόχο την εξουσία. Δεν περιστρέφονται πια γύρω από την απόδειξη του θάρρους, παρά γύρω από την ιδιοκτησία και την περιουσία. Είναι οι συναλλαγές των έμπορων και όχι πια οι άθλοι των ηρώων. Από την άλλη μεριά, όμως, η ηρωική εποχή δεν ανήκει ολόκληρη στο μητρικό δίκαιο, γιατί η ιδέα του αγώνος, του συναγωνισμού, που διαπνέει ολόκληρη την ηρωική εποχή, κατάγεται σαφώς από το πατρικό δίκαιο, είναι βγαλμένη από τη σκέψη των νομάδων βοσκών και των έφιππων νομαδικών λαών, που εκφράζει την όλο και εντονότερη συνείδηση της ατομικής ιδιοκτησίας.

Ο αγώνας για το χέρι της βασιλοπούλας ήταν αρχικά μια μονομαχία ανάμεσα σε δύο επίδοξους γαμπρούς, που μόνο με το θάνατο του ενός μπορούσε να τελειώσει. Αργότερα, αυτή η μονομαχία μέχρι θανάτου έγινε ένας αγώνας δρόμου η μια αρματοδρομία. (Στο τέλος η σωματική δοκιμασία αντικαταστάθηκε από την πνευματική: τη θέση του αθλητή αγώνα την πήρε η λύση ενός αινίγματος.) Ο Οδυσσέας εξασφάλισε την Πηνελόπη και μαζί της την κυριαρχία της Ιθάκης νικώντας τους αντίζηλους του σε έναν αγώνα δρόμου που διοργάνωσε ο πατέρας της. Οι μνηστήρες της Πηνελόπης, που θέλουν να παντρευτούν την Πηνελόπη για να πάρουν το θρόνο της χώρας, πρέπει να αναμετρηθούν στην τοξοβολία: Όποιος μπορέσει να τεντώσει το τόξο του Οδυσσέα και να εκτοξεύσει ένα βέλος που να περάσει μέσα από δώδεκα πελέκια, αυτός θα πάρει για έπαθλο την Πηνελόπη και το θρόνο της ’Ιθάκης. Αν κατόπιν ο Οδυσσέας σκοτώνει τους νικημένους μνηστήρες, αυτό είναι απόλυτα σύμφωνο με το πνεύμα της παράδοσης, που θέλει την αναμέτρηση των επίδοξων γαμπρών να είναι ένας αγώνας ζωής και θανάτου.

Ο Δαναός διοργανώνει έναν αγώνα δρόμου για τους μνηστήρες των θυγατέρων του. Ανάλογα με την αθλητική τους επίδοση οι μνηστήρες θα πάρουν τη νεότερη ή τη μεγαλύτερη κόρη και, αντίστοιχα, το μικρότερο ή το μεγαλύτερο μερίδιο του βασιλείου. Ο Πέλοψ, ο γιός του βασιλιά Τάνταλου, αποκτά την κυριαρχία της Πίσας νικώντας σε μια αρματοδρομία, που έπαθλο της είναι η βασιλοπούλα Ιπποδάμεια γιός του Ατρεύς πήγε στις Μυκήνες και έγινε άρχοντάς τους. ο Μενέλαος, γιός του Ατρέα, μετανάστευσε στη Σπάρτη, παντρεύτηκε την Ελένη, τη θυγατέρα του βασιλιά, και χάρη σ’ αυτή κληρονόμησε το θρόνο της χώρας. «Χρειαζόταν κάτι περισσότερο από το ωραίο φάσμα της Ελένης για να ριχτούν τα χίλια πλοία στη θάλασσα. Ο Πάρις είχε αρπάξει και άλλους θησαυρούς. Επειδή η περιουσία έμενε πάντα στη γυναίκα, οι αγώνες για την κατάκτηση ωραίων γυναικών ήταν αγώνες για την εξασφάλιση σκληρών νομισμάτων» Ο Αγαμέμνων, ο μεγαλύτερος αδελφός του Μενέλαου, είχε αποκτήσει το στέμμα της Λακεδαίμονος παίρνοντας για γυναίκα του τη βασιλοπούλα Κλυταιμνήστρα.

Οι άνδρες του γένους του Αιακού «έφευγαν από τα πανάρχαια χρόνια στα ξένα» Ο ίδιος ο Αιακός ζούσε στην Αίγινα. Ο γιός του Τελαμών μετανάστευσε στη Σαλαμίνα, παντρεύτηκε την κόρη του βασιλιά και έγινε κύριος του νησιού .Ο γιός του Τελαμώνα Τεύκρος μετανάστευσε από τη Σαλαμίνα στην Κύπρο, παντρεύτηκε την κόρη του ντόπιου άρχοντα και διαδέχτηκε τον πεθερό του στο θρόνο .Ένας άλλος γιός του Αιακού, ο Πηλεύς, ξενιτεύτηκε στη Θεσσαλία, παντρεύτηκε την κόρη του ηγεμόνα της Φθίας και απόκτησε έτσι το ένα τρίτο του βασιλείου. Ό Αχιλλεύς, γιός του Πηλέα, πήγε στη Σκύρο, παντρεύτηκε την κόρη του βασιλιά, απόκτησε μαζί της ένα γιό, τον Νεοπτόλεμο, που και αυτός με τη σειρά του ξενιτεύτηκε στην Ήπειρο και ίδρυσε το ντόπιο βασιλικό γένος). Ένα παρόμοιο παράδειγμα μάς προσφέρει το γένος του Οινέα, ενός ηγεμόνα της Αιτωλίας, που ο γιός του Τυδεύς μετανάστευσε στο Αργος και παντρεύτηκε την κόρη του βασιλιά. Ο γιός του Διομήδης ξενιτεύτηκε στη Δαυνία της Ιταλίας, παντρεύτηκε την κόρη του εκεί ηγεμόνα και απόκτησε ένα μέρος του κράτους του .

Αλλά ο ξενιτεμένος ήρωας δεν παντρεύεται πάντα την κόρη του ντόπιου άρχοντα. Εξίσου καλά μπορεί να παντρευτεί και τη χήρα του και να εξασφαλίσει έτσι το θρόνο. Αυτό έκανε ό Αίγισθος στις Μυκήνες. “Η πάλι μπορεί να σκοτώσει το βασιλιά και να παντρευτεί τη χήρα του, όπως έκανε ο Οιδίπους, άλλα δεν μπορεί ποτέ να κυριέψει την εξουσία δολοφονώντας το βασιλιά, αν η βασίλισσα δεν τον αναγνωρίσει ως σύζυγό της. Τέτοιες περιπτώσεις βασιλοκτονίας και γάμου με τη χήρα βρίσκουμε, με ιδιαίτερα μεγάλη συχνότητα, στη μητρογραμμική Λυδία, όπου ό Γύγης σκότωσε το βασιλιά Κανδαύλη και έγινε ο ίδιος βασιλιάς χάρη στο γάμο του με τη χήρα του σκοτωμένου. Αργότερα, ο Σπέρμος σκότωσε το βασιλιά της Λυδίας Κάδυ και, παίρνοντας γυναίκα του τη χήρα, έγινε βασιλιάς της χώρας. ‘Υπάρχει και μια ιστορία που για τους μεταγενέστερους, πατριαρχικούς Έλληνες ήταν εντελώς ακατανόητη και απροσμέτρητα ντροπιαστική: η ιστορία της υποταγής του γενναιότερου ηρώα των Ελλήνων, του ανίκητου ‘Ηρακλή, στη βασίλισσα της Λυδίας Ομφάλη. Η Ιστορία αυτή γίνεται κατανοητή αν ξέρουμε ότι εκείνα τα χρόνια την εξουσία δεν την αποκτούσε κανείς ούτε με την ανδρεία του ούτε με τη σωματική του δύναμη, ούτε με φονικά ούτε με πολιτικούς ελιγμούς, παρά μονάχα με το να γίνει «σώγαμπρος» στο γένος της ηγεμονίδας. Οι γυναίκες αποκτούσαν την εξουσία κληρονομώντας, την οι άνδρες με το να παντρεύονται τις γυναίκες που ηγεμόνευαν. Αν ήθελαν να έχουν επιρροή στην εξουσία, έπρεπε να έχουν επιρροή στις κατόχους της εξουσίας. Αν στην εποχή της απόλυτης μοναρχίας υπήρχε η έκφραση «πολιτική του υπνοδωματίου», που σήμαινε ότι η γυναίκα μπορούσε να αποκτήσει εξουσία μόνο αν εξουσίαζε τον ηγεμόνα στο κρεβάτι, θα μπορούσαμε να πούμε εξίσου δικαιολογημένα για την εποχή των μητριαρχικών «ηρώων» της Ελλάδας ότι, παρ’ όλη τη μυϊκή τους δύναμη, είχαν ένα μόνο τρόπο να αναρριχηθούν στην εξουσία: να εξουσιάζουν τις ηγεμονίδες στο κρεβάτι.

Ο Όμηρος τονίζει ότι στην εποχή του Οδυσσέα οι γυναίκες, όπως για παράδειγμα η βασίλισσα Αρήτη, απολάμβαναν περισσότερες τιμές από όσες οι γυναίκες της δικής του εποχής Επίσης, στην ομηρική εποχή η γυναίκα ήταν πολύ πιο ελεύθερη από όσο στην κλασική Αθήνα Εκάβη, Η Ανδρομάχη και όλες οι άλλες Τρωαδίτισσες, για να μη μιλήσουμε καθόλου για την Ελένη, σεργιανούσαν οπότε ήθελαν στην πόλη και συνομιλούσαν αβίαστα με τους πολεμιστές. Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι οι γυναίκες των ανώτερων στρωμάτων συνοδεύονταν πάντα από μία τουλάχιστο θεραπαινίδα, άλλα οι θεραπαινίδες αυτές δεν ήταν «φύλακες της αρετής» των κυριών τους, παρά απλώς υπηρέτριες. Η Ναυσικά μάλιστα πήγαινε μόνη στην ακρογιαλιά που έκανε μπάνιο και έπαιζε τόπι. Αυτό θα ήταν αδιανόητο αργότερα, στην Αθήνα του Περικλή.

Το ότι οι γυναίκες στην ηρωική εποχή απολάμβαναν πολύ περισσότερες ελευθερίες από όσες σε μεταγενέστερες εποχές, προκύπτει επίσης από τους θρύλους για τις μεγάλες κυνηγέτιδες, θρύλους που γεννήθηκαν εκείνη ακριβώς την εποχή. Ας θυμηθούμε την Άρτεμη, την Καλλιστώ, την Αταλάντη, τις Αμαζόνες. Η ιστορία της Αταλάντης δείχνει πολύ καθαρά ότι εκείνη την εποχή τα κορίτσια αντιμετριόντουσαν με τα αγόρια, κάτι πού αργότερα συνηθιζόταν μόνο στη Σπάρτη.

Επιβεβαιώνοντας τη διαπίστωση ότι η κοινωνική θέση της γυναίκας στην Ελλάδα χειροτέρευε διαρκώς ως τον 4ο αιώνα π.χ. και ακόμα και η μικρή βελτίωση που σημειώθηκε αργότερα αφορούσε μόνο ορισμένες γυναίκες της άρχουσας τάξης, μπορούμε να πούμε ότι γενικά στην ομηρική εποχή η γυναίκα του άρχοντα βρισκόταν σε πολύ καλύτερη θέση από ότι στη μεταγενέστερη περίοδο της λεγόμενης δημοκρατίας, άλλα πουθενά, εκτός από τους Δωριείς, δεν είχε τόσες ελευθερίες όσες στην προελληνική εποχή. Ήδη στην Όμηρο η γυναίκα δεν τρώει ποτέ μαζί με τον άνδρα της. Σιγά εκτοπίζεται από  τους τομείς της δημόσιας ζωής και απομονώνεται στο σπίτι. Περιορίζεται σε ειδικούς χώρους, τους γυναικωνίτες, πού πως τα ανατολίτικα χαρέμια είναι αποκομμένοι από τον έξω κόσμο, και γίνεται υπεξούσια ακόμα και του ανήλικου γιου της. Έτσι, ο Τηλέμαχος νουθετεί αυστηρά τη μητέρα του όλους Πηνελόπη μπροστά στους μνηστήρες της: «Μον’ σπίτι τώρα πήγαινε να κάτσεις στις δουλειές σου, στη ρόκα και στον αργαλειό, και βάλε και τις σκλάβες. Κι όσο για το δοξάρι αυτό, οι άντρες θα φροντίσουν όλοι, κι απ’ όλους πρώτα εγώ, που ορίζω μες στο σπίτι».

Έτσι, η Πηνελόπη μπαίνει κάτω από την κηδεμονία του γιου και του πατέρα της, γιατί όταν ο Αντίνοος, ο εκπρόσωπος των μνηστήρων, της ζητάει να αποφασίσει επιτέλους ποιόν θα παντρευτεί, δεν απευθύνεται άμεσα σ’ αυτή, παρά στο γιο της: «Ξαπόστειλε τη μάνα σου και πες της να πάρει άνδρα της αυτόν πού της αρέσει κι αυτόν που θα της διαλέξει ο πατέρας της!».Ή γυναίκα λοιπόν έχει ακόμα ένα περιορισμένο βαθμό ελευθερίας στην εκλογή του συζύγου της, άλλα τον περισσότερο λόγο τον έχει ό πατέρας της, που την κηδεμονεύει, όταν ο άνδρας της λείπει και υπάρχουν υποψίες ότι είναι νεκρός.

Για τις γυναίκες των φτωχότερων Ελλήνων ξέρουμε λιγότερα, γιατί ο Όμηρος δεν μας μιλάει για αυτές. Αν όμως πάρουμε υπόψη μας πόσο λεπτομερειακά περιγράφει τη ζωή των γεωργών, των κτηνοτρόφων, των κυνηγών, των βοσκών και των ψαράδων, χωρίς ποτέ να αναφέρει τις γυναίκες τους, θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι, όπως αργότερα ο Περικλής, πίστευε και αυτός ότι οι καλύτερες γυναίκες είναι εκείνες για τις όποιες δεν γίνεται καθόλου λόγος. Δηλαδή οι υπάκουες, οι φοβισμένες γυναίκες, που φρόντιζαν σιωπηλά το νοικοκυριό τους, δεν παραπονιόντουσαν ποτέ και δεν επιδίωκαν ποτέ να χειραφετηθούν.  Η Γή δεν είχε γίνει πουθενά ακόμα ιδιωτική, άλλα τα γένη και οι φυλές είχαν ήδη εκχωρήσει ορισμένα τμήματα τού κοινοτικού εδάφους στους ιερείς και στα διοικητικά όργανα όχι για να τα κατέχουν, παρά για να τα νέμονται. Αυτό όμως ήταν αρκετό για να διασπαστεί η άλλοτε αδιαίρετη κοινωνία των ίσων σε μια ταξική κοινωνία.

Ernest BornemanΗ Πατριαρχία  / Η προέλευση και το µέλλον του κοινωνικού µας συστήµατος/  μετάφραση  Δημοσθένης Κούρτοβικ

Στο έργο αυτό, που κυκλοφόρησε σε οριστική μορφή το 1975 και αντιπροσωπεύει σαράντα χρόνων έρευνα και μελέτη γύρω από την ιστορία της πατριαρχίας, ο Έρνεστ Μπόρνεμαν επιδιώκει κυρίως τέσσερα πράγματα: (α) να συγκεντρώσει και να παρουσιάσει όλο το ώς σήμερα διαθέσιμο υλικό που πιστοποιεί ότι οι αρχέγονες ανθρώπινες κοινωνίες ζούσαν σε μητριαρχικό, ή, σωστότερα, μητριστικό καθεστώς· (β) να ανιχνεύσει τις κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις που οδήγησαν στην κατάλυση του μητριστικού καθεστώτος και στην εγκαθίδρυση της πατριαρχίας, ενός καθεστώτος που σήμαινε μεν ένα ανώτερο στάδιο παραγωγής, ταυτόχρονα όμως και βιασμό της ανθρώπινης φύσης και υποδούλωση του ενός φύλου στο άλλο· (γ) να περιγράψει τα σεξουαλικά ήθη των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων, των δύο κατεξοχήν πατριαρχικών λαών της Αρχαιότητας, για να εντοπίσει τις επιπτώσεις που είχε το “πατριαρχικό πραξικόπημα” στη σεξουαλική ζωή και στις σχέσεις των δύο φύλων· και (δ) να εξηγήσει γιατί η πατριαρχία συνδέεται με ένα ορισμένο στάδιο στην κοινωνική και οικονομική εξέλιξη της ανθρωπότητας και γιατί είναι προορισμένη να εξαφανιστεί με την επικράτηση ενός ανώτερου τύπου κοινωνικής οργάνωσης και παραγωγής (του σοσιαλιστικού). (Από την παρουσίαση της έκδοσης)

Αντικλείδι , http://antikleidi.com

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

Συναφές: 

Claude Mosse: Η Γυναίκα στην Αρχαία Ελλάδα – Το γένος των γυναικών

Γυναικείες μορφές, αρχέτυπα του έρωτα, της θυσίας, της δύναμης και της γνώσης