Οι θεωρίες του χιούμορ

Παίζοντας ή λογοπαίζοντας με την έκπληξη ή ανατροπή του προσδοκώμενου, το αστείο εμπεδώνει κι αποδέχεται ή και υποβάλλει τα σέβη του στην λογική και κοινωνική, «αστική» τάξη των πραγμάτων πριν εκμαιεύσει το γέλιο του, ακυρώνοντας τις ασφαλείς προσδοκίες του λογικού και της νόρμας.

Το έγκυρο αστείο ταυτόχρονα κυρώνει όσο και ακυρώνει το λογικά νόμιμον, δακτυλοδείχνοντας (ή δείχνοντας το… «δάκτυλο»: «index pundicus») στο παράτυπο και το μη νενομισμένο, το «abnormal». Aστείον είναι ακριβώς ο τρόπος του άστεως, ο τρόπος του δόκιμου, του ελλόγιμου, του εν γνώσει καταγιγνώσκοντος(…)

Mιλώντας σοβαρά για τα αστεία, ή αστεία για τα σοβαρά;

Από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη ή τον Κικέρωνα, στον Κάντ, τον Χωββέσιον (πώς θα ωνόμαζαν οι παλαιοί μας μας καθηγητές τον Hobbes), στους φαινομενολόγους και υπαρξιστές μέχρι τους γλωσσολόγους. ψυχολόγους και κοινωνιολόγους της σήμερον, πάνω από 100 θεωρίες μπορούν να συνοψιστούν σε τρεις μεγάλες κατηγορίες ή εξηγητικές παραδόσεις για το αστείο.

Α. Οι θεωρίες της σύγκρουσης, ασυμβατότητας (incongruity) ή «αμφισύνδεσης» (bisociation). Κατ’ ουσίαν γνωστικές θεωρίες, βασίζονται σε κάποια αντικειμενικά χαρακτηριστικά του χιουμοριστικού «κειμένου» ή κατάστασης ή εικόνας που εμπλέκουν δύο διαφορετικά πλαίσια αναφοράς ή σημασιολογικά πεδία ή περιεχόμενο. Με ραφινάτες σήμερα αποδόσεις από γλωσσολογικές θεωρίες κι εξειδικευμένη ορολογία, οι θεωρίες του «ασυμβάτου» υποδεικνύουν ότι το αστείο ή χιούμορ εμπλέκει δύο διαφορετικά πεδία ή γραμμές σκέψεις, πλαίσια αναφοράς (ισότοπα ή σχήματα ή «κείμενα» (scripts) στις σύγχρονες γλωσσολογικές θεωρίες).

Τα δύο πλαίσια αναφοράς ή συγκείμενα είναι αμοιβαίως ασύμβατα αλλά περιλαμβάνουν κι ένα κοινό στοιχείο που επιτρέπει την μετάβαση από το ένα στο άλλο. O αποδέκτης του αστείου επεξεργάζεται το «κείμενο» που του έχει δοθεί και προχωρά μέχρις ότου η ερμηνεία κολλήσει σε ένα απρόσμενο σημασιολογικά εμπόδιο που προέρχεται από το γεγονός ότι εμπλέκονται στοιχεία από το έτερον, ασυμβίβαστο πλαίσιο αναφοράς ή σημασιολογικό πεδίο. Το στιγμιαίο μούδιασμα ή «απορία» του δέκτη «λύεται» όταν επιτευχθεί η γνωστική μετατόπιση (cognitive shift) στο κρυμμένο σημασιολογικό πλαίσιο-παγίδα, με μια νέα ερμηνεία που λύει την αντίφαση. Η ανανεωμένη, βαθύτερη αντίληψη που συνιστά τον γνωστικό πλούτο του αστείου μετακινεί τον αποδέκτη από την κατάσταση της παραλυτικής έκπληξης σε αυτήν της ικανοποίησης για την «λύση» του προβλήματος, επιτυχία που αμείβεται με την εύθυμη διάθεση και το γέλιο.

Β. Η δεύτερη ομάδα θεωριών θα μπορούσε να διατυπωθεί με όρους γενεαλογίας του αστείου, αφού μπορεί να κριθεί ότι αναφέρεται πιο «πρωτόγονες» απόψεις και πρακτικές του αστείου. Πρόκειται για θεωρίες που βλέπουν το αστείο σαν έκφραση ανωτερότητας η επιθετικότητας, υπό την αρνητική διάσταση του αστείου που χρησιμοποιείται επιθετικά από τον πομπό για μείωση κι απόδειξη της κατωτερότητας του δέκτη, προσώπου η ομάδας, συχνά οριζόμενου να ανήκει σε διαφορετική και κρινόμενη ως κατώτερη κοινωνική τάξη, φυλή ή φύλο. Sudden glory χαρακτήρισε το αστείο ο Hobbes, ενώ στην θεωρία του Μπερξόν το αστείο βρίσκεται στον υποβιβασμό του αντικειμένου του αστείου, ή «θύματός» του (butt of the joke) σε μηχανική καρικατούρα, ένα μηχανοποιημένο στις συμπεριφορές του νευρόσπαστο.

Γ. Οι ψυχολογικές θεωρίες της έκλυσης της έντασης η ανακούφισης και ψυχικής ανάπαυσης. Όπως θα αναμένετο, από του καναπέως σας, κορυφαίος και πιο αντιπροσωπευτικός «θεράπων» των ψυχαναλυτικών θεωριών είναι ο Sigmud Freud (‘Τhe Joke and its Place in the Subconsious’), που θεωρεί το χιούμορ ως ένα των πιο τυπικών υποκαταστατικών μηχανισμών που επιτρέπουν την υποκατάσταση των στιγματισμένων κοινωνικά «ταμπού» κι επιθετικών ορμεμφύτων με πιο αποδεκτές συμπεριφορές. Αποφεύγεται έτσι η περιττή δαπάνη ή ξόδεμα πρόσθετης πνευματικής ενέργειας για την καταπίεσή των ταμπού ορμεφύτων. Πρόκειται για θεωρίες που εστιάζονται περισσότερο στον δέκτη παρά στον πομπό.

Βέβαια, ενώ οι θεωρίες διασφαλίζουν καθαρές κατηγοριοποιήσεις και ταξινομήσεις η πραγματικότητα της ζωής, και όχι λιγότερο των αστείων της, είναι πάντα πολύ πιο ατίθαση, γκρίζα και μπλεγμένη. Πολλοί ερμηνευτές και θεωρητικοί του αστείου (όσο κι οι ταπεινοί ανά χείρας – αλλά μην βαράτε – πρακτικοί των) βρίσκουν το φαινόμενο που λέγεται «αστείο» στην ολότητά του πολύ πιο ευρύ και περίπλοκο ή πολυσχιδές ώστε να μην μπορεί να συλληφθεί ή ενσωματωθεί σε μία θεωρία, γλωσσολογική, κοινωνική ή ψυχολογική. Κάθε θεωρία αφήνει ένα «υπόλοιπον» που καλεί για τις άλλες μορφές θεωριών να συμπληρώσουν.

Όπως τόσο όμορφα το έθεσε ο Άρθουρ Καίστλερ, ο συγγραφέας του «Το Μηδέν και το Άπειρο» και των «Υπνοβατών», αλλά και από τους κύριους εκπροσώπους της θεωρίας του ασυμβάτου για το Αστείο με την «αμφισυνδετική» (bisociational) του γλωσσολογική θεωρία, το χιούμορ δεν είναι ένα μεμονωμένο φαινόμενο: Εντοπίζεται σε ένα συνεχές που καλύπτει τα «τρία βασίλεια της δημιουργικής δραστηριότητας», από την αισθητική της καλλιτεχνικής έμπνευσης, της κωμικής επινοητικότητας και την εφευρετικότητα στην επιστημονική ανακάλυψη, «ένα συνεχές χωρίς όρια ανάμεσα στο πνεύμα και την επινοητικότητα, ανάμεσα στην τέχνη της ανακάλυψης και τις ανακαλύψεις της τέχνης».

***

Τίτος Χριστοδούλου

Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Συναφές: 

Χιούμορ και Φιλοσοφία