Οι χαμένοι παράδεισοι μας – Γιανναράς


Στο βιβλίο του “Πείνα και Δίψα” ο Χρήστος Γιανναράς μιλά για τους “χαμένους παράδεισους” μας. Υποστηρίζει πως ο δρόμος για να κερδίσουμε τα ουσιώδη είναι η προσωπική πείνα και δίψα, το πάθος του ανθρώπου που τα πουλάει όλα για ν’ αγοράσει το ένα πετράδι.

—–

“Μένοντας δούλοι στη μιζέρια της καθημερινότητας μένουμε δούλοι στο πρόσκαιρο και εφήμερο και φθαρτό του κόσμου τούτου. Κλείνουμε όλη τη θέα της ζωής στις χωματερές εκτάσεις της ρουτίνας, γίνεται όλη η ζωή ένας παχύς χωματόδρομος που τον περνάμε έρποντας.

Κάθε ξύπνημα όμως κάποιας μεγάλης χαράς μέσα μας, κάθε γεύση μεθυστική του ιδιαιτέρου και ξεχωριστού πού υπάρχει στη ζωή, είναι μια γεύση του απόλυτου και γι’ αυτό μια γεύση αιωνιότητας. Η αιωνιότητα ζει μέσα μας στην κάθε μέρα, στην κάθε ώρα, σαν σύγκριση και σαν νοσταλγία.

Ο χαμένος παράδεισος ζει μέσα μας στις στιγμές της μεγάλης χαράς, στο πλησίασμα ενός ανθρώπου, μιας αληθείας, μιας αγάπης, μιας ομορφιάς. Είναι στιγμές στη ζωή, αυτές πού κάνουν τη δίψα μας μαρτύριο και που το νιώθουμε καθαρά πώς θ’ αρκούσαν, σε μία αέναη παράταση, να μας ξεδιψάσουν για μία αιωνιότητα “.

“Η δίψα του απόλυτου είναι ένα δεύτερο πάθος. “Βλέπεις, θέλω πολλά, ίσως τα θέλω όλα”, έγραφε ο ποιητής. Μα όχι ‘ίσως’. Εμείς τα θέλουμε όλα.

Η ζωή είναι λίγη, όχι χρονικά λίγη, όσο ποιοτικά και ποσοτικά. Είναι τόση μόνο, όσο για να ξυπνάει μέσα μας μια βαθειά, ακόρεστη δίψα. Ό,τι γευόμαστε σε τούτη τη ζωή δεν είναι παρά αρμυρό νερό που μεγαλώνει τη δίψα μας για ένταση και διάρκεια.


Μόνο αυτή η λέξη μπορεί να αποδώσει ό,τι ίσαμε τούτη τη στιγμή έχουμε δοκιμάσει στη ζωή: Διψάμε. Ό,τι γευτήκαμε κι ό,τι γευόμαστε είναι λίγο, ασήμαντο, μηδαμινό, μπροστά σ’ αυτό που διψάμε.

Κι η δίψα αυτή είναι η πιο βασανιστική, το πιο φοβερό μαρτύριο. Οι στιγμές είναι ελάχιστες που η καρδιά ξεδιψάει για ζωή, το νερό κελαρύζει ελάχιστες στιγμές και μετά στερεύει κι η καρδιά μένει εκεί σκυμμένη καρτερώντας… πιο διψασμένη ύστερα απ’ αυτές τις στιγμές, πιο αχόρταστη, με τα χείλη ανοιχτά και ξεραμένα απ’ τη νοσταλγία.

Τι διψάμε; Διψάμε ένταση, διάρκεια, ποικιλία. Διψάμε το αδιάκοπα καινούργιο. Λαχταράμε τον ίλιγγο της πτώσης, της απροσμέτρητης πτώσης, αλλά και το φτερούγισμα της ανόδου. Κάθε τι ακραίο μας ηλεκτρίζει.

Η γη είναι στενή, η ζωή φθαρμένη μέσα στα σχήματα. Ασφυκτιούμε μέσα στα δεσμά του τόπου, του χρόνου και των αισθήσεων. Μέσα μας υπάρχει ένας χώρος χωρίς έκταση, η ανάγκη για μια απόλυτη διάρκεια κι η λαχτάρα για μια χωρίς όρια απόλαυση. Τα θέλουμε όλα, κι αυτό είναι το πιο βασανιστικό πάθος μεσ’ στη ζωή.”

Πώς θα μπορέσουμε όμως να σβήσουμε την ασίγαστη δίψα μας;

_______________________

by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

Συναφές: 

Ξεχνιόμαστε γλείφοντας σταγόνες μέλι

Πολύτιμος ο χρόνος μετά την νιότη

2 CommentsLeave a comment

  • Οσο ζουμε και εχουμε τα ματια μας ανοιχτα δεν υπαρχει κανενας χαμενος παραδεισος.
    Δεν υπαρχει δεν μπορω, υπαρχει δεν θελω.

  • Οσο ζουμε και εχουμε τα ματια μας ανοιχτα δεν υπαρχει κανενας χαμενος παραδεισος.