Χόρχε Μπουκάϊ – Η αναζήτηση της ποιότητας ζωής


Είμαι πεπεισμένος ότι η μείωση των δυνατοτήτων του καθενός εξαρτάται, σε μεγάλο βαθμό, από την ποιότητα της ζωής που έζησε. Θα σου πω μια ιστορία, που μου διηγήθηκε κάποτε ένας φίλος στην Κόρδοβα της Αργεντινής.»

«Είναι αλήθεια ότι δεν μου έχεις διηγηθεί καμία, από την προηγούμενη φορά που βρεθήκαμε…»

«Ορίστε λοιπόν…»

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα χωριουδάκι γνωστό για τον καθαρό του αέρα και τα ιαματικά του νερά. Μια μέρα άρχισε να κυκλοφορεί η φήμη ότι εκεί ζούσαν πολλά υπέργηρα άτομα που είχαν περάσει τα εκατό, κι ένα τηλεοπτικό κανάλι από την πρωτεύουσα έστειλε μια ομάδα δημοσιογράφων για να κάνουν ρεπορτάζ πάνω στο θέμα της υγείας και της ποιότητας ζωής. Για αρχή, οι δημοσιογράφοι πηγαίνουν και βρίσκουν τον δον Εουστάκιο, πάνω σε μια πορτοκαλιά να μαζεύει πορτοκάλια.

«Παππού», του λέει ο δημοσιογράφος, «μπορούμε να σου μιλήσουμε δυο λεπτά;»

«Ναι, παιδί μου.»

«Πώς είναι η ζωή σου, παππού;»

«Λοιπόν, να σου πω, παιδί μου, εγώ ζω από πάντα στην εξοχή. Σηκώνομαι με την ανατολή και πάω για ύπνο μόλις αρχίσει να βραδιάζει. Τρώω αυτά που παράγω εγώ ο ίδιος, κι ευχαριστώ τον Θεό για όσα μου δίνει.»

«Και ποια είναι η ηλικία σου, παππού;»

«Είμαι 98 ετών.»

«Τι λες, παππού, απίστευτο! Θα πρέπει να είσαι ο γηραιότερος άνθρωπος του χωριού!»

«Όχι, δα! Ακόμα μικρός ήμουν, όταν ο γέρο-Πανκράσιο όργωνε τα χωράφια του παππού μου… και ζει ακόμα.»

«Μη μου πεις! Και πού μένει;»

«Εδώ κοντά, κατεβαίνοντας την πλαγιά.»

Οι δημοσιογράφοι ευχαριστούν τον γέροντα κι αρχίζουν να κατεβαίνουν την πλαγιά, ώσπου φτάνουν σ’ ένα φτωχόσπιτο στην όχθη του ποταμού. Ο δον Πανκράσιο, ζαρωμένος σαν περγαμηνή αλλά γερός και διαυγής, κάθεται στο κατώφλι και πίνει νερό από ένα μπουκάλι.

«Καλή μέρα να μας δώσει ο Θεός, δον Πανκράσιο.»

«Καλή να είναι» απαντά ο γέρος.

«Τι κάνεις, παππού;»

«Δεν έχω παράπονο, αγόρι μου.»

«Πώς ήταν η ζωή σου;»

«Α, δούλευα πάντα πολύ. Ακολουθώντας τη συμβουλή της μητέρας μου δεν έφαγα ποτέ μου κάτι που δεν έβγαινε από τη γη. Δεν δοκίμασα ποτέ μου φάρμακο ούτε πήγα σε γιατρό. Δεν καπνίζω, δεν πίνω και δεν πήγα ποτέ μου να γλεντήσω. Μου αρέσει η ζωή και τη χαίρομαι.»

«Πόσων χρόνω είσαι, παππού;»

«Είμαι 115.»

«115! Εσύ πρέπει σίγουρα να είσαι ο γηραιότερος στην περιοχή…»

«Δεν ξέρω… Εδώ και χρόνια ήρθε να μείνει κοντά στο χωριό ένας τύπος που φαίνεται να είναι ακόμα μεγαλύτερος από μένα.»


«Δεν μπορώ να το πιστέψω… Και πού μπορούμε να βρούμε αυτόν τον άνθρωπο για να του πάρουμε συνέντευξη;»

«Στο δρόμο για το χωριό έχει ένα πανδοχείο. Σίγουρα θα τον βρείτε εκεί αυτήν την ώρα. Τον λένε Λουίς.»

«Σ’ ευχαριστούμε για την πληροφορία, παππού.»

Με την περιέργεια να τους πιέζει, οι δημοσιογράφοι φτάνουν στο χάνι. Καθισμένος σ’ ένα τραπέζι στη γωνιά, σαν να μην τον κρατάνε τα πόδια του, ένας ζαρωμένος και τρεμάμενος γεράκος κρατάει ένα ποτήρι που φωνάζει από μακριά πως είναι τσίπουρο. Τα δάχτυλά του είναι κιτρινισμένα από τη νικοτίνη και καπνίζει ένα πούρο.

«Δον Λουίς; Εσείς είστε ο δον Λουίς;»

«Ε…;» λέει αυτός, σχεδόν αόμματος. «Ναι, εγώ είμαι.»

«Μπορούμε να μιλήσουμε μαζί σας για λίγο;»

«Αν πληρώσετε τα ποτά…» λέει ο δον Λουίς.

«Γκαρσόν, φέρε στον δον Λουίς αυτό που πίνει πάντα. Πείτε μας, δον Λουίς, δεν φοβάστε ότι το αλκοόλ μπορεί να σας κάνει κακό;»

«Όχι… Μια ζωή πίνω, και δεν μ’ έχει ενοχλήσει ποτέ.»

«Πώς περάσατε τη ζωή σας, δον Λουίς;»

«Ααα… Τέλεια. Έπινα όποτε ήθελα, κάπνιζα κι έτρωγα όσο μου έκανε κέφι, δεν δούλεψα ποτέ μου και δεν έχω πάει για ύπνο ποτέ πριν από τις πέντε τα ξημερώματα…»

«Μη μου πείτε…»

«Μα φυσικά, νεαρέ μου. Τέτοιες ώρες είναι που ζεσταίνεται η ατμόσφαιρα στα μπαράκια. Αν θες να κάνεις κατάσταση με τα πιο ωραία κορίτσια, πρέπει να περιμένεις να ξεμπλέξουνε πρώτα με τους πελάτες που πληρώνουν, για να πάρεις κι εσύ σειρά…»

«Φοβερό! Και τι ώρα σηκώνεσαι, παππού;»

«Στις δύο ή στις τρεις το απόγευμα, αν δεν έχει κανονιστεί χαρτάκι…»

«Σ’ αρέσει και ο τζόγος;»

«Ουουου!»

«Αλήθεια, παππού, είσαι ό,τι καλύτερο έχουμε συναντήσει ώς τώρα. Και πόσων χρόνων είσαι, παππού;»

«34!»

«Ένα παλιό ανέκδοτο είναι μόνο, αλλά μπορεί και να σε κάνει να θυμάσαι τα λόγια μου… Η αναζήτηση της ποιότητας ζωής είναι, κατά κάποιον τρόπο, μια πρόκληση για όλους μας· μια πρόκληση που υπερβαίνει το απλό και άμεσο παρόν.

*********

Από το βιβλίο του Jorge Bucay «Από την Αυτοεκτίμηση στον Εγωισμό»

Αντικλείδι , http://antikleidi.com

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -


- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

Συναφές: 

Αγάπη δεν είναι να ζεις με θυσίες – Μπουκάι

Χόρχε Μπουκάι – Εμπόδια