Claude Mosse: Η Γυναίκα στην Αρχαία Ελλάδα – Το γένος των γυναικών

Ο Ησίοδος γεννήθηκε στη Βοιωτία, σε μια χρονολογία που είναι αδύνατο να προσδιορίσουμε, αλλά που τοποθετούμε συνήθως στα μέσα στου 8ου αιώνα, σ’ αυτό το σημείο δηλαδή, την σπουδαιότητα του οποίου για την ιστορία του αρχαίου ελληνικού κόσμου είχαμε κιόλας την ευκαιρία να υπογραμμίσουμε.

Ο ίδιος μας δίνει την πληροφορία ότι ο πατέρας του είχε έλθει από την μικρασιατική Ελλάδα κι εγκαταστάθηκε στην Άσκρα, όπου καθώς του έδωσαν (ή πήρε) μια εδαφική έκταση, την κληροδότησε στους δυο γιους του. Τα υπόλοιπα προέρχονται από τον μύθο ή από υποθέσεις. Δεν γνωρίζουμε ειδικότερα πώς έγινε ποιητής ο Ησίοδος, ένας ποιητής του οποίου τα δύο μεγαλύτερα έργα έφτασαν ως εμάς: απ’ τη μια μεριά η θεογονία, όπου υπό την επίδραση των Μουσών ο Ησίοδος αποκτά

τη χάρη του θεσπέσιου του τραγουδιού, να ψάλλω

κι όσα θα γίνουν κι’ όσα πια περάσαν,

και πρώτα την καταγωγή των θεών απ’ την άλλη τα Έργα και Ημέρες, ένα είδος θρησκευτικού κι αγροτικού ημερολογίου, όπου είναι ευχάριστο να δει κανείς μια μαρτυρία σχετικά με τη ζωή του Έλληνα αγρότη στην αυγή της ιστορίας του. Από την άποψη λοιπόν που μας ενδιαφέρει, αυτά τα δυο έργα έχουν μια ανεκτί μητη σπουδαιότητα, επειδή ο Ησίοδος αφηγείται εδώ τον μύθο της Πανδώρας, για τη δημιουργία της πρώτης γυναίκας και για τη γέννηση του γένους των γυναικών. Αφορμή αυτής της δημιουργίας: η κλοπή της φωτιάς από τον Προμηθέα και ο θυμός του Δία,

Και με μιάς ένα κακό σοφιστή

αντί, μαθές, για τη φωτιά, μέσ’ στους θνητούς να στείλει.

Επήρε χώμα κι ’ έπλασεν ο φημιστός Σακάτης κόρης σεμνής ομοίωμα με τη βουλή του Δία, κι’ η γλαυκομάτα η Αθηνά την έζωσε με χάρη κι’ όμορφα μ’ ασημόλαμπο τη στόλισε φουστάνι’ στερνά μαντήλι κεντητό της βάνει στο κεφάλι με τα θεϊκά τα χέρια της -να βλέπεις να θαυμάζεις-.

Και γύρω στο κεφάλι της της έβαλε στεφάνι μαλαματένιο, πόφκιασεν ο φημιστός Σακάτης, ο ίδιος με τα χέρια του καλοδουλεύοντάς το, πλήθια χαρά στον κύρη του το Δία να χαρίσει.

Στολισμένη έτσι η Πανδώρα, δόθηκε στους ανθρώπους

…Κι από τούτην

η φάρα η τρισκατάρατη των γυναικών βαστάει — τρανό κακό— που βρίσκονται στους άντρες πάντα δίπλα.

Ο μύθος της Πανδώρας επανέρχεται με τρόπο πολύ πιο λεπτοαμερειακό στα Εργα και Ημέρες. Εδώ επίσης, στην αρχή τοποθετείται ο θυμός του Δία μετά την κλοπή της φωτιάς, θυμός που εκφράζεται αυτή τη φορά με τρόπο άμεσο;

…Σ’ αυτούς αντί για τη φωτιά σου

θα στείλω εγώ τρανό κακό, που όλοι μ’ αυτό βαθειά τους

θα ’φραίνονται, αγκαλιάζοντας τη μαύρη συμφορά τους.

Κι εδώ επίσης είναι δουλειά του Ήφαιστου, «του φημισμένου Σακάτη», που με νερό και χώμα πιάνει και δημιουργεί

…να συνομοιάζει

με τις αθάνατες θεές στην όψην, ώριο πλάσμα παρθενικό, ερωτιάρικο και τρισχαριτωμένο.

Αλλά η Αθηνά δεν αρκείται να κοσμήσει τη γυναίκα1 της διδάσκει επίσης την τέχνη της υφαντικής. Παρεμβαίνουν και δυο άλλες θεότητες για να ολοκληρώσουν το έργο του Ήφαιστου, η Αφροδίτη που θα περιχύσει πάνω στη γυναίκα «τον πόθο τον αλάγιαστο», κι ο Ερμής που της βάζει «μια αδιάντροπη καρδιά και τρόπους πλάνους, δολερούς». Έρχεται στη συνέχεια η πολύ γνωστή ιστορία με το κουτί από το οποίο η γυναίκα, ανασηκώνοντας το καπάκι, αφήνει να ξεφύγουν όλες οι συμφορές που βρίσκουν τους ανθρώπους,

…τα κακά, τους μόχτους τους βαρειούς και τις φριχτές αρρώστιες, που φέρνουνε το θάνατο στους δύστυχους ανθρώπους.

Αυτός ο φημισμένος μύθος που ανέφερα με συντομία, προκάλεσε πλήθος εξηγήσεων. Δεν είναι εδώ ο χώρος να τις απαριθμήσουμε. Θα συγκρατήσουμε μόνο αυτό που για τον ποιητή χαρακτηρίζει τη γυναίκα: είναι ένα κακό, ένα κακό τόσο περισσότερο φοβερό που αυτοί τους οποίους βρίσκει το αναζητούν παθιασμένα’ ένα κακό στολισμένο με όλα τα θέλγητρα και ικανό για όλα τα τεχνάσματα1 ένα κακό εντούτοις που ο άνδρας δεν θα μπορούσε να αντιπαρέλθει.

Κι’ όποιος θνητός να παντρευτεί δε θέλει κι’ αποφεύγει το γάμο και τις πρόθυμες φροντίδες της γυναίκας, θα φτάσει στ’ άθλια γηρατειά με δίχως γεροκόμια…

Η γυναίκα πράγματι είναι ο αποδέκτης του ανδρικού σπέρματος. Χωρίς γυναίκα, ο άνδρας δεν μπορεί να αποκτήσει έναν γιο για να του κληροδοτήσει την περιουσία του, και μ’ αυτόν τον τρόπο ένα στήριγμα στα γηρατειά του. Μόνον ο Δίας ξεφεύγει απ’ αυτόν τον σκληρό νόμο στον οποίο υποκύπτουν όλοι οι θνητοί.

Αλλά αν ο γάμος αποτελεί ένα αναγκαίο κακό για τον άνδρα, είναι πάντα μια πηγή βασάνων. Γιατί όπως οι κηφήνες είναι άχρηστοι στα μελίσσια, έτσι κι η γυναίκα είναι μια άχρηστη ύπαρξη, κι είναι στη φτώχεια αταίριαστη την τρισκαταραμένη, αλλά σκέφτεται μόνο τον καλλωπισμό της. Η σεξουαλική της λαιμαργία είναι ανεξάντλητη, κι η εικόνα της βαθιάς κι ακαταμάχητης παγίδας αυτής για τους ανθρώπους προορισμένης, έχει προφανείς ερωτικές αποχρώσεις.

Αυτό το ανθολόγιο παραθεμάτων δανεισμένων από τα δυο μεγάλα ποιήματα του Ησίοδου δεν υπολείπεται από κανένα αντίστοίχο ως προς τον μισογυνισμό που εκφράζεται εδώ. Αλλά το ερώτημα που δεν μπορούμε να παραλείψουμε να θέσουμε είναι το ακόλουθο: ανήκει άραγε αυτός ο μισογυνισμός στον ποιητή, ή αυτός που «λέει» την αλήθεια που του υπαγορεύουν οι Μούσες εκφράζει μια γνώμη που συμμερίζονται οι σύγχρονοί του;

Η απάντηση είναι σχεδόν αδύνατη, επειδή δεν μπορούμε να αντιπαραβάλουμε τα ποιήματα του Ησίοδου με καμιά άλλη σύγχρονη πηγή, εκτός από τα ομηρικά ποιήματα.

Είδαμε όμως, πως ο τόνος αυτών εδώ απέναντι στις γυναίκες είναι αρκετά αισθητά διαφορετικός. Η γυναίκα είναι βέβαια μια κατώτερη ύπαρξη, η οποία δεν μπορεί να συγκριθεί με τον άνδρα, τον ήρωα. Χώρος της παραμένει ο οίκος και οι οικιακές εργασίες και δεν αργούν να την ξαποστείλουν εκεί όταν επιχειρεί να δώσει μια γνώμη. Τουλάχιστον εμφανίζεται ταυτόχρονα ως μια ένδειξη γοήτρου και, αν όχι ως ένα ερωτικό αντικείμενο, ως η γυναίκα κι η μητέρα που σύζυγος και γιος οφείλουν ν’ αγαπούν.

Εξάλλου, αν ο Ησίοδος με τον μισογυνισμό του διακρίνεται από τους σύγχρονούς του αοιδούς, θα αποκτούσε, όπως θα δούμε, πολυάριθμους συνεχιστές. Δεν μπορούμε επομένως να περιορίσουμε αυτόν τον μισογυνισμό μόνο στην κακή διάθεση ενός δυσαρεστημένου χωρικού.

Ή καλύτερα, μπορούμε ν’ αναρωτηθούμε, όπως πρόσφατα μια Αμερικανίδα ιστορικός, αν θα ήταν δυνατόν να συσχετισθεί αυτός ο μισογυνισμός με τους μετασχηματισμούς που υφίσταται η ελληνική κοινωνία στο τέλος των «σκοτεινών αιώνων»: μετάβαση από μια γεωργία «νομαδικού» και ποιμενικού τύπου σε μια μόνιμη εντατική γεωργία, ισχυρή δημογραφική αύξηση, αγροτική «κρίση».

Από ’δω προκύπτει πως η γυναίκα, αντικείμενο άλλοτε γοήτρου και φύλακας του οίκου, γίνεται σ ’ αυτόν τον κόσμο που σπαράζεται ένα στόμα που πρέπει να θρέψει κανείς, μια κοιλιά ακόρεστη στο διπλό επίπεδο της διατροφής και της σεξουαλικότητας, τόσο πιο άχρηστη που κι η λειτουργία της ακόμη της αναπαραγωγής καταντά επικίνδυνη. Δεν πρέπει να λησμονούμε πως ανάμεσα στις συμβουλές που δίνονται από τον Ησίοδο στον αδελφό του εμφανίζεται εκείνη της απόκτησης ενός μόνο γιου.

Μετά απ ’ αυτό, αν ο μισογυνισμός του Ησίοδου βρήκε συνεχιστές πρέπει βεβαίως να σκεφτούμε πως ανταποκρινόταν σε κάποια ανάγκη αποτυπωμένη στα άδυτα της ελληνικής συνείδησης. Πράγματι στην επεξεργασία του μύθου της Πανδώρας βρίσκονται τα αντιθετικά ζεύγη που οικοδομούν τη σκέψη του Έλληνα. Απ’ τη μεριά του άνδρα, η παιδεία κι ο πολιτισμός, ο πόλεμος, η πολιτική, ο λόγος, το φως – απ τη μεριά της γυναίκας, η φύση, η αγριότητα, οι οικιακές δραστηριότητες, η υπερβολή, η νύκτα. Θα επανέλθουμε στη συζήτηση για τους Τραγικούς, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία πως αυτές οι αντιθέσεις διαπιστώνονται σε όλα τα επίπεδα.

Πώς να μην απορήσουμε λοιπόν που ο Ησίοδος για να χαρακτηρίσει το γυναικείο φύλο χρησιμοποιεί αυτόν τον όρο του γένους, που η μετάφρασή του δεν είναι εύκολη, ιδίως στο πλαίσιο της εποχής, αλλά που συνεπάγεται πως οι γυναίκες αποτελούν ένα ξεχωριστό είδος, σε διάκριση απ’ το «ανθρώπινο είδος» (που αποτελεί το σύνολο των ανδρών), ένα είδος που τουλάχιστον στο επίπεδο του μύθου, αναπαράγεται «σε κλειστό κύκλωμα», για να μεταχειριστούμε μια έκφραση της Nicole Loraux.

Οπωσδήποτε αυτόν τον μισογυνισμό τον ξαναβρίσκουμε σε ένα ξακουστό κείμενο, τον Ίαμβο Γυναικών, ενός ποιητή μεταγενέστερου κατά μια γενιά από τον Ησίοδο, του Σημωνίδη του Αμοργίνου, για τον οποίο δεν υπάρχει αμφιβολία πως υπήρξε «ένας από τους πρώτους αναγνώστες του Ησίοδου», όπως σημειώνει και πάλι η Nicole Loraux.

Σ αυτό το μακροσκελές ποίημα, ο Σημωνίδης απαριθμεί τους δέκα τύπους γυναικών που δημιούργησε «στην αρχή» ο θεός. Σ’ αυτούς τους δέκα τύπους, οκτώ αντιστοιχούν σε ζώα (στο γουρούνι, την αλεπού, το σκύλο, το γάιδαρο, τη νυφίτσα, τη φοράδα, τη μαϊμού, τη μέλισσα), οι δυο άλλοι σε στοιχεία (τη γη και τη θάλασσα). Ένας μόνον απολαμβάνει την εύνοια του ποιητή: η γυναίκα – μέλισσα. Κάτι που δεν προκαλεί έκπληξη, μια και η μέλισσα ήταν ήδη στον Ησίοδο ένα… αρσενικό πρότυπό, που την έφερνε σε αντίθεση με τον κηφήνα, ταυτισμένο με τη γυναίκα. Όλες οι άλλες «φυλές» των γυναικών φορτώνονται με ελαττώματα: η γυναίκα – σκύλα χαρακτηρίζεται από την αναίδειά της, η φοράδα είναι ένα «όμορφο κακό» γι’ αυτόν που την κατέχει, η γυναίκα-γη είναι ανόητη, η γυναίκα-θάλασσα στριμένη, η γυναίκα-γουρούνι είναι μια βρωμιάρα, η γυναίκα-μαϊμού το άκρο άωτο της ασχήμιας, κλπ. Αλλά πέρα απ’ αυτά τα ελαττώματα που προφανώς συνδέονται με κάθε είδος ζώου ανασυντίθεται, όπως σημειώνει ακόμη η Nicole Loraux, «ολόκληρη η γυναίκα»:

«Στο βάθος, τα κριτήρια της καλής συμπεριφοράς: να μην επιδιώκει να ξέρει πολλά, αλλά να σκέφτεται πιο πολύ τη δουλειά, να μην τρώει πολύ, να μην απολαμβάνει πολύ την ηδονή, αλλά να γεννά παιδιά για τον άνδρα της· στον πίνακα των ειδών, η αληθινή φύση της γυναίκας: μια ύπαρξη περίεργη, μοχθηρή, τεμπέλα, λαίμαργη της οποίας η ανεξέλεγκτη σεξουαλικότητα χαρακτηρίζεται από την αδιαφορία ή την υπερβολή.»

«Η γυναίκα, είναι η πείνα», καταλήγει η Nicole Loraux, κι εδώ ξαναβρίσκουμε τον ψόγο του Ησίοδου. Όσο για τη μόνη σεβαστή, τη γυναίκα-μέλισσα, πρέπει να δεχθούμε πράγματι πως οι ιδιότητες που της αναγνωρίζει ο ποιητής οδηγούν τελικά στην ίδια κατεύθυνση, καθώς η μέλισσα αποτελεί πρώτα το πρότυπο των οικιακών αρετών, των γυναικών η κεφαλή ’ναι απτή η γυναίκα κι αυτήν μονάχα περιζώνει η θεία χάρη.

Ορισμένοι θέλησαν να δουν στο ποίημα του Σημωνίδη ένα είδος χοντρής φάρσας ενός χωρικού, και μάλιστα την έκφραση των νέων αξιών μιας «μεσαίας τάξης» που έρχονταν σε αντίθεση με τις αριστοκρατικές αξίες που μετέφερε η επική ποίηση, όπου η γυναίκα θεωρούνταν ένα αντικείμενο γοήτρου και προστατευόταν έτσι ενάντια σε παρόμοιες προσβολές. Είδαμε κιόλας στην περίπτωση του Ησίοδου την υπόθεση μιας ανάλογης εξήγησης για τον μισογυνισμό του.

Αν βέβαια δεν πρέπει να παραμελήσουμε την σύγκρουση που μπόρεσαν να προκαλέσουν πάνω στην πραγματική κατάσταση της γυναίκας οι αναστατώσεις που γνωρίζει η ελληνική κοινωνία στα τέλη του 8ου και 7ου αιώνα, είναι προφανές ότι στο επίπεδο των αναπαραστάσεων όπως των συστημάτων αξιών, το ταρακούνημα ήταν πιο αργό. Κι αν ο μισογυνισμός του Ησίοδου ή του Σημωνίδη μπορεί να απηχεί τους μετασχηματισμούς της κοινωνίας, η διατήρηση των αριστοκρατικών αξιών δεν μένει λιγότερο προφανής, όπως μαρτυρεί εξάλλου το έργο ενός ποιητή που γεννήθηκε μερικές δεκαετίες μετά τον Σημωνίδη, σ’ αυτή την ίδια νησιωτική Ελλάδα, και που ήταν μια γυναίκα, η ξακουστή Σαπφώ.

Ένας πάπυρος της Οξυρύγχου στην Αίγυπτο μας διέσωσε ένα απόσπασμα μιας βιογραφίας της ποιήτριας, γραμμένης χωρίς αμφιβολία τον 4ο αιώνα, περισσότερο δηλαδή από δύο αιώνες μετά το θάνατό της, κι ενώ είχε ήδη εδραιωθεί ο μύθος γύρω από την προσωπικότητα και τους έρωτές της:

«Η Σαπφώ καταγόταν από την Μυτιλήνη της Λέσβου. Πατέρας της ήταν ο Σκαμανδρώνυμος· είχε τρία αδέλφια, τον Ερίγιο, τον Λάριχο και τον Χάραξο που ήταν μεγαλύτερός τους· αυτός πήγε στην Αίγυπτο και ξόδεψε για κάποια Δώριχα το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του. Ο Λάριχος, ο νεότερος, ήταν αυτός που προτιμούσε περισσότερο η Σαπφώ. Απέκτησε μια κόρη, την Κλείδα, όπως έλεγαν και τη μητέρα της. Της ασκήθηκε κριτική από μερικούς σαν ανώμαλης και πως προτιμούσε τον έρωτα των γυναικών λένε πως ήταν στο εξωτερικό της παρουσιαστικό ελεεινή και πολύ άσχημη, καθώς είχε σκούρα επιδερμίδα και πολύ μικρό ανάστημα.»

Άλλες μαρτυρίες πιστοποιούν πως η οικογένειά της ανήκε στην αριστοκρατία της Μυτιλήνης. Ήταν η εποχή που στα νησιά του Αιγαίου πελάγους αναπτύσσονταν φασαρίες που κατέληγαν στην εγκαθίδρυση τυραννιών, κι η Σαπφώ χωρίς αμφιβολία αναγκάστηκε να πάρει το δρόμο της εξορίας για να ξεφύγει από έναν τύραννο. Πιστεύεται πως τελείωσε τη ζωή της στη Σικελία. Σ’ αυτό τον αριστοκρατικό χώρο, τροφοδοτημένο με το έπος, δεν είναι παράξενο που συναντούμε μια γυναίκα με κάποια προσωπικότητα; ο ποιητής, εμπνευσμένος από τους θεούς, είχε μια ξεχωριστή θέση, κι έτσι μια γυναίκα μπορούσε να είναι ποιήτρια, χωρίς αυτό να αποτελεί σκάνδαλο. Εξάλλου η Σαπφώ δεν είναι η μοναδική ποιήτρια που το όνομά της έφθασε ως εμάς από την παράδοση, παρόλο που είναι η μόνη της οποίας το έργο διασώθηκε με τρόπο διαφορετικό απ’ ό,τι η μορφή μερικών αποσπασμάτων. Το σκανδαλώδες όμως ήταν πως σ’ αυτούς τους στίχους η Σαπφώ υμνούσε τις γυναίκες συντρόφισσές της και έμπαινε υπό την προστασία της Αφροδίτης. Γι’ αυτό και ο παθιασμένος τόνος των στίχων που απηύθυνε σ’ αυτές και στους οποίους εξέφραζε έναν φλογερό αισθησιασμό. Και πως, υμνώντας τη γυναίκα και το σώμα της, ήταν ταυτόχρονα σε θέση, χωρίς ωστόσο να αρνηθεί τις αριστοκρατικές αξίες, ν’ απομακρύνει αυτό που αποτελούσε τον πυρήνα τους, τον ηρωισμό του πολεμιστή. Απ’ αυτή την άποψη μιλάει από μόνο του ένα ποίημα που αρχίζει μ’ αυτούς τους στίχους:

Άλλοι αγαπούν το ιππικό, το πεζικό ή τα πλοία·

Εγώ νομίζω πως εδώ, σ’ αυτή τη γη τη μαύρη,

Εκείνο είναι ομορφότερο, ότι ποθεί ο καθένας.

Δεν μας εκπλήσσει επομένως που η παράδοση συγκρότησε για τη Σαπφώ πρώτα τον έρωτα για τις συντρόφισσές της και τις «παρά φύσιν» σχέσεις που διατηρούσε μ’ αυτές, καθώς θεωρούσαν πως η «φύση» της γυναίκας ήταν κατά κύριο λόγο αυτή που με το θεσμό του γάμου εξασφάλιζε τη συνέχεια της οικογένειας και την κληροδότηση της πατρικής περιουσίας.

Είδαμε στο πρώτο μέρος αυτής της μελέτης πως ακριβώς με την οικοδόμηση της κοινωνίας της πόλης στην πορεία του 6ου αιώνα, ο γάμος γίνεται μια από τις βάσεις της. Η εικόνα της γυναίκας δεν θα μείνει ποτέ πλέον έξω απ’ αυτή την πραγματικότητα. Σημειώνουμε εξάλλου πως αν οι μεταγενέστεροι θα δημιουργούσαν από τη Σαπφώ το πρωτότυπο για τις «καταδικασμένες γυναίκες», τις «λεσβίες» οι οποίες αρνούνται τον άνδρα, η ποιήτρια απ’ τη Μυτιλήνη, αντίθετα, παντρεύτηκε, απέκτησε μια κόρη και συνέθεσε επιθαλάμια, δηλαδή ύμνους για τον υμέναιο (το γάμο).

Η εποχή όμως της Σαπφώς, εποχή της λυρικής ποίησης, αναγγέλλει το τέλος αυτής που ονομάζουμε αρχαϊκή εποχή, καθώς και το τέλος της αριστοκρατικής κοινωνίας, Και παρόλο που οι αριστοκρατικές αξίες παραμένουν το θεμέλιο της ηθικής της πόλης, δεν υστερεί καθόλου η επιβολή της νέας πραγματικότητας μαζί με το θρίαμβο αυτής της «λέσχης ανδρών» που είναι η πόλη.

Είδαμε προηγουμένως πως στην Αθήνα επιβεβαιώνεται αυτή η νέα πραγματικότητα με τη μεγαλύτερη ζωντάνια, και πως εδώ επίσης φανερώνεται καλύτερα το καθεστώς της γυναίκας, αιώνιας ανήλικης για την οποία ο γάμος αποτελεί το μοναδικό μέσο εισδοχής στη ζωή της πόλης. Έτσι η Αθήνα θα γίνει, επίσης τον 5ο αιώνα, ο τόπος γέννησης μιας θαυμαστής εφεύρεσης, του θεάτρου, στην αρχή απλής εκδήλωσης μέσα στη λατρεία του Διόνυσου, που πολύ γρήγορα όμως θα αποκτούσε τα εμβλήματα ευγενείας της και θα γινόταν ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς τρόπους έκφρασης της αθηναϊκής πόλης.

Για έναν αιώνα, με τον Αισχύλο, τον Σοφοκλή και τον Ευριπίδη για την τραγωδία, αλλά επίσης με τον Αριστοφάνη για την κωμωδία, αναπτύσσεται μια τέχνη που η μαγεία της μας αγγίζει ακόμη σήμερα. Αυτό το θέατρο λοιπόν προσφέρει μια εκπληκτική σειρά γυναικείων προσώπων —που τους ρόλους τους, υπενθυμίζουμε, τους υποδύονταν άνδρες— που πρέπει τώρα να εξετάσουμε για να προσδιορίσουμε τους τρόπους αναπαράστασης της γυναίκας στην κλασική Ελλάδα.

Claude Mosse: Η Γυναίκα στην Αρχαία Ελλάδα

by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Συναφές: 

Η ερωτική ζωή των Αρχαίων Ελλήνων: γάμος και παρθενία

Τι είναι ο έρωτας; Το συμπόσιο σε μια υπέροχη ηχογράφηση του 1961

Leave a Reply

%d bloggers like this: