Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ – Γέλιο στο σκοτάδι

Μια φορά κι έναν καιρό, στο Βερολίνο, στην Γερμανία, ζούσε ένας άνθρωπος που τον λέγανε Αλμπίνους. Ήταν πλούσιος, ευυπόληπτος, ευτυχισμένος· μια μέρα, εγκατέλειψε τη γυναίκα του για μια μικρή του ερωμένη· αγάπησε, δεν αγαπήθηκε και η ζωή του τέλειωσε ολέθρια.

Κοντολογίς αυτή είναι η ιστορία και ίσως να την αφήναμε έτσι, αν η αφήγησή της δεν ήταν ευχάριστη και διδακτική: ωστόσο, αν και ο χώρος μιας ταφόπετρας είναι αρκετός για να χωρέσει, φραγμένη απ’ άγρια χόρτα, την περίληψη μιας ανθρώπινης ζωής, οι λεπτομέρειες πάντα είναι καλοδεχούμενες.

Μια νύχτα λοιπόν, ο Αλμπίνους έτυχε να έχει μια θαυμάσια ιδέα. Για να πούμε την αλήθεια, δική του τελείως δεν ήταν, θύμιζε κάποια φράση του Κόνραντ (όχι του διάσημου Πωλ, αλλά του Ούντο Κόνραντ, που έγραψε τις αναμνήσεις ενός αφηρημένου κι εκείνο το άλλο για το γέρο ταχυδακτυλουργό, που εξαφάνισε τον εαυτό του πάνω στο καλλίτερό του νούμερο). Εν πάση περιπτώσει, αυτός με το να του αρέσει και να την σκέφτεται, την έκανε δικιά του, την άφησε να μεγαλώσει μέσα του και έτσι να του κυριέψει τον νου. Σαν τεχνοκριτικός που ήταν και ειδικός στους πίνακες ζωγραφικής, συχνά διασκέδαζε αγοράζοντας τοπία και πορτραίτα, υπογεγραμμένα από διάφορους μεγάλους ζωγράφους, που τα έβρισκε τυχαία ο ίδιος: όλη η ζωή του είχε γίνει μια γκαλερί έργων τέχνης, όλα τους υπέροχες απομιμήσεις. Έπειτα, μια νύχτα, κι ενώ έδινε στο πολυμαθές του μυαλό μια ανάπαυλα γράφοντας κάποιο αρθράκι (όχι τίποτα σπουδαίο, δεν ήταν ιδιαίτερα προικισμένος άνθρωπος) πάνω στην τέχνη του κινηματογράφου, του ήρθε αυτή η ιδέα.

Είχε σχέση με έγχρωμα κινούμενα σχέδια που τότε μόλις είχαν αρχίσει να κάνουν την εμφάνισή τους. Σκέφτηκε λοιπόν, πόσο μαγευτικό θα ήταν, αν χρησιμοποιούσε σ’ αυτήν την μέθοδο διάσημους πίνακες, τους πρόβαλλε στην οθόνη κι έπειτα τους έδινε ζωή —κίνηση και χειρονομία να εξελίσσονται γραφικά, σε απόλυτη αρμονία με την στατική τους κατάσταση στον πίνακα.

Για παράδειγμα, κάποιο καπηλειό με μικροσκοπικούς ανθρώπους καθισμένους γύρω από ξύλινα τραπέζια να πίνουν μακάρια και την ηλιόφωτη έποψη μιας αυλής με τ’ άλογα σελωμένα, ξαφνικά να ζωντανεύουν, εκείνος ο μικρόσωμος άνδρας στα κόκκινα ν’ αφήνει την κούπα του στο τραπέζι, το κορίτσι με τον δίσκο να τριγυρνά ελεύθερα και την κότα στο κατώφλι ν’ αρχίζει το τσιμπολόγημα. Αυτό θα μπορούσε να συνεχιστεί προβάλλοντας έπειτα ένα τοπίο του ίδιου του ζωγράφου με ίσως συννεφιασμένο ουρανό, ένα παγωμένο κανάλι και άτομα με κομψά παγοπέδιλα εκείνης της εποχής, να γλιστρούν ανάλαφρα στις παλιομοδίτικες καμπύλες που προβάλλονταν στον πίνακα· ή κάποιον βρεγμένο δρόμο με ομίχλη κι ένα ζευγάρι καβαλάρηδων.

Τελικά να επανέρχεται στην ίδια ταβέρνα, να ξαναβάζει σιγά, σιγά τις φιγούρες και τον φωτισμό στην ίδια σειρά, να τις τοποθετεί έτσι που να συζητούν και όλα να τελειώνουν με την πρώτη εικόνα. Έπειτα επίσης θα μπορούσε να δοκιμάσει με τους Ιταλούς. Μια γκριζογάλανη φιγούρα ενός λόφου για φόντο, κάποιο ελικοειδές μονοπάτι και μια μικρή ομάδα οδοιπόρων που ξετυλίγεται αργά καθώς ανεβαίνει. Και ακόμα ίσως θρησκευτικά θέματα, όμως μόνο εκείνα με τις μικροσκοπικές φιγούρες.

Και ο σχεδιαστής θα έπρεπε όχι μόνο να έχει βαθιά γνώση του συγκεκριμένου ζωγράφου και της περιόδου του, αλλά να διαθέτει και αρκετό ταλέντο ώστε να αποφεύγει κάθε μπέρδεμα ανάμεσα στην παραγόμενη κίνηση και σ’ εκείνη που είχε δώσει ο παλιός δάσκαλος. Έπρεπε οπωσδήποτε να εξελιχθούν όλα όπως ακριβώς ήταν στον πίνακα. Ω! σίγουρα μπορεί να πραγματοποιηθεί. Και τα χρώματα… θα πρέπει να είναι περισσότερο εξεζητημένα από εκείνα των κινούμενων σχεδίων. Πόσα όμορφα πράγματα θα μπορούσαν να ειπωθούν! Το όραμα ενός καλλιτέχνη, το χαρούμενο ταξίδι ματιού και πινέλου και ένας κόσμος φτιαγμένος με τον τρόπο εκείνου του καλλιτέχνη, πλημμυρισμένος απ’ τους τόνους που αυτός ο ίδιος είχε βρει.

Μετά από λίγο καιρό, έτυχε να μιλήσει γι’ αυτό σ’ έναν παραγωγό ταινιών, όμως εκείνος δεν έδειξε να ενθουσιάζεται καθόλου. Αντίθετα, είπε ότι αυτό θα συνεπάγετο μία πολύ ευαίσθητη καλλιτεχνική εργασία και νέες βελτιώσεις στην μέθοδο των κινουμένων, και θα κόστιζε πάρα πολλά χρήματα· είπε επίσης, ότι μια τέτοια ταινία, εξαιτίας του κοπιαστικού της σχεδιάσματος, λογικά δεν θα μπορούσε να διαρκέσει περισσότερο από λίγα λεπτά· ότι ακόμα και τότε, ο περισσότερος κόσμος θα έπληττε μέχρι θανάτου και ότι γενικά θα ήταν αποτυχία.

Έπειτα ο Αλμπίνους συζήτησε πάλι γι’ αυτό μ’ έναν άλλον άνθρωπο του κινηματογράφου, όμως κι αυτός επίσης γέλασε με την όλη υπόθεση.

«Θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε με κάτι τελείως απλό», είπε ο Αλμπίνους, «ένα χρωματιστό παράθυρο που ζωντανεύει, κάποιο κινούμενο οικόσημο, ένα ή δυο μικροσκοπικούς άγιους».

«Λυπάμαι, αλλά δεν αξίζει», απάντησε αυτός. «Δεν μπορούμε να διακινδυνέψουμε με γνωστούς πίνακες».

Όμως ο Αλμπίνους παρέμενε προσκολλημένος στην ιδέα του. Τελικά έμαθε για έναν έξυπνο τύπο, τον Άξελ Ρεξ, ο οποίος ήταν μοναδικός στις πρωτοτυπίες — είχε, για την ακρίβεια, σχεδιάσει ένα περσικό ρομάντζο που ικανοποίησε τους διανοούμενους του Παρισιού και κατέστρεψε τον άνθρωπο που το είχε χρηματοδοτήσει. Ο Αλμπίνους προσπάθησε να τον βρει, αλλά έμαθε ότι είχε μόλις φύγει για τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου έκανε σκίτσα για ένα εικονογραφημένο περιοδικό. Έπειτα από μερικό καιρό ο Αλμπίνους κατάφερε να έρθει σ’ επαφή μαζί του και ο Ρεξ έδειξε να ενδιαφέρεται.

Μια ορισμένη μέρα του Μάρτη, ο Αλμπίνους έλαβε ένα μεγάλο γράμμα απ’ αυτόν, που όμως συνέπεσε με μια ξαφνική κρίση στην ιδιωτική — την πάρα πολύ ιδιωτική — ζωή του Αλμπινους, έτσι η θαυμάσια αυτή ιδέα η οποία διαφορετικά μπορεί να παρέμενε απραγματοποίητη και ίσως είχε βρει έναν τοίχο για να γαντζωθεί και ν’ ανθίσει, χλώμιασε παράξενα και ζάρωσε κατά την διάρκεια της τελευταίας εβδομάδος.

Ο Ρεξ έγραφε πως ήταν ανώφελο να επιμένέι προσπαθώντας να δελεάσει τους ανθρώπους του Χόλυγουντ και πρότεινε στον Αλμπινους, επειδή αυτός ο τελευταίος ήταν άνθρωπος με οικονομική άνεση, να χρηματοδοτήσει ο ίδιος την ιδέα του· σ’ αυτή την περίπτωση, ο Ρεξ θα δεχόταν μία άλφα αμοιβή (κάποιο αρχικό ποσό), το μισό στην αρχή, για να σχεδιάσει ένα φιλμ απ’ τον Μπρούγκελ — τις «Παροιμίες» για παράδειγμα, ή οτιδήποτε άλλο θα άρεσε στον Αλμπινους για ν’ αρχίσει.

«Αν ήμουν στην θέση σου», παρατήρησε ο Πωλ, ο κουνιάδος του Αλμπινους, ένας άντρας χοντρός, που κυκλοφορούσε πάντα με δυο στιλό που εξείχαν απ’ την τσέπη του, και που είχε την φήμη του καλλίτερου ανθρώπου, «θα το διακινδύνευα. Οι συνηθισμένες ταινίες κοστίζουν περισσότερο — εννοώ εκείνες με πολέμους και κτίρια που καταρρέουν».

«Μην επιστρέφεις στα ίδια σε παρακαλώ, δεν έχω διάθεση».

«Μου φαίνεται πως μετάνιωσες», έκανε ο Πωλ ρουφώντας το πούρο του, «έλεγες πως σκόπευες να θυσιάσεις κάποιο σημαντικό ποσό ελάχιστα μικρότερο από την αμοιβή που σου ζητά εκείνος. Γιατί, τι σου συμβαίνει; Δεν φαίνεσαι και τόσο ενθουσιασμένος όπως πριν από λίγο καιρό. Μήπως σκέφτεσαι να τα παρατήσεις;»

«Δεν νομίζω, δεν ξέρω. Είναι η πρακτική του πλευρά που με κάνει και βαριέμαι, διαφορετικά εξακολουθεί να μ’ αρέσει αυτή η ιδέα».

«Για ποια ιδέα λες;» ρώτησε η Ελισάβετ, η γυναίκα του Αλμπινους.

Η συνήθειά της αυτή να ρωτά για θέματα που είχαν συζητηθεί πολλές φορές μπροστά της, οφειλόταν πιο πολύ στην νευρικότητα της παρά στην απροσεξία της. Συχνά πετούσε, έτσι στην τύχη, καμιά αφηρημένη ερώτηση, πριν ακόμα τελειώσει ο άλλος, ενώ πάντα ήξερε ότι μπορούσε ν’ απαντήσει η ίδια το ίδιο σωστά στην ερώτησή της. Ο άντρας της που ήξερε καλά αυτήν της την συνήθεια, δεν νεύριαζε ποτέ, συγκινιόταν μάλιστα και διασκέδαζε. Συνέχιζε την κουβέντα του μ’ ένα καρτερικό χαμόγελο μέχρι που πια στο. τέλος, μόλις έκανε την ερώτηση, έδινε και την απάντηση μόνη της.

Ωστόσο, την ημέρα εκείνη, μια μαρτιάτικη μέρα, ο Αλμπίνους ήταν σε τέτοια κατάσταση εκνευρισμού, σύγχυσης και μιζέριας, που τον έπιασε φοβερός θυμός.

«Μα τι σε πιάνει λοιπόν; Θα ’λεγε κανείς πως έπεσες απ’ το φεγγάρι», της φώναξε.

Τότε η γυναίκα του του είπε με μια μικρή κίνηση. «Α, ναι, θυμάμαι. Όχι τόσο γρήγορα παιδί μου, όχι τόσο γρήγορα!» έκανε αμέσως μετά γυρίζοντας προς την μικρή Ίρμα που καταβρόχθιζε λαίμαργα την κρέμα σοκολάτα της.

«Σκέφτομαι», άρχισε ο Πωλ, ρουφώντας το πούρο του, «πως κάθε καινούρια ανακάλυψη…»

Ο Αλμπίνους συλλογίστηκε: «Μα τι διάβολο με νοιάζει εμένα αυτός ο Ρεξ, οι αντιλήψεις του Πωλ και η κρέμα σοκολάτα της μικρής… Εγώ τρελαίνομαι και δεν το ξέρει κανένας. Και δεν τα καταφέρνω να συμμαζευτώ, μάταιη προσπάθεια, και αύριο θα πάω πάλι να καθίσω σαν ηλίθιος σ’ εκείνο το σκοτάδι… απίστευτο».

Πραγματικά ήταν απίστευτο, αν σκεφτεί κανείς πως μέσα σ’ ένα διάστημα εννιά χρόνων συζυγικής ζωής, ο Αλμπίνους δεν είχε ποτέ, ποτέ…

«Κατά βάθος», σκέφτηκε, «θα έπρεπε να τα πω όλα στην Ελισάβετ- ή μπορεί και να μην της πω απολύτως τίποτα αλλά να φύγω για λίγο καιρό μαζί της για κάποιο ταξίδι ή να πάω σε κάποιον ψυχαναλυτή· ή τέλος…»

Τι ανόητη σκέψη! Δεν μπορούμε παρ’ όλα αυτά να πάρουμε ένα περίστροφο και να σκοτώσουμε μια άγνωστη μόνο και μόνο γιατί μας αρέσει!

Φωτογραφίες: Erik van de Wijdeven

Το βιβλίο «Γέλιο στο σκοτάδι» του Βλαντιμίρ Ναμπόκωφ γραμμένο στα 1932 είναι από τα πρώτα μυθιστορήματα του μεγάλου συγγραφέα της «Λολίτας», το οποίο άλλωστε αποτελεί και το πρώτο σχεδίασμα του πολύκροτου αυτού μυθιστορήματος.

Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Συναφές: 

Λέων Τολστόι – Τα τρία ερωτήματα

%d bloggers like this: