Ρόμπερτ Τρίβερς – Γνωστική ασυμφωνία και αυτοδικαιολόγηση

Όταν μιλάμε περί γνωστικής ασυμφωνίας, αναφερόμαστε σε μια εσωτερική ψυχολογική αντίφαση, την οποία το άτομο βιώνει ως μια κατάσταση έντασης ή δυσφορίας που κυμαίνεται από την ήπια ενόχληση έως τη βαθιά οδύνη. Έτσι, δεν σπανίζουν οι ενέργειες των ανθρώπων που αποσκοπούν στην άμβλυνση της γνωστικής ασυμφωνίας.

Έστω ότι κάποιος συντηρεί ταυτόχρονα δύο αντιφατικές ιδέες, στάσεις ή πεποιθήσεις: «Ξέρω καλά ότι το κάπνισμα σκοτώνει- δεν παύω, ωστόσο, να καπνίζω καθημερινά δύο πακέτα». Θα μπορούσε να άρει την αντίφαση είτε σταματώντας το κάπνισμα είτε εκλογικεύοντας τη συνέχισή του: «Το κάπνισμα όχι μόνο με ηρεμεί, αλλά με βοηθά να αποφεύγω τα περιττά κιλά». Οι περισσότεροι υιοθετούν τη δεύτερη επιλογή και αναζητούν τρόπους να τη δικαιολογήσουν έναντι της πολύ δυσκολότερης (αλλά υγιέστερης) επιλογής να κόψουν το κάπνισμα. Ενδέχεται, όμως, να είναι ήδη αργά —το άτομο να έχει ήδη υποστεί το βαρύ κόστος της επιλογής του και να του απομένει είτε να την εκλογικεύσει είτε να παραδεχθεί την πικρή αλήθεια.

Σε ένα κλασικό πείραμα, οι μισοί συμμετέχοντες, για να ενταχθούν σε μια ομάδα, κλήθηκαν να υποστούν μια δυσάρεστη δοκιμασία, ενώ οι άλλοι μισοί να καταβάλουν ένα ευτελές αντίτιμο. Κατόπιν, οι ερευνητές ζήτησαν από όλους να αξιολογήσουν την ομάδα βάσει μιας μαγνητοσκοπημένης συζήτησης, η οποία είχε σχεδιαστεί να είναι όσο το δυνατόν πιο ανιαρή και ασυνάρτητη.

Όπως αποδείχθηκε, όσοι είχαν υποστεί τη δυσάρεστη δοκιμασία έκριναν πιο θετικά την ομάδα απ’ ό,τι εκείνοι που είχαν πληρώσει το μικρό χρηματικό αντίτιμο. Η διαφορά, μάλιστα, ήταν κάθε άλλο παρά αμελητέα. Οι δεύτεροι χαρακτήρισαν τη συζήτηση ανιαρή και ανούσια και τα μέλη της ομάδας αδιάφορα και βαρετά. Αντιθέτως, οι πρώτοι (οι οποίοι είχαν υποχρεωθεί να διαβάσουν μεγαλόφωνα, μπροστά σε αγνώστους, ένα κείμενο με πρόδηλο σεξουαλικό περιεχόμενο) υποστήριξαν ότι βρήκαν τη συζήτηση ενδιαφέρουσα και συναρπαστική και τα μέλη της ομάδας γοητευτικά και οξυδερκή.

Πώς μπορεί να εξηγηθεί κάτι τέτοιο; Θα περίμενε κανείς οι δυσάρεστες και επώδυνες καταστάσεις να αποτιμώνται αρνητικά από τον νου. Διαπιστώνουμε, ωστόσο, ότι συμβαίνει κάτι αρκετά διαφορετικό: οι βαριές συνέπειες ενεργοποιούν μηχανισμούς εκλογίκευσης, οι οποίοι μεγαλοποιούν τα υποτιθέμενα οφέλη. Δεν μπορούμε να αναιρέσουμε το κόστος που έχουμε ήδη υποστεί, αλλά τουλάχιστον μπορούμε να δημιουργήσουμε την ψευδαίσθηση ότι ήταν μικρότερο (ή τα οφέλη μεγαλύτερα) από όσο πραγματικά ήταν. Κατ’ ουσίαν, μπορούμε να αναζητήσουμε ψυχικά αντισταθμίσματα έναντι του υψηλού κόστους —και πράγματι, αυτό κάνουν οι περισσότεροι. Όσες φορές έχει επαναληφθεί το συγκεκριμένο πείραμα έχουν προκύψει τα ίδια ακριβώς αποτελέσματα.

Παρ’ όλα αυτά, δεν έχουμε καταφέρει ακόμη να τα εξηγήσουμε επαρκώς. Αν μη τι άλλο, φαίνεται να υπηρετούν την ανάγκη του νου για συνέπεια: εφόσον έχετε καταβάλει μεγάλο κόστος, προσδοκάτε στην άντληση σημαντικών οφελών. Λίγοι έχουν συναίσθηση του πόσο σημαντικά μπορεί να επηρεάσει το εν λόγω φαινόμενο τη συμπεριφορά τους. Ακόμη και όταν στοιχειοθετείται πλήρως η τάση του νου να στρεβλώνει την πραγματικότητα, οι περισσότεροι αποδέχονται το γενικό συμπέρασμα αλλά αντιτείνουν ότι δεν ισχύει για τους ίδιους. Αντιθέτως, ερμηνεύουν τη συμπεριφορά τους θεωρώντας ότι, εφόσον δεν έχουν επίγνωση της στρέβλωσης της πραγματικότητας, αυτό σημαίνει ότι δεν στρεβλώνουν την πραγματικότητα.

Η ανάγκη άμβλυνσης της γνωστικής ασυμφωνίας επηρεάζει έντονα τον τρόπο με τον οποίο υποδεχόμαστε τις νέες πληροφορίες. Αναζητούμε την επιβεβαίωση των μεροληψιών μας και, για τον σκοπό αυτό, είμαστε πρόθυμοι να χειραγωγήσουμε την εισερχόμενη πληροφορία ή και να την αγνοήσουμε πλήρως. Πρόκειται για τόσο διαδεδομένο και έντονο φαινόμενο, ώστε του έχει αποδοθεί το όνομα «μεροληψία επιβεβαίωσης». Όπως χαρακτηριστικά έχει πει ένας βρετανός πολιτικός: «Είμαι πάντοτε πρόθυμος να εξετάσω κάθε πρόσθετο τεκμήριο υπέρ της άποψης στην οποία έχω ήδη κατασταλάξει».

Η τάση μας για εκλογίκευση είναι τόσο ισχυρή, ώστε, όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με ανεπιθύμητα δεδομένα, σπεύδουμε να τα αμφισβητήσουμε, να τα διαστρεβλώσουμε και να τα απορρίψουμε, για να μην υποστούμε το άχθος της γνωστικής ασυμφωνίας και να μη χρειαστεί να αλλάξουμε γνώμη. Το 1942, μόλις δύο μήνες μετά την είσοδο των ΗΠΑ στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο πρόεδρος Φραγκλίνος Ρούζβελτ διέταξε τον εγκλεισμό εκατοντάδων χιλιάδων αμερικανών πολιτών ιαπωνικής καταγωγής σε στρατόπεδα συγκέντρωσης επί όσο χρόνο θα διαρκούσε ο πόλεμος, χωρίς κανένα πειστήριο δολιοφθοράς πλην του κλασικού επιχειρήματος ενός αμερικανού στρατηγού: «Το γεγονός και μόνο ότι δεν έχει συμβεί κανένα περιστατικό δολιοφθοράς αποτελεί μια εξόχως ανησυχητική ένδειξη ότι τέτοια περιστατικά θα συμβούν».

Όπως είδαμε παραπάνω στην περίπτωση της θανατικής ποινής, όταν σε άτομα με αντίθετες απόψεις επί ενός θέματος παρουσιάζεται μια μετριοπαθής προσέγγιση που σέβεται και τις δύο οπτικές, οι απόψεις των ατόμων δεν συγκλίνουν απαραιτήτως. Συχνά συμβαίνει το αντίθετο· τα δεδομένα που αντικρούουν τις μεροληψίες του ενός θρέφουν τις μεροληψίες του άλλου. Έτσι, εκείνοι με τις ισχυρότερες μεροληψίες καταλήγουν συχνά να είναι οι λιγότερο πληροφορημένοι και συνάμα, παρά την άγνοιά τους, οι πιο βέβαιοι για την ορθότητα των απόψεών τους. Σε ένα πείραμα παρουσιάστηκε αρχικά στους συμμετέχοντες ένα σύνολο αναληθών πληροφοριών συμβατών με τις πολιτικές πεποιθήσεις τους και, κατόπιν, νέα δεδομένα που αναιρούσαν τις αρχικές πληροφορίες. Όπως φάνηκε, οι περισσότεροι ήταν ακόμη πιο πεπεισμένοι για την εγκυρότητα των αρχικών πληροφοριών μετά τη διάψευσή τους.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η τάση μας να εκλογικεύουμε εκ των υστέρων αποφάσεις που δεν μπορούμε να αλλάξουμε. Στο πλαίσιο μιας μελέτης, ζητήθηκε από πολλές γυναίκες να βαθμοδοτήσουν μια σειρά από οικιακές συσκευές ανάλογα με την ελκυστικότητά τους· κατόπιν, τους προσφέρθηκε η δυνατότητα επιλογής ανάμεσα σε δύο συσκευές που είχαν κρίνει εξίσου ελκυστικές. Αργότερα, όταν οι γυναίκες κλήθηκαν να αξιολογήσουν τη συσκευή που είχαν διαλέξει σε σχέση με εκείνη που είχαν απορρίψει, έκριναν ότι η πρώτη ήταν καλύτερη από τη δεύτερη, με μοναδικό γνώμονα, απ’ ό,τι φαίνεται, το γεγονός ότι τους ανήκε.

Η τάση μας να αξιολογούμε τις αμετάκλητες επιλογές μας ως καλύτερες από όσο τις αξιολογούσαμε πριν δεσμευτούμε σε αυτές έχει καταδειχθεί και από μια απλή μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε εταιρείες ιπποδρομιακού στοιχηματισμού. Οι παίκτες, αμέσως αφού στοιχηματίσουν σε κάποιο άλογο, δηλώνουν πολύ πιο σίγουροι για την επιλογή τους απ’ ό,τι δήλωναν όταν περί-μεναν στην ουρά με σκοπό να στοιχηματίσουν στο ίδιο άλογο. Μια εκδήλωση αυτού του φαινομένου είναι ότι οι αγοραστές προϊόντων δηλώνουν πιο ικανοποιημένοι με την αγορά τους όταν το προϊόν που αγόρασαν δεν μπορεί να επιστραφεί και να αντικατασταθεί με κάποιο άλλο, παρότι οι ίδιοι αξιώνουν να έχουν τη δυνατότητα επιστροφής προϊόντων.

Ένα παράξενο όσο και ακραίο παράδειγμα άμβλυνσης της γνωστικής ασυμφωνίας παρατηρείται σε βαρυποινίτες καταδικασμένους για βίαια εγκλήματα —συζυγοκτόνους, λόγου χάριν. Παραδόξως, ελάχιστοι παραδέχονται ότι η πράξη για την οποία καταδικάστηκαν ήταν ένα τραγικό λάθος. Αντιθέτως, συχνά την υπερασπίζονται σθεναρά: «Θα το ξανάκανα δίχως δεύτερη σκέψη· της άξιζε ό,τι έπαθε». Πολλές φορές, οι δολοφόνοι αδυνατούν να καταστείλουν την ανάμνηση του εγκλήματος, να βγάλουν από τον νου τους τον τρόμο του θύματος, τις απεγνωσμένες κραυγές του για βοήθεια κ.ο.κ., και διαλέγουν να εκλογικεύσουν μια τρομερή πράξη με βαθιά αρνητικές συνέπειες —όχι μόνο για το θύμα αλλά και για τους ίδιους— που δεν μπορούν να αλλάξουν. Έτσι, είναι καταδικασμένοι να ζουν ξανά και ξανά την έξαψη του αρχικού λάθους τους.

Η μωρία των ανόητων του Ρόμπερτ Τρίβερς

Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Συναφές: 

Βουλήν φανταστική πλην και πραγματική

1 σχόλιοLeave a comment

  • Να υποθέσω ότι γνωστική ασυμφωνία είναι όταν ψηφίζεις έναν αποτυχημένο πρωθυπουργό να προσπαθείς να του βρεις προσόντα (και συγγνώμη για το πολιτικό του σχολίου!)